gabriel-garcia-marquez-afierwma-thanatos-570

Στο χωριό Μακόντο στο σπίτι των Μπουενδίας υπήρχε ένα δωμάτιο όπου ζούσαν τα τελευταία τους χρόνια ο Μελκίαδες, ο Χοσέ Αρκάδιο κι ο Αουρελιάνο Μπουενδία. Το δωμάτιο αυτό λειτούργησε ως η πύλη με τον Κοσμικό Χρόνο που ευαγγελιζόταν ο Μάρκες. Από χθες το βράδυ που άφησε την τελευταία του πνοή, ο συγγραφέας που σημάδεψε το ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού θα περάσει την υπόλοιπη αιωνιότητα στο Μακόντο του και στο Μακόντο κάθε αναγνώστη που μέσα από τα βιβλία του έσκαψε περισσότερο την ψυχή του.

Από τον Στέργιο Πουλερέ

Ο Γκάμπο γεννήθηκε στην Αράκατακα της Κολομβίας το βράδυ της 6ης Μαρτίου του 1927 από τον Γκαμπριέλ Ελίχιο Γκαρσία και την Λουίζα Σαντιάγα Μάρκες.

Οι άνθρωποι όμως που τον σημάδεψαν ήταν ο παππούς του Νίκολας Ρικάρδο Μεχία και η γιαγιά του Ντόνια Τρανκιλίνα Ιγουαράν. Δύο φιγούρες που χρησιμοποίησε ως ήρωες στα 100 χρόνια μοναξιάς, τον παππού καθ΄ιδιότητα, στρατηγός ων και τη γιαγιά κατ΄όνομα με την Ούρσουλα Ιγουαράν να είναι η κεντρική μορφή και συνεκτικός κρίκος των γενεών.

Από μικρός είχε πάθος με το γράψιμο και σε ηλικία 21 ετών άρχισε να αρθρογραφεί στην El Universal, εφημερίδα της Καρταχένα, και στην El Heraldo της Μπαρανκίγια.

Στις 8 Δεκεμβρίου θα τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ για το 100 Χρόνια Μοναξιάς, ενώ το 1985 θα γράψει άλλο ένα μυθιστορηματικό αριστούργημα, το Έρωτας Στα Χρόνια της Χολέρας, όπου οι φυσιογνωμίες των γονέων του είναι έντονες.

Και τα δύο αυτά βιβλία του ερείδονται το ρεύμα που έμελλε να εισαγάγει εκείνος στη λογοτεχνία και να το ταξιδέψει στην οικουμένη: μαγικός ρεαλισμός. Ο μαγικός ρεαλισμός ήταν στην ουσία η διαπλοκή στοιχείων της καθημερινότητας με στοιχεία υπερβατικά και έξω από την ύλη του σώματος και του κόσμου. Πρόκειται για την «ανάμειξη και αντιπαράθεση του ρεαλιστικού στοιχείου με το φανταστικό, τις παράξενες και επιδέξιες μεταβολές του χρόνου, την περίπλοκη και λαβυρινθώδη αφήγηση και πλοκή, τη χρήση ετερόκλητων ονείρων, μύθων και παραμυθιών, εξπρεσιονιστικών ή ακόμη και υπερρεαλιστικών περιγραφών, τη μυστικιστική πολυμάθεια και το αίσθημα της έκπληξης, του απότομου σοκ, του φοβικού και του ανεξήγητου» όπως ορίζει το Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων.

gabriel-garcia-marquez-570

Άλλο σταθερό μοτίβο στα έργα του είναι το Μακόντο ένας χώρος-άχωρος που έχει ως αρχή την Αρακατάκα, αλλά πηγαίνει πέρα από αυτή και γίνεται μια κατάσταση του μυαλού. Μια νοητική σύνδεση με το χώμα, το έδαφος, το σπίτι, τα όρια του τόπου και ταυτόχρονα μια υπέρβαση αυτών στο ταξίδι προς την Κοσμική κίνηση.

Το 1999 ο Μάρκες διαγιγνώσκεται με καρκίνο στους λεμφαδένες και αυτή του η μάχη του ρουφάει δύναμη και έμπνευση από το συγγραφικό του έργο με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλα διαστήματα παύσεων στη γραφή του. Μέχρι το φινάλε του τον ταλαιπώρησε αρκετά, αλλά κατάφερε να έχει πολλά χρόνια πνευματικής διαύγειας μέχρι το 2010, όταν και το Αλτσχάιμερ έκανε την εμφάνιση του.

Επειδή σε τέτοιες περιπτώσεις τα λόγια δεν είναι παρά ξύλα κούφια που τα λυσσομανά ο άνεμος, ακολουθεί η επιστολή του ιδίου στους φίλους του όταν έμαθε για την αρρώστια του και ένα μικρό κείμενο, που εμπνεύστηκε κάποιος όταν «γνώρισε» τον Μάρκες για πρώτη φορά.

«Αν ο Θεός ξεχνούσε για μία στιγμή ότι είμαι μία μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά ασφαλώς θα σκεφτόμουν όλα αυτά πού λέω εδώ.

Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν, αλλά γι' αυτό που σημαίνουν.

Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, διότι για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.

Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στ' άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρυά μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο πουκατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά.

Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αἰχμαλωτίζει για πάντα. Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί.

Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σε αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι.

Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ' αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου.

Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν ἡ τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σου ’δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά, για να σου δώσω κι άλλα.

Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν ἡ τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά.

Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα «σ’ αγαπώ» και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.

Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ’θελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος.

Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς.

Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, καν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μία τελευταία τους επιθυμία.

Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις «συγνώμη», «συγχώρεσέ με», «σε παρακαλώ», «ευχαριστώ», κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.

Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.»

ΖΩ-ΤΟΠΙΑ

-Σάμπως ο χώρος και χρόνος που είμαστε δεν ήσαν κάποτε ουτοπία; Ήταν…-Και τι απέγινε αυτή η ουτοπία; -Μα, κατέληξε ζωή. Ο τόπος και η στιγμή έγιναν μνήμη και η ουτοπία έχασε την άρνησή της. Έγινε τόπος. Σκέτος. -Άρα τι αναζητούμε; -Τον τόπο- Μα, ο τόπος είναι εδώ. -Τότε, ίσως, εμείς δεν είμαστε εδώ. -Άρα αναζητούμε εμάς. Ναι άλλα εγώ με πιάνω, με νιώθω…πως γίνεται να με ψάχνω; -Και τι πιάνεις ακριβώς; -Το δέρμα μου, τα μαλλιά μου, τα νύχια μου, τα…

-Την ψυχή σου την αγγίζεις; -Μα, δε γίνεται να την αγγίξω, εκτός και αν πεθάνω.-Μα, όταν πεθάνεις δε θα υπάρχει χέρι να την ψηλαφίσει, στόμα να τη γευτεί, μάτι να την αντικρύσει.- Τότε δεν υπάρχει τρόπος να έρθουμε σε επαφή με την ψυχή. Για στάσου…και όταν κοιμόμαστε; -Τι όταν κοιμόμαστε;- Όταν κοιμόμαστε κλείνουμε τα μάτια μας και τα βλέφαρα κατεβαίνουν. Όταν κοιμόμαστε τα μάτια παύουν να λειτουργούν;-Όχι, βέβαια…τα μάτια δεν είναι κάποιου είδους πρίζα που την αποσυνδέουμε τη νύχτα. Τα μάτια πάντα λειτουργούν. Απλώς…-Απλώς τι; -Απλώς, τη νύχτα τα μάτια περιστρέφονται 360ο και κοιτούν τον εγκέφαλο. –Και ο εγκέφαλος τι σχέση έχει με την ουτοπία; -Τα μάτια κάθε βράδυ μεταφέρουν τις εικόνες που εγκλώβισαν στον αμφιβληστροειδή τους και τις ταξινομούν σε πεδία του εγκεφάλου. –Δεν καταλαβαίνω. –Αν λοιπόν, η ουτοπία είναι εγγραμμένη στη μνήμη, η οποία μνήμη είναι στον εγκέφαλο, και δε μπορούμε να την ανασύρουμε, τα μάτια δε θα την αντικρύζουν κάθε βράδυ; -Μα, τα μάτια δε βλέπουν τα όνειρα;

-Και ποια η μεγαλύτερη ουτοπία από τα όνειρα παιδί μου; Ποιο καλλίτερο σημείο για την ψυχή από τα όνειρα. Τα όνειρα είναι μια πεδιάδα που η ψυχή φωνάζει, τρέχει αδιάκοπα, βουτάει στα νερά του ποταμού-Επομένως, παππού η ουτοπία δεν είναι τόσο μακριά όσο λένε. Τη βλέπουμε κάθε βράδυ. Ναι, αλλά πως θα γίνει να τη δω και το πρωί; -Μπορείς να ονειρευτείς με τα μάτια ανοιχτά; -Όχι… -Λάθος. Μπορείς και παραμπορείς. Ξέρεις πότε πεθαίνουν τα όνειρα; -Πότε; -Το όνειρο πεθαίνει όταν έρθει η πραγματικότητα. Άλλες φορές το σπρώχνει και άλλες φορές το ρουφάει σα δίνη.-Άρα παππού, αν κάνω ένα όνειρο πραγματικότητα θα βρω την ουτοπία; -Όχι αγόρι μου…η ουτοπία δε βρίσκεται σε ένα σημείο. Είναι τεμαχισμένη. Μπορεί να τη βρεις κάτω από μια πέτρα και την ίδια στιγμή στη φυλλωσιά ενός δέντρου. Χρειάζεται να θυσιάσεις πολλά όνειρα για να την αποκτήσεις. –Ναι, αυτό θέλω. Μπορώ να βρίσκω ένα κομμάτι της κάθε βράδυ; -Απαιτείται προσοχή και υπομονή. Η βιασύνη μπορεί να αποβεί μοιραία. Η ουτοπία έχει ένα μέγεθος. Δε μπορείς να τη στριμώξεις σε ένα τόσο μικρό δέμα, όπως είναι το σώμα σου. Μικρό, όχι σε μήκος, πλάτος, ύψος. Μικρό σε βάθος.

–Δηλαδή; -Αν δεν έχεις νιώσει όλα τα συναισθήματα, δεν έχεις αποκτήσει ένα μεγάλο άϋλο σεντούκι μέσα σου για να την ενθηκεύσεις θα σε τιμωρήσει ο πιο πιστός της υπηρέτης. –Ποιος είναι παππού; -Ο Χρόνος. Ο Χρόνος, που από τη μία είναι πανδαμάτωρ και από την άλλη στυγνός εκτελεστής. Ανίκητος. Άπιαστος και άφθαστος μαζί. Κατοικεί στο βασίλειο του Κόσμου. –Εγώ θα πρέπει να φοβάμαι το χρόνο; -Αν του φερθείς άσχημα, σε αυτόν ή την αφέντρα του δεν έχεις ελπίδα να ξεφύγεις. Φρόντισε να μην τον εξαντλείς –Άμα του πω ότι τον αγαπώ, ότι θέλω να γίνουμε φίλοι; Θα με συμπαθήσει παππού; -Αν το πεις ειλικρινά τότε θα είναι με το μέρος σου. Και θα σου δώσει ένα δώρο. Μια κλεψύδρα. –Τι είναι αυτό; -Η κλεψύδρα είναι το εργαλείο του Χρόνου για να υπενθυμίζει στους ανθρώπους να ζουν.

–Κι εγώ πως θα το χρησιμοποιήσω; -Εσύ θα προσέχεις να μη σπάσει, γιατί είναι εύθραυστη. Και να θυμάσαι ότι είναι μεγάλο προνόμιο που την έχεις. Γιατί η κατοχή σημαίνει γνώση. Και η γνώση είναι το καλλίτερο δώρο που θα μπορούσε να έχει ο άνθρωπος. Είναι η ανάκληση της ουτοπίας. –Ε, τότε να γίνω φίλος με το Χρόνο και να μην τον εξαντλώ για να φτάσω στην ουτοπία. –Ναι, αλλά να θυμάσαι πως η ουτοπία δεν είναι ο προορισμός. Η συμφιλίωση με το Χρόνο είναι η διαδρομή σου. –Και η ψυχή; -Η ψυχή; -Ναι, η ψυχή. Είπες πριν ότι η ψυχή είναι στα όνειρα, άρα στην ουτοπία. Είπες ότι εμείς ψάχνουμε εμάς. –Μας ψάχνουμε. Ένας τρόπος υπάρχει να μας βρούμε. Να περπατήσουμε στο θάνατο ζώντας…»

Adios Gabo...