Δεν μπορούμε να συγκρατηθούμε. Πρέπει να το κάνουμε. Όπως έλεγε και ο υποκόμης Ντε Βαλμόν (Τζον Μάλκοβιτς) στην μαντάμ Ντε Τουρβέλ (Μισέλ Φάιφερ) στο Dangerous Liaisons «It’s beyond my control».

Γράφει ο Γιάννης Τσαούσης

Έχω την αίσθηση ότι το πρόβλημα με την ακατανίκητη επιθυμία μας να διορθώνουμε τους άλλους στο ίντερνετ όταν είναι ή έχουν κάνει «λάθος», έχει τις ρίζες του σε μια παλιακού τύπου ηθική που βρίσκεται στην καρδιά του DNA μας και μας κάνει να πιστεύουμε ότι η από μέρους μας παρέμβαση θα αποκαταστήσει άμεσα τη συμπαντική ισορροπία και άρα η παραπληροφόρηση/«το κακό» δεν θα θριαμβεύσει.

Την έξη μας αυτή είναι βέβαιο ότι τροφοδοτεί με ατελείωτα καυσόξυλα και ο ρομαντισμός. Ο απλoϊκός αυτός ρομαντισμός που μας θέλει σταυροφόρους σε μια σταυροφορία που διεξάγεται μόνο μέσα στο κεφάλι μας. Σ’ αυτή την -αμιγώς φαντασιακή- κατάσταση βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή του αγώνα κρατώντας το λάβαρο στα χέρια, με ιερό χρέος να ισιώσουμε όλα τα στραβωμένα κάδρα, να βάλουμε όλα τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση ή τουλάχιστον όσα «ξεστρατισμένα» υποπέσουν στην αντίληψή μας.

Για κάποιους κατ’ επανάληψιν «διορθωτές του ίντερνετ» σίγουρα παίζει ρόλο και ο χαρακτήρας. Είναι απίθανο λ.χ. στη ζωή σου να είσαι από μικρός ο καπετάν-φασαρίας ή/και ο πιο φωνακλάς και βροντώδης στην παρέα σου ή/και το επίκεντρο της προσοχής σε παιχνίδια τύπου Trivial Pursuit, όπου εντυπωσίαζες με τις γνώσεις σου, και να είσαι σιωπηλός στο ίντερνετ. Όχι κύριοι, δεν γίνεται να μείνετε απαθείς και προπάντων άπραγοι μπροστά στα σχόλια-ανοσιουργήματα που ποστάρονται μπροστά στα μάτια σας. Καταλαβαίνω, είναι βαρύ. Οφείλετε στον εαυτό σας να επέμβετε και να αποκαταστήσετε την τάξη, την αλήθεια, την αξιοπιστία.

Υπάρχουν και κάποιοι που πραγματικά δεν μπορούν να κοιμηθούν το βράδυ αν δεν έχουν λύσει όλα τα ιντερνετικά τους ζητήματα. Μαζοχισμός; Ψυχαναγκασμός; Εμμονή; Βίτσιο; Έχει σημασία; Αγαπούν την τάξη κι αυτό δεν γνωρίζει σύνορα. Κάποιος θα έλεγε πιθανώς ότι είναι απόγονοι ή συνεχιστές των «grammar Nazis» αλλά αποκλείεται να έβγαζε άκρη, καθώς αυτό δεν είναι ντιμπέιτ που μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές και οριστικό συμπέρασμα. Ειδικά όταν στη ζυγαριά μπαίνουν δίπολα όπως «λάθος-σωστό» και «δίκιο-άδικο», που στην αρένα του χώρου σχολίων των social media ελάχιστη σημασία έχουν μπροστά στη χαρά του κανιβαλισμού του οποιουδήποτε άλλου ως αυτοσκοπού.

Μα, ακούω την ηχώ της σύνεσης, είναι δυνατόν ν’ απουσιάζει εντελώς η λογική από αυτή την κενή νοήματος διαδικασία; Είναι δυνατόν να εξακολουθείς να «διορθώνεις» με τον ίδιο ζήλο όταν το μόνο που εισπράττεις σε αντάλλαγμα είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων αδιαφορία και στη χειρότερη μπινελίκια και καυγά, αλλά ουδέποτε ή σπάνια την ικανοποίηση ότι έπιασε τόπο αυτό που κάνεις; Είναι. Και ίσως εκεί να έβρισκε και ο Προυστ το μυστικό του χαμένου χρόνου που αναζητούσε το 1913 στο διάσημο μυθιστόρημά του. Στον χρόνο που σε ηδονίζει να τον ξοδεύεις άσκοπα, παρότι γνωρίζεις ότι ο μεγάλος εγωισμός οποιουδήποτε δεχτεί παρατήρηση θα σε καταπιεί αμάσητο πριν καν πατήσεις το enter.