Είσαι ο Σεμπάστιαν Λέτο. Έχεις κάνει το δρομολόγιο παράδεισος – κόλαση αρκετές φορές στη ζωή σου. Από την Αργεντινή στην Αγγλία. Από τη Λανούς στη Λίβερπουλ. Από εκεί, δανεικός στον Ολυμπιακό, να κυνηγάς την καταξίωση και να καταλήγεις να κυνηγάς τον βοηθό προπονητή σημαδεύοντάς τον με μπάλες... Πίσω στη Λίβερπουλ και ξανά Ελλάδα και Παναθηναϊκός. Νταμπλ με την ομάδα, κύπελλο με δικό σου γκολ, αλλά δεύτερο βιολί πίσω από τον Σισέ. Και δεν σου αρέσει να έρχεσαι δεύτερος πουθενά – ούτε στο γήπεδο, ούτε στο χειροκρότημα, ούτε στα πρωτοσέλιδα, ούτε στην αγάπη του κόσμου. Και φεύγει ο Σισέ και γίνεσαι ο νούμερο 1. Όχι στα χαρτιά, αλλά στο γήπεδο. Όχι στη θεωρία, αλλά στην πράξη. Παίρνεις μια ολόκληρη ομάδα από το χέρι και παρέα με διάφορους άλλους ωραίους τύπους, σέρνεις το χορό στην κούρσα του πρωταθλήματος, έχοντας 16 γκολ σε 22 αγώνες, παίζοντας κάτι σαν «ψευτοεννιάρι» σε κάτι σαν 4-6-0 του Ζεσουάλντο Φερέιρα, που θυμίζει 4-6-0 του Σπαλέτι στη Ρόμα. Κι εκεί που δεν χορταίνεις να ακούς το σύνθημα με το όνομά σου και τη μουσική του «Seven Nations Army», εκεί που είσαι πραγματικός βασιλιάς, έρχονται τα γόνατά σου και σου λένε «ως εδώ»: χονδροπάθεια, πολλά συνεχόμενα ματς, καταπόνηση, ένα κάρο κλωτσιές, κακή διαχείριση και μπαίνεις στα πιτς. Επ' αόριστον...

Είσαι ο «Σέμπα». Και είσαι πληγωμένος. Με διαλυμένα γόνατα και ακόμα πιο διαλυμένη ψυχολογία. Είσαι για πολύ καιρό έξω και δεν ξέρεις αν θα ξαναπαίξεις μπάλα και ακόμα κι αν τα καταφέρεις και ξαναμπείς στα γήπεδα, με τι τρόπο θα το κάνεις: χωρίς πολλά τρεξίματα; Καναδυό κλικ πιο αργός; Για ένα ματς τη βδομάδα ή ένα στις δέκα μέρες; Και με ποια ημερομηνία λήξης, κοντινή ή λίγο παραπέρα; Πας στην Ιταλία, στην Κατάνια και παίζεις 41 ματς. Όχι όπως παλιά, όχι κάνοντας εκείνα τα απίστευτα όργια που έκανες στην τελευταία χρονιά στον Παναθηναϊκό, αλλά το παλεύεις. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στον επαναπατρισμό και την αγαπημένη Λανούς, κάπου ανάμεσα στις παγοκύστες στα γόνατα και τις σφιγμένες γροθιές, ο Θεός σου επιφυλλάσσει ακόμα μια δοκιμασία: μια μπάρα στο γυμναστήριο πέφτει στο κεφάλι σου και σχεδόν σε αφήνει στον τόπο. Νέα αγωνία αυτή τη φορά, όχι για το αν θα ξαναπαίξεις μπάλα, αλλά για το αν θα ζήσεις, αν το χτύπημα άφησε κάποιο κουσούρι, αν όλα θα πάνε καλά.

Είσαι ο Σεμπάστιαν Λέτο και δεν το βάζεις κάτω ούτε σε αυτή τη δυσκολία. Αναρρώνεις και επιστρέφεις στα γήπεδα. Φοράς ένα ειδικό κράνος στο κεφάλι και ξαναπατάς χορτάρι. Πού; Εκεί που νιώθεις καλά. Εκεί που ξέρεις ότι σε αγαπούν. Εκεί όπου έπαιξες για τελευταία φορά σε πραγματικά υψηλό επίπεδο. Εκεί όπου πήρες νταμπλ, όπου έγινες σύνθημα, όπου δίνεις ενέργεια στην εξέδρα κι εκείνη με τη σειρά της στην επιστρέφει με χειροκρότημα. Χαρίζεις λεφτά – χαρίζεις χρέη προκειμένου να γυρίσεις στον Παναθηναϊκό, σε όποια κατάσταση κι αν είναι, σε όποια κατάσταση κι αν είσαι. Έρχεσαι με κιλά και κοιλιά. Μερικές μέρες μετά, μπαίνεις και παίζεις. Πιο αργός από παλιά, πιο «βαρύς», πιο «εννιάρι» πια και όχι «ψευτοεννιάρι». Αλλά πάντα παθιασμένος. Πάντα τσαμπουκάς. Με γροθιές σφιγμένες. Με το βλέμμα να βγάζει σπίθες. Και με πολλή μπάλα μέσα σου. Γιατί όσες παγοκύστες και να βάλεις στα γόνατα, όσες εγχειρήσεις και να κάνεις στο κεφάλι σου, η μπάλα δεν ξεχνιέται. Δεν φεύγει ποτέ από μέσα σου.

Είσαι ο «Σέμπα». Και στη Λεωφόρο, κόντρα στην Κέρκυρα, παίζεις σε ένα γήπεδο γεμάτο χιόνι. Με αντίπαλο την Κέρκυρα. Παίζεις όχι 25-30 λεπτά, αλλά έχεις φτάσει αισίως τα 80. Σε συνθήκες πολικού ψύχους κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κι εσύ εκεί, το παλεύεις σαν πιτσιρικάς που θέλει να τον προσέξει ο προπονητής του, να του φωνάξει «μίστερ, είμαι εδώ». Είσαι εσύ που βάζεις το γκολ. Και πανηγυρίζεις δείχνοντας τις χιονόμπαλές σου. Σαν να μην υπάρχει αύριο. Ακριβώς επειδή δεν ξέρεις αν θα υπάρχει αύριο. Όχι στον Παναθηναϊκό και στο θέμα της επέκτασης του συμβολαίου σου, αλλά γενικώς: σήμερα τα γόνατά σου είναι, αύριο μπορεί να μην είναι. Οπότε κάθε γκολ, κάθε ασίστ, κάθε πανηγυρισμός, κάθε χειροκρότημα, κάθε αφορά που ακούς το όνομά σου από την εξέδρα, μπορεί να είναι η τελευταία.

Είσαι ο Σεμπάστιαν Λέτο και έχεις τον σεβασμό μου. Και την αγάπη μου. Μακάρι να είχαν κι οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους τη δική σου ψυχάρα, τη δική σου αγάπη για το ποδόσφαιρο κι ας είχαν και παγοκύστες στα γόνατα μετά από κάθε ματς. Κι ας είχαν και κράνος στο κεφάλι.