Έχει εξήγηση η επίσκεψη Δημήτρη Μελισσανίδη στα Σπάτα και τα «ξεχεστήρια» στους παίκτες. Όπως και η απόφαση να αποχωρήσει ο Αραβίδης. Ακόμα και η οργίλη απάντηση στον Λέσκοτ και τους εκπροσώπους του εξηγείται εύκολα, ακόμα κι αν τον «χανό» αυτόν δεν τον προκάλεσε η ΑΕΚ αλλά ο παίκτης. Όπως είχε εξήγηση το «γκάζι» και το πρόστιμο στον Ιμπάρμπο για τη χαμογελαστή σέλφι με τον Πάρντο και τους χορούς το βράδυ πριν το ντέρμπι. Όταν η – εκάστοτε – ομάδα πάει καλά, όλα συγχωρούνται κι όλα μοιάζουν χαριτωμένα, όταν όμως η ομάδα δεν τα πάει καλά, όλα «ποινικοποιούνται».

Είναι μεγάλη η κουβέντα για το αν πρέπει, αν «έχει δικαίωμα», αν «κάνει καλό» να πηγαίνει ένας ιδιοκτήτης/ Πρόεδρος ομάδας, και να χώνει τα λεγόμενα «Προεδρικά γκάζια» στο ποδοσφαιρικό τμήμα, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Άλλοι συμφωνούν, άλλοι διαφωνούν, σε κάποιους δεν θυμίζει και πολύ «Ευρώπη», αλλά οι τελευταίοι μάλλον ξεχνούν ότι μπορεί να ανήκουμε γεωγραφικά στη Δύση, αλλά σε επίπεδο νοοτροπίας και συμπεριφοράς λειτουργούμε εντελώς διαφορετικά: πώς απαιτείς από τον Πρόεδρο να είναι κυριλέ και πολιτισμένος, όταν εσύ ο οπαδός τα σπας σε κάθε ευκαιρία, πετάς αντικείμενα, μπουκάρεις στον αγωνιστικό χώρο και σημαδεύεις κόσμο με πιστόλι φωτοβολίδων; Για ποιον ποδοσφαιρικό πολιτισμό να μιλήσει κανείς, όταν εμείς οι δημοσιογράφοι πετάμε αναμμένα στουπιά κάθε τρεις και λίγο και φουντώνουμε μια φωτιά που δεν λέει να σβήσει εδώ και χρόνια; Σε αυτό το πλαίσιο, η προεδρική επίσκεψη είναι απόλυτα συμβατή με την ποδοσφαιρική μας κουλτούρα (και με την κουλτούρα μας γενικότερα): αυτοί είμαστε, έτσι λειτουργούμε, θέλουμε να πέφτει «βούρδουλας», θέλουμε τον Πρόεδρο να κάνει επίδειξη ισχύος, να απειλεί ότι θα τους διώξει όλους, ότι θα ρίξει πρόστιμο, να τον ακούει να λέει «θα σέβεστε τον κόσμο που πληρώνει από το υστέρημά του» και άλλα τέτοια ωραία.

Το πώς θα το κάνει ο κάθε Πρόεδρος, είναι θέμα του προσωπικού στιλ και της αισθητικής του, του χαρακτήρα του και του ταμπεραμέντου του. Από τον «Καπετάνιο» μέχρι τον Κόκκαλη κι από τον Μάκη Ψωμιάδη μέχρι τον Κούγια, από τον Βαγγέλη Μαρινάκη μέχρι τον Μελισσανίδη κι από τον Νικόλα Πατέρα μέχρι τον Γιάννη Αλαφούζο, τα παραδείγματα είναι πολλά κι οι συμπεριφορές διαφορετικές. Όλοι ή σχεδόν όλοι οι ιδιοκτήτες/ Πρόεδροι έκαναν τις βόλτες τους από το προπονητικό κέντρο, σχεδόν πάντα όχι «για καλό», αλλά ο καθένας επέλεγε με διαφορετικά κριτήρια τον τρόπο με τον οποίον θα πέρναγε το μήνυμά του. Με φωνή; Με απειλές; Με επίκληση στο φιλότιμο; Με εμψυχωτικά λόγια; Είπαμε, είναι θέμα αισθητικής και στιλ του καθενός.

Κοινός παρανομαστής, παραμένει το αν η ομάδα πάει καλά ή όχι. Αν πάει καλά, «συγχωρούνται» και τα ξενύχτια στα μπουζούκια και οι σέλφι και η αργοπορία σε μια προπόνηση και μια κουβέντα παραπάνω που μπορεί να πει ένας παίκτης σε έναν συμπαίκτη του ή στον προπονητή του. Αν η αγωνιστική εικόνα δεν είναι καλή, αν η ομάδα δεν κερδίζει, τότε οι παίκτες «οφείλουν» να είναι πολύ προσεκτικοί σε ό,τι έχει να κάνει με τη δημόσια εικόνα τους: μπορείς να είσαι στα μπουζούκια μετά από μια μεγάλη νίκη, αλλά «απαγορεύεται» να κάνεις το ίδιο μετά από μια βαριά ήττα – δείχνει σαν να μην σε νοιάζει, σαν να μην σε αγγίζει, σαν να μην στενοχωριέσαι. Κι όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, κάποιος πρέπει να την πληρώνει. Συνήθως είναι ο προπονητής, αλλά αν έχεις αλλάξει ήδη τον προπονητή πριν λίγο καιρό ή αν έχεις αποφασίσει να τον στηρίξεις μέχρι τελευταίας ρανίδας, τότε θα την πληρώσει κάποιος παίκτης ή κάποιοι παίκτες. Ωραίο και επικολυρικό το «θα σας διώξω όλους» ή «θα φύγετε οι μισοί», αλλά επειδή πρακτικά είναι σχεδόν αδύνατον και να σπάσεις μια ντουζίνα συμβόλαια και να φέρεις άλλους τόσους παίκτες «αύριο το πρωί», περνάς μια χαρά το μήνυμα σε όλους «θυσιάζοντας» έναν ή τιμωρώντας παραδειγματικά έναν. Αυτός ο ένας που θα φύγει μπορεί να λέγεται Αραβίδης, ο άλλος μπορεί να λέγεται Ιμπάρμπο. Μπορεί να είναι σε μια άλλη περίπτωση ο Φορτούνης ή ο Μανιάτης, μπορεί να είναι για άλλους λόγους ο Τζιόλης, ο Κάτσε ή ο Κλάους Αθανασιάδης. Ακόμα όμως κι αν οι λόγοι ποικίλους ή διαφέρουν, η κίνηση έχει τον ίδιο συμβολισμό: δείτε τι έπαθε ο τάδε και παραδειγματιστείτε, βάλτε μυαλό και έχετε τον νου σας να μην κάνετε τα ίδια, αν δεν θέλετε να πάθετε τα ίδια.

Μόνο «αντίδοτο», οι νίκες, ει δυνατόν μαζί με ωραία μπάλα. Μπορούν τα «Προεδρικά γκάζια», η περιθωριοποίηση, η αποπομπή ενός παίκτη ή η παραδειγματική του τιμωρία να είναι ένα ηλεκτροσόκ ικανό να ξαναφέρει σφυγμό στην ομάδα; Συνήθως δεν λειτουργεί ή ακόμα κι αν λειτουργήσει, τα οφέλη είναι πρόσκαιρα. Συνήθως η κακή εικόνα είναι αποτέλεσμα ανεπαρκούς σχεδιασμού ή ακατάλληλου προπονητή, που δεν μπορεί να διαχειριστεί και να αξιοποιήσει το ρόστερ του, που δεν εμπνέει σεβασμό κι εμπιστοσύνη κι έχει «χάσει τα αποδυτήρια». Αλλά όταν είσαι στη μέση της σεζόν και το πράγμα πάει από το κακό στο χειρότερο, τι άλλο να κάνεις εκτός από «γκάζια»; Να περιμένεις να τελειώσει η χρονιά για να κάνεις ταμείο, χωρίς κανενός είδους αντίδραση; Είναι κι αυτό, μια κάποια λύση...