Όταν ακούς τη φράση «δεν μπορεί να αλλάξει τρίτη πάσα» η τελευταία ομάδα στον κόσμο που σου έρχεται στο μυαλό είναι αυτή με τα «μπλαουγκράνα». Και όμως, το βράδυ της Κυριακής στο «Ανοέτα» του Σαν Σεμπαστιάν η ομάδα που παρέπεμπε σε παρέα «ξυλοκόπων» δεν ήταν η γηπεδούχος Σοσιεδάδ, αλλά η κορυφαία τεχνικά στον κόσμο.

Υπερβολή θα πείτε και με το δίκιο σας. Αν δεν το είδατε, είναι αδύνατο να φανταστείτε ένα συνονθύλευμα αποτελούμενο από Μέσι, Νεϊμάρ, Σουάρες, Ράκιτιτς, Πικέ, Μασεράνο και Σία. Τέτοιο ήταν η ομάδα που πήγαινε ορκισμένη, δήθεν, για νίκη προκειμένου να διατηρήσει το -4 από τη Ρεάλ, μια εβδομάδα πριν από το clasico στο «Καμπ Νόου».

Γράφει ο Δημήτρης Καναβαράκης

Καθότι θαυμαστής του «mes que un club», την Μπαρτσελόνα την παρακολουθώ ανελλιπώς από τον καιρό που ανέλαβε τα ηνία ο Γιόχαν Κρόιφ. Την έχω δει σε έκδοση dream team, την εποχή που με Μπογκάρντε, Ζέντεν και Χεσπ γέλαγε μαζί της ο κόσμος, τον καιρό της βεντέντας Φαν Χάαλ - Ριβάλντο, ενώ λόγω δουλειάς ασχολούμουν καθημερινά μαζί της στην εποχή του Φρανκ Ράικαρντ και ακολούθως του Πεπ Γκουαρδιόλα.

Είχα την… ατυχία μάλιστα να την δω live στο «Καμπ Νόου» στη χειρότερη σεζόν της την τελευταία δεκαετία. Τότε, που τερμάτισε στο -18 από τη Ρεάλ του Μπερντ Σούστερ (2007/08), έχοντας χαντακωθεί από την αδυναμία του Ράικαρντ να ελέγξει τα αποδυτήρια και να πληρώσει τελικά με τη θέση του τη διαμάχη των δύο «υπερεγώ» (Ροναλντίνιο - Ετό) που μαίνονταν στους κόλπους της ομάδας. Ήταν η τελευταία σεζόν του Ολλανδού στον πάγκο και ήταν τόσο αποτυχημένη, που ο διάδοχός του πήρε την εντολή να χτίσει εν λευκώ τη νέα Μπαρτσελόνα.

Στην πρώτη συνέντευξή του ως τεχνικός της Μπάρτσα, ο νεόκοπος τότε Πεπ Γκουαρδιόλα, είχε δηλώσει αξέχαστα, με το θράσος που θα τον αναδείκνυε, όχι πολύ καιρό αργότερα, ως ηγέτη πρότυπης λειτουργίας ενός ποδοσφαιρικού οργανισμού, ότι «οι Ροναλντίνιο, Ετό και Ντέκο δεν έχουν καμία θέση στην ομάδα» (ασχέτως αν με τον Καμερουνέζο έβαλε νερό στο κρασί του και τον κράτησε για ένα χρόνο).

Μετά το total football του Πεπ, ο συγχωρεμένος Τίτο Βιλανόβα κράτησε σε ένα πολύ καλό επίπεδο την ομάδα (έως ότου νοσήσει), η οποία ανέκτησε τα πρωτεία μετά την παρένθεση της Ρεάλ τη σεζόν 2011/12. Ακολούθησε η μίζερη σεζόν με τον Τάτα Μαρτίνο, οπότε και η Μπάρτσα πραγματοποίησε ορισμένες πολύ κακές εμφανίσεις. Όσο… χαμηλά όμως και αν έπεσε, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με το δράμα του «Ανοέτα». Αν όντως τα… κόκαλα των νεκρών τρίζουν με τη «βλασφημία» των εν ζωή στο όνομα τους, αυτά του Γιόχαν Κρόιφ θα ακούστηκαν έως τις Πύλες του παραδείσου.

Οι «μπλαουγκράνα» πήγαν εκεί υποψιασμένοι από το κάκιστο σερί σε αυτό το γήπεδο (0-2-5) και την εντυπωσιακή φετινή πορεία της γηπεδούχου. Στο τέλος της μέρας ο τίτλος θα μπορούσε να είναι «boring, boring Barca». Τα καταλανικά Μ.Μ.Ε. προτίμησαν το «θαύμα στο Ανοέτα». Για το... κατόρθωμα της να πάρει ισοπαλία.  

Στο 40ό λεπτό η στατιστική του αγώνα «έγραφε» μεταξύ άλλων 8-0 τελικές προσπάθειες και 7-0 κόρνερ. Μην μπερδεύεστε, υπέρ της Σοσιεδάδ φυσικά. Στο 53’ οι Βάσκοι πήραν αυτό που άξιζαν, ανοίγοντας το σκορ, αλλά στο 59’ η Μπαρτσελόνα ισοφάρισε με το μοναδικό σωστό συνδυασμό έως εκείνο το χρονικό σημείο. Και εκεί που υπέθετες ότι η ισοφάριση θα αφυπνίσει την πρωταθλήτρια και θα γυρίσει τούμπα η ροή του ματς, θυμήθηκες ότι εχθρός του κακού είναι το χειρότερο. Το τελευταίο ημίωρο συνιστά το low point στη σύγχρονη ιστορία της Μπάρτσα. Ούτε στο 0-3 από την Μπάγερν στον ημιτελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013 δεν είχε πιάσει τέτοιο πάτο. Και φυσικά άλλο Σοσιεδάδ και άλλο η υπερηχητική Μπάγερν εκείνης της σεζόν.

Από το 1-1 και έπειτα η ομάδα που έμοιαζε με… Μπαρτσελόνα είχε δύο δοκάρια, ένα κακώς ακυρωθέν γκολ και άλλες δύο κλασικές ευκαιρίες, παίζοντας στο μισό γήπεδο την original. Τακτικά η ανασταλτική λειτουργία θύμιζε σκορποχώρι εποχών… Ουίνστον Μπογκάρντε. Ανύπαρκτος συντονισμός στην κάλυψη χώρων, τρεξίματα στο πουθενά και βόηθα Παναγιά για να μη γίνει η σωστή τελική πάσα από την αντίπαλο. Νόμιζες ότι έβλεπες άνδρες κόντρα σε σχολιαρόπαιδα. Για την Μπάρτσα έμοιαζε επιτυχία να κερδίσει 1/10 προσωπικές μονομαχίες.

Όχι ότι επιθετικά ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα. Ο Λουίς Ενρίκε παραδέχτηκε μετά το τέλος του ματς ότι «ήταν η χειρότερη εμφάνιση επί των ημερών μου, αδυνατούσαμε να αλλάξουμε 5η πάσα». Ήταν σα να ευλογούσε τα γένια του, η 5η πάσα έμοιαζε αυτοσκοπός, συνήθως οι παίκτες του σταματούσαν στην τρίτη. Και φυσικά δεν ήταν απλώς η χειρότερη εμφάνιση επί των ημερών του, αλλά... όλων των ημερών από την εποχή Γκουαρδιόλα και έπειτα.  

Ο Λουίς Ενρίκε ξόδεψε 122 εκατ. ευρώ το καλοκαίρι για να μην έχει έναν κανονικό δεξιό μπακ (τέτοιος βαφτίστηκε ο εξαιρετικά φιλότιμος, αλλά ανεπαρκής επιθετικά Σέρτζι Ρομπέρτο) και ένα ικανό back up σε περίπτωση που απουσιάσει κάποιος από τους Μέσι, Νεϊμάρ, Σουάρες ή Ινιέστα. Ο Αντρέ Γκόμες κόστισε 35 εκατ. ευρώ και ο Πάμπλο Αλκάθερ 30, αλλά δεν μπορούν να δώσουν λύσεις σε αυτό το επίπεδο. Η συνεισφορά τους έως τώρα είναι αθροιστικά… μία ασίστ. Ειδικά ο πρώτος δείχνει «σοκαρισμένος» που φοράει μια τόσο βαριά φανέλα.

Την αποστολή που ταξίδεψε στο Σαν Σεμπαστιάν πλαισίωναν μόνο έξι παίκτες από το φυτώριο, τη στιγμή που στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2011 η Μπάρτσα είχε εφτά μόνο στη βασική ενδεκάδα. Με ένα τρεμπλ και ένα νταμπλ σε μια διετία, ο Λουίς Ενρίκε παραμένει υπεράνω πάσης υποψίας, είναι όμως φανερό ότι το «πνεύμα της Μασία» ψυχορραγεί επί των ημερών του. Αν δεν είναι ήδη ενταφιασμένο...

Την ώρα που ο Πέδρο βάζει την υπογραφή του στο τρομερό come back της Τσέλσι και ο Τιάγκο ηγείται στον άξονα της Μπάγερν, η Μπαρτσελόνα έχει αποσύρει την εμπιστοσύνη στα δικά της παιδιά και πληρώνει αδρά χωρίς καν να αποκτά παίκτες αξίας του βεληνεκούς της. Και η αγωνιστική φιλοσοφία όμως, που εισήγαγε στο club ο Γιόχαν Κρόιφ και εξέλιξε ο Πεπ Γκουαρδιόλα, λάμπει πια στο χορτάρι διά της απουσίας της. Το τίκι-τάκα αποτελεί έτσι και αλλιώς καιρό τώρα παρελθόν και τις βραδιές που (όπως καλή ώρα) απουσιάζει ο Ινιέστα δεν έχει απομείνει τίποτα να το θυμίζει. Η (δια ροπάλου απαγορευμένη την εποχή του Πεπ) σέντρα πηγαίνει πλέον σύννεφο και η εξάρτηση από την ατομική ποιότητα και τα κέφια του MSN είναι σχεδόν καθολική.

Η ανασταλτική λειτουργία δε, αποτελεί κακέκτυπο εκείνης που διέπρεψε με τον κανόνα των «έξι δευτερολέπτων». Σε αυτό το διάστημα η ομάδα έπρεπε να ανακτήσει την κατοχή της μπάλας (και αν δεν το πετύχαινε εντός αυτού του χρονικού ορίου ακολουθούσε η σύμπτυξη σε αμυντική διάταξη), για αυτό και όταν την έχανε έβγαζε αυτή την ένταση στο πρέσινγκ, με τρεις και τέσσερις παίκτες πάνω στον αντίπαλο που την είχε. Σαφώς και είναι επιλογή του προπονητή να κρατάει πια πιο πίσω τις γραμμές και να αξιοποιεί τους κενούς χώρους, αλλά όταν δεν το «έχεις» στην προπόνηση δεν θα το έχεις ούτε την ώρα που θα το χρειαστείς.

Το καλό passing game, η επιθετική άμυνα, η ισορροπία και η ένταση σε άμυνα και επίθεση είναι πλέον ζητούμενα ακόμα και στις καλές βραδιές της Μπαρτσελόνα. Το ερχόμενο Σάββατο θα τα χρειαστεί όλα αυτά μαζί προκειμένου η Ρεάλ να μην τελειώσει το πρωτάθλημα μέσα στο «Καμπ Νόου» από Νοέμβρη μήνα. Μπορεί να είναι πολύ νωρίς και η Ρεάλ να μην βρίσκεται (επίσης) στα καλύτερα της, αλλά με την εικόνα που έχει η Μπάρτσα, μοιάζει εξαιρετικά δύσκολο να βρει κουράγιο αν η διαφορά φτάσει στο -9.

Ακόμα και στο τρίποντο να πέσει όμως, η Μπαρτσελόνα χρειάζεται ένα «ηλεκτροσόκ», μια δραστική αναθεώρηση αρχών και ιδεών προκειμένου να αντέξει στον ανταγωνισμό. Διότι αυτή που εμφανίστηκε στο Σαν Σεμπαστιάν, όχι πρωτάθλημα και Τσάμπιονς Λιγκ δεν μπορεί να διεκδικήσει, αλλά ούτε καν ένα επουράνιο βλέμμα εξιλέωσης από τον Γιόχαν Κρόιφ...