Τοποθετήστε τρία άτομα που δεν αντέχει το ένα το άλλο σε ένα δωμάτιο. Καταδικάστε τα να μείνουν σε αυτό για μια αιωνιότητα, την ώρα που ο ένας θα βασανίζει τον άλλο. Και καθίστε να παρακολουθήσετε την μακάβρια εξέλιξη της ιστορίας. Τότε τι έχουμε;

Η μια απάντηση, σύμφωνα με τον αρθρογράφο του Guardian Λάρι Έλλιοτ είναι το θεατρικό έργο του Ζαν Πολ Σαρτρ, "Κεκλεισμένων των Θυρών" (Huis Clos). Μια άλλη απάντηση, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η ιστορία του ελληνικού χρέους όπου οι τρεις βασικοί χαρακτήρες είναι ο Αλέξης Τσίπρας, ο Βολφγκανγκ Σόιμπλε και η Κριστίν Λαγκάρντ.

Το σενάριο του έργου πάει κάπως έτσι: Η Ελλάδα έχει χάσει το 25% του ΑΕΠ, όσο είχαν χάσει και οι ΗΠΑ κατά την Μεγάλη Ύφεση. Η οικονομία της χώρας είναι σε δεινή θέση και χρειάζεται οικονομική βοήθεια για να επιβιώσει- ενώ ήδη βρίσκεται στο τρίτο πρόγραμμα διάσωσης.

Όπως αναφέρει ο Elliot, ο Τσίπρας παίζει έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Εκλέχθηκε πριν δύο χρόνια ως η μεγάλη ελπίδα της αριστερά, αλλά ταχύτατα έχασε την εύνοια του κόσμου. «Υποχώρησε κάτω από τις πιέσεις που του άσκησαν οι Ευρωπαίοι το καλοκαίρι του 2015», αναφέρει το άρθρο, και παρά τις προεκλογικές του εξαγγελίες για λήξη της λιτότητας συμφώνησε σε Δρακόντεια μέτρα, αυστηρότερα από αυτά των προηγούμενων κεντρώων κυβερνήσεων. «Πλέον ο Τσίπρας για τους περισσότερους Έλληνες δεν είναι εικονομάχος, παρά ένας ακόμη κουστουμαρισμένος»

Δεύτερος πρωταγωνιστής είναι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, ο οποίος δέχεται πολιτικές πιέσεις στην χώρα του, καθώς οι συμπατριώτες του πιστεύουν ότι η Ελλάδα έχει λάβει αρκετή βοήθεια, ενώ παράλληλα δεν κάνει αρκετά για να βοηθήσει τον εαυτό της.

Το τρίτο πρωταγωνιστικό πρόσωπο είναι η διευθύντρια του ΔΝΤ, αναφέρει ο Έλιοτ. Υπό την ηγεσία της το Ταμείο δεν συμμετέχει σε προγράμματα διάσωσης αν υπάρχει η αίσθηση ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Αναφορικά με την ελληνική περίπτωση, προβλέψεις του ΔΝΤ θέλουν το χρέος να εκτοξεύεται στο 275% του ΑΕΠ ως το 2060, κάτι που αν συμβεί αναμφίβολα κατατάσσει το ελληνικό χρέος στην κατηγορία «μη βιώσιμο». 

Η τελευταία πράξη του έργου, κατά τον αρθρογράφο, θα παιχθεί στην Ουάσινγκτον με δύο παράγοντες που περιπλέκουν τα πράγματα. Ο πρώτος είναι η στενότητα του χρόνου καθώς τον Μάρτιο ξεκινά ο εκλογικός κύκλος στην Ευρώπη με τις πρώτες κάλπες να στήνονται στην Ολλανδία.

Ο δεύτερος, όπως γράφει ο αρθρογράφος, είναι το γεγονός ότι στο δράμα προστέθηκε και ένα ακόμη πρόσωπο, αυτό του νέου Αμερικανού προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Η στάση του είναι ένα ερωτηματικό καθώς υπάρχουν λίγες ενδείξεις αν ενδιαφέρεται για το αν η Ελλάδα θα λάβει τη μείωση χρέους που ζητά, την ώρα που οι ΗΠΑ είναι ο βασικότερος μέτοχος του ταμείου και ο πρόεδρος έχει τη δυνατότητα να ασκήσει βέτο σε όποια συμφωνία δεν εγκρίνει.

Σύμφωνα με τα όσα έχει δηλώσει η Ευρωπαϊκή πλευρά, η επιθυμία τους είναι να έχει ολοκληρωθεί το ελληνικό ζήτημα ως το Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου. Από την πλευρά του ο Τσίπρας για να μην ψηφίσει τις ομαδικές απολύσεις και μια νέα περικοπή συντάξεων, θα μπορούσε να καταφύγει στις κάλπες με το ερώτημα «ποιος κυβερνά την Ελλάδα;», με πιθανότερο να χάσει τις εκλογές. Η κατάσταση θα μπορούσε να λυθεί αν η Γερμανία αποφασίσει να στηρίξει το αίτημα του ΔΝΤ για γενναιότερη ελάφρυνση χρέους ή αν το Βερολίνο υποκύψει στις πιέσεις του Τραμπ και αυξήσει τις εγχώριες δαπάνες.

Όπως αναφέρει το άρθρο, τα συστατικά για να φτάσει η κρίση αυτή μέχρι το καλοκαίρι υπάρχουν. Τότε η Ελλάδα θα στερέψει από χρήματα και δεν θα μπορεί να πληρώσει τους πιστωτές της. Αν δεν υπάρξει μια γρήγορη λύση, τα επιτόκια των ομολόγων θα αυξηθούν και η συζήτηση για το Grexit θα επανέλθει.

Το «Huis Clos» μεταφράζεται στα αγγλικά «Χωρίς Έξοδο». Για την Ελλάδα, αν η ζωή γίνει ακόμα πιο αφόρητη, υπάρχει μια έξοδος, καταλήγει στο άρθρο του ο Έλιοτ.