Διεθνή
LIVE: ΑΝΑΝΕΩΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ

Ιερουσαλήμ: Η ιερή πόλη που διχάζει

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, ξεκινώντας παράλληλα τις διαδικασίες για μεταφορά εκεί της αμερικανικής πρεσβείας από το Τελ Αβίβ, φαίνεται να βάζει... φωτιά στην περιοχή, που χρειάζεται άλλωστε μόνο μια μικρή σπίθα.

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, ξεκινώντας παράλληλα τις διαδικασίες για μεταφορά εκεί της αμερικανικής πρεσβείας από το Τελ Αβίβ, φαίνεται να βάζει... φωτιά στην περιοχή, που χρειάζεται άλλωστε μόνο μια μικρή σπίθα.

Το Ισραήλ είναι το μοναδικό εβραϊκό κράτος στον κόσμο και βρίσκεται ανατολικά της Μεσογείου. Οι Παλαιστίνιοι, ο αραβικός πληθυσμός που βρίσκεται στη γη που σήμερα ελέγχεται από το Ισραήλ, αναφέρεται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο ως Παλαιστίνη και θα ήθελαν -ιδανικά- να εγκαθιδρύσουν ένα κράτος με αυτό το όνομα σε όλo το χώρο που έχουν καταλάβει οι Ισραηλινοί.

Η συγκεκριμένη σύγκρουση έχει να κάνει με το ποιος θα πάρει ποια εδάφη και πως αυτά θα ελέγχονται. Παρότι τόσο οι Εβραίοι όσο και οι Άραβες Μουσουλμάνοι χρονολογούν την παρουσία τους στα συγκεκριμένα εδάφη μερικές χιλιάδες χρόνια πίσω, η παρούσα σύγκρουση βρίσκεται σε εξέλιξη από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Οι Εβραίοι που προσπαθούσαν να αποφύγουν τις διώξεις στην Ευρώπη, θέλησαν να φτιάξουν ένα κράτος σε μια περιοχή που το αραβικό και μουσουλμανικό στοιχείο ήταν πλειοψηφία, πρώτα στην Οθωμανική και έπειτα στη Βρετανική Αυτοκρατορία. Οι Άραβες αντιστάθηκαν, θεωρώντας τη γη δικαιωματικά δική τους. Ένα πρώιμο σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών, να μοιράσει τη γη στις δυο ομάδες, απέτυχε και έτσι το Ισραήλ και τα αραβικά κράτη που το περικυκλώνουν ενεπλάκησαν σε αρκετούς πολέμους για τα συγκεκριμένα εδάφη. Το σημερινό καθεστώς της περιοχής, είναι εν πολλοίς αντανάκλαση των αποτελεσμάτων δυο πολέμων, εκείνου του 1948 και αυτού που ακολούθησε του 1967.

Εκείνος μάλιστα του 1967, είναι ιδιαίτερα σημαντικός για τη σημερινή κατάσταση καθώς το τέλος του βρήκε το Ισραήλ να ελέγχει τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας, δυο περιοχές που κατοικούνται από παλαιστινιακό πληθυσμό. Σήμερα, η Δυτική Όχθη ελέγχεται στα... χαρτιά από την Παλαιστινιακή Αρχή όμως βρίσκεται υπό ισραηλινή κατοχή. Ισραηλινά στρατεύματα που βρίσκονται στην περιοχή «επιβάλλουν την τάξη» σύμφωνα με τους ίδιους, όμως θέτουν σαφέστατα περιορισμούς στην κίνηση και τις δραστηριότητες των Παλαιστινίων, την ίδια ώρα που Ισραηλινοί έποικοι, Εβραίοι που έχτισαν κοινότητες που συνεχώς επεκτείνονται στη Δυτική Όχθη καταλαμβάνουν νέους χώρους, από τους οποίους ουσιαστικά διώχνουν τους Παλαιστινίους. Η Γάζα ελέγχεται από τη Χαμάς, ένα ισλαμιστικό κόμμα, βρίσκεται αποκλεισμένη από τους Ισραηλινούς χωρίς όμως να υπάρχει στρατιωτική παρουσία και κατοχή.

Στο επίκεντρο της λύσης της συγκεκριμένης διένεξης, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, βρίσκεται η πρόταση για δυο κράτη που θα εγκαθίδρυε ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος στη Γάζα και στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Όχθης, αφήνοντας τα υπόλοιπα εδάφη στο Ισραήλ. Παρά το γεγονός πως το σχέδιο των δυο κρατών είναι «καθαρό» στη θεωρία, οι δυο πλευρές παραμένουν βαθιά διχασμένες σχετικά με το πως θα δουλέψει στην πράξη.

Η εναλλακτική στο σχέδιο για δυο κράτη, είναι εκείνο του ενός κράτους. Οι περισσότεροι αναλυτές βέβαια πιστεύουν πως μια τέτοια λύση, θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα απ' όσα στην πραγματικότητα θα έλυνε, όμως η λύση αυτή γίνεται πιο πιθανή όσο και ο καιρός περνάει, τόσο για πολιτικούς όσο και για δημογραφικούς λόγους.

Τι είναι ο Σιωνισμός;

Πρόκειται για την εθνική ιδεολογία του Ισραήλ. Οι Σιωνιστές πιστεύουν πως ο Ιουδαϊσμός είναι εθνικότητα αλλά και θρησκεία και πως οι Εβραίοι δικαιούνται να έχουν το δικό τους κράτος στην πατρογονική γη, το Ισραήλ. Ήταν η σκέψη που έφερε τους Εβραίους πίσω στο Ισραήλ και ακριβώς η ίδια που ανησυχεί τους Άραβες και του Παλαιστίνιους σχετικά με το ισραηλίτικο κράτος.

Οι Εβραίοι συχνά αναφέρονται στην καταγωγή του έθνους τους και στα βιβλικά βασίλεια του Δαβίδ και του Σολωμόντα. Ο μοντέρνος Σιωνισμός, ξεκίνησε τον 19ο αιώνα -ακριβώς τη στιγμή που ο εθνικισμός άρχιζε την άνθισή του στην Ευρώπη. Ένας Εβραίος Αυστριακός δημοσιογράφος, ο Θίοντορ Χέρτζλ, ήταν ο πρώτος που μετέτρεψε τον εβραϊκό εθνικισμό σε ένα διεθνές κίνημα περίπου το 1896.

Ο Χερτζλ βίωσε τον βάρβαρο ευρωπαϊκό αντισημιτισμό από πρώτο χέρι, και πείστηκε πως ο εβραϊκός πληθυσμός δεν θα μπορούσε ποτέ να επιβιώσει έξω από μια δική του χώρα. Έγραψε εργασίες και οργάνωσε συσκέψεις για να προπαγανδίσει την μαζική εβραϊκή μετανάστευση από την Ευρώπη στα εδάφη που βρίσκεται σήμερα το Ισραήλ και η Παλαιστίνη. Πριν τον Χερτζλ, περίπου 20.000 Εβραίοι ζούσαν εκεί. Την περίοδο που ο Αδόλφος Χίτλερ ανέλαβε την εξουσία στη Γερμανία, ο αριθμός αυτός είχε ήδη οκταπλασιαστεί.

Παρότι όλοι οι Σιωνιστές συμφωνούν πως το Ισραήλ πρέπει να υπάρχει, διαφωνούσαν για το πως θα έπρεπε να μοιάζει η κυβέρνησή του. Σε γενικές γραμμές οι αριστεροί Σιωνιστές, που βρίσκονταν στην εξουσία μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70, ήταν διατεθειμένοι να δώσουν εδάφη που ελέγχονταν από τους Ισραηλινούς ως αντάλλαγμα για την ειρήνη με τα αραβικά κράτη, ήθελαν περισσότερη κρατική παρέμβαση στην οικονομία και προτιμούσαν μια κοσμική από μια θρησκευτική κυβέρνηση. Οι δεξιοί Σιωνιστές, οι οποίοι βρίσκονται αυτή τη στιγμή στις θέσεις ισχύος της κυβέρνησης του Ισραήλ, είναι περισσότεροι σκεπτικοί απέναντι στην απεμπόλιση εδαφών για μια συμφωνία, πιο φιλελεύθεροι στην οικονομία και αναμειγνύουν πολιτική και θρησκεία με μεγαλύτερη ευχέρεια.

Οι Άραβες και οι Παλαιστίνιοι γενικά αντιτίθενται στο Σιωνισμό, ως τον εβραϊκό χαρακτήρα του Ισραηλινού κράτους, που δίνει προνόμια στους Εβραίους. Για παράδειγμα κάθε Εβραίος, οπουδήποτε στον κόσμο μπορεί να γίνει πολίτης του Ισραήλ, ένα δικαίωμα που δεν έχει κανείς άλλος. Οι Άραβες, βλέπουν το Σιωνισμό ως μιας μορφή αποικιοκρατίας και ρατσισμού που στοχεύει να καταλάβει τη γη των Παλαιστινίων και να αποθαρρύνει τους Παλαιστίνιους από το να παραμείνουν εκεί. Μάλιστα τα αραβικά κράτη προώθησαν στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ψήφισμα με το οποίο ο Σιωνισμός καταδικάζεται ως μορφή ρατσισμού και φυλετικής διάκρισης του 1975, ψήφισμα που ακυρώθηκε 16 χρόνια αργότερα, το 1991.

Πώς το Ισραήλ συγκροτήθηκε ως κράτος;

Οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη έπεισαν πολλούς Εβραίους ότι χρειάζονταν το δικό τους κράτους, και η αρχαία τους πατρίδα έμοιαζε το σωστό μέρος για να την ιδρύσουν. Οι Ευρωπαίοι Εβραίοι – 90% του παγκόσμιου πληθυσμού των Εβραίων εκείνη την εποχή- έφτασε στα εδάφη του σημερινού Ισραήλ κυρίως λόγω της έξαρσης του αντισημιτισμού και των επακόλουθων διώξεων και έπειτα λόγω του εβραϊκού εθνικισμού.

Μεταξύ 1896 και 1948, εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι επέστρεψαν από την Ευρώπη στην υπό βρετανική κυριαρχία Παλαιστίνη, μεταξύ των οποίων μεγάλος αριθμός είχε αναγκαστεί να φύγει από την Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος.

Αρκετοί Άραβες είδαν στην ξαφνική αύξηση των Εβραίων ένα ευρωπαϊκό αποικιοκρατικό κίνημα και οι δυο κοινότητες δεν άργησαν να συγκρουστούν. Οι Βρετανοί δεν μπορούσαν να ελέγξουν τη βία και το 1947 τα Ηνωμένα Έθνη ψήφισαν υπέρ του χωρισμού των εδαφών σε δυο κράτη. Περίπου 650.000 Εβραίοι κατέλαβαν την περιοχή που χρωματίζεται με μπλε στο χάρτη, ενώ η πλειοψηφία του αραβικού πληθυσμού, σχεδόν διπλάσιος από τον εβραϊκό, κατέλαβε το πορτοκαλί κομμάτι.

Οι Εβραίοι δέχτηκαν τη συμφωνία. Οι Παλαιστίνιοι όμως που είδαν σ' αυτό το σχέδιο σαν μια προέκταση μιας χρόνιας προσπάθειας των Εβραίων να τους εκδιώξουν από τη γη τους, αντιτάχθηκαν. Τα αραβικά κράτη, Αίγυπτος, Ιορδανία, Ιράκ και Συρία κήρυξαν τον πόλεμο στο Ισραήλ, αν και όχι για να υπερασπιστούν τους Παλαιστίνιους.

Οι Ισραηλινές δυνάμεις εξουδετέρωσαν τους Παλαιστίνιους πολιτοφύλακες και τον αραβικό στρατό σε μια σύγκρουση που οδήγησε στην προσφυγιά 700.000 Παλαιστίνιους. Το διχοτομικό σχέδιο των Ηνωμένων Εθνών υποσχόταν το 56% της βρετανικής Παλαιστίνης στο εβραϊκό κράτος. Με το τέλος του πολέμου όμως, οι Ισραηλινοί είχαν ήδη στην κατοχή τους το 77%. Τα πάντα δηλαδή εκτός από τη Δυτική Όχθη και ένα κομμάτι της ανατολικής Ιερουσαλήμ που ήλεγχε η Ιορδανία, καθώς και τη Λωρίδα της Γάζας, τον έλεγχο της οποίας είχε η Αίγυπτος. Ο πόλεμος άφησε τους Ισραηλινούς με κράτος, όχι όμως και τους Παλαιστίνιους.

Τι είναι η Nakba

Ο πόλεμος του 1948 ξεσπίτωσε 700.000 Παλαιστίνιους, δημιουργώντας μια μεγάλη προσφυγική κρίση που ακόμα και σήμερα δεν έχει επουλωθεί. Οι Παλαιστίνιοι ονομάζουν αυτό το μαζικό ξεσπίτωμα Nakba, δηλαδή καταστροφή. Και τα «απόνερα» αυτής δημιουργούν ακόμα και σήμερα το σοβαρότερο πρόβλημα σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για την ειρήνη.

Απολύτως λογικά, Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί αναφέρονται στη γέννηση της παλαιστινιακής προσφυγικής κρίσης με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Οι Παλαιστίνιοι βλέπουν μια χρόνια, προμελετημένη εβραϊκή εκστρατεία εθνοκάθαρσης της Παλαιστίνης ενάντια στον αραβικό της πληθυσμό. Από την πλευρά τους οι ισραηλινοί συνήθως βρίσκουν τα αίτια της αραβικής... οπισθοχώρησης, στους αραβικούς στρατούς ή σε... ατυχήματα κατά την περίοδο του πολέμου.

Σήμερα, υπάρχουν περισσότερα από 7 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι πρόσφυγες. Δηλαδή οι ίδιοι οι άνθρωποι που μετακινήθηκαν το 1948 και οι απόγονοί τους. Μια πάγια παλαιστινιακή απαίτηση στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις είναι κάποιου είδους δικαιοσύνη γι αυτούς τους πρόσφυγες, συνήθως στη μορφή του «δικαιώματος στην επιστροφή» στα σπίτια που αυτές οι οικογένειες εγκατέλειψαν το 1948.

Το Ισραήλ σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδεχθεί το «δικαίωμα στην επιστροφή» χωρίς να απωλέσει την εβραϊκή του ταυτότητα. Κι αυτό καθώς προσθέτοντας 7 εκατομμύρια Άραβες στον ισραηλίτικο πληθυσμό, οι Εβραίοι θα μετατρέπονταν σε μειονότητα. Ο σημερινός πληθυσμός του Ισραήλ είναι περίπου 8 εκατομμύρια, συμπεριλαμβανομένων και του 1,5 εκατομμυρίου Αράβων που βρίσκονται ήδη εκεί. Έτσι οι Ισραηλινοί αρνούνται ακόμα και να σκεφτούν οποιαδήποτε τελική λύση θα περιλαμβάνει ένα τέτοιου είδους δικαίωμα.

Ένα από τα βασικά προβλήματα των διαπραγματεύσεων είναι λοιπόν, να βρεθεί ένας κοινά αποδεκτός τρόπος για να αποδοθεί δικαιοσύνη για τους πρόσφυγες. Οι λύσεις που έχουν προταθεί μέχρι στιγμής περιλαμβάνουν χρηματική αποζημίωση και περιορισμένο δικαίωμα επανεγκατάστασης στο Ισραήλ, όμως οι δυο πλευρές δεν έχουν συμφωνήσει ποτέ σε λεπτομέρειες για το πως αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει.

Η Δυτική Όχθη

Η Δυτική Όχθη είναι ένα κομμάτι γης ανατολικά του Ισραήλ. Αποτελεί το έδαφος στο οποίο ζουν περίπου 2,6 εκατομμύρια Παλαιστινίων και θα ήταν η καρδιά κάθε παλαιστινιακού κράτους. Το Ισραήλ πήρε τον έλεγχο της περιοχής το 1967 και έχει επιτρέψει τον εποικισμό από Εβραίους, ενώ οι Παλαιστίνιοι (και το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς κοινότητας) θεωρεί τα συγκεκριμένα εδάφη παράνομα κατειλημμένη παλαιστινιακή γη.

Το 1967, το Ισραήλ πολέμησε με την Αίγυπτο, τη Συρία και την Ιορδανία. Το Ισραήλ ήταν εκείνο που χτύπησε πρώτο, ισχυριζόμενο όμως πως υπήρχε σχέδιο για άμεση επίθεση της Αιγύπτου. Οι Άραβες προφανώς διαφωνούν, θεωρώντας το Ισραήλ επιτιθέμενο. Σε 6 μέρες, το Ισραήλ κατατρόπωσε τις αραβικές δυνάμεις, παίρνοντας τη Δυτική Όχθη και την ανατολική Ιερουσαλήμ από την Ιορδανία.

Το Ισραήλ διατηρεί από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών και έπειτα τον έλεγχο της περιοχής. Για αρκετούς Εβραίους, αυτά ήταν θεωρητικά εξαιρετικά νέα: Η Δυτική Όχθη ήταν η καρδιά του αρχαίου εβραϊκού κράτους. Είναι άλλωστε ο τόπος στον οποίο βρίσκονται πολλά εβραϊκά θρησκευτικά σύμβολά. Στην πράξη, ο ισραηλινός έλεγχος της Δυτικής Όχθης σημαίνει στρατιωτική διοίκηση μιας περιοχής γεμάτης Παλαιστινίους που δεν είναι ακριβώς ενθουσιασμένοι να ζουν υπό ισραηλινό έλεγχο.

Τα σύνορα μεταξύ Ισραήλ και Δυτικής Όχθης πιθανότατα θα αλλάξουν σε οποιαδήποτε συμφωνία ειρήνης. Υπάρχουν περίπου 500.000 Εβραίοι έποικοι που ζουν στη Δυτική Όχθη, πολλοί εκ των οποίων κοντά στα σύνορα με το κανονικό Ισραήλ. Σε μια λύση δυο κρατών πολλοί από αυτούς τους εποίκους θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη Δυτική Όχθη, όμως κάποια από τα εδάφη της θα αποδοθούν στο Ισραήλ εξαιτίας των εποικισμών. Σε αντάλλαγμα, το Ισραήλ θα πρέπει να δώσει κομμάτι της δικής του επικράτειας στην Παλαιστίνη. Καμία ηγεσία Ισραηλινών και Παλαιστινίων δεν έχει μέχρι στιγμής συμφωνήσει τίποτα σχετικά με τα νέα σύνορα.

Η Ιερουσαλήμ

Η Ιερουσαλήμ είναι η πόλη που σηματοδοτεί τα σύνορα μεταξύ του Ισραήλ και της Δυτικής Όχθης. Στο έδαφός της υπάρχουν μερικά από τα πιο γνωστά θρησκευτικά σύμβολα τόσο του Ιουδαϊσμό όσο και του Ισλάμ και έτσι τόσο το Ισραήλ όσο και η Παλαιστίνη την θέλουν για πρωτεύουσα. Το πως να χωριστεί δικαίως η πόλη, παραμένει από τα βασικά προβλήματα Ισραηλινών και Παλαιστινίων.

Σ' αυτήν ακριβώς τη διαμάχη ήρθε να παρέμβει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, παίρνοντας το μέρος των Ισραηλινών. Τα πρώτα 20 χρόνια της ύπαρξης του Ισραήλ, η Ιερουσαλήμ ήταν διαιρεμένη. Το Ισραήλ ήλεγχε τα κομμάτια και τα προάστιά της εντός της κόκκινης γραμμής στον χάρτη, ενώ η Ιορδανία ο,τιδήποτε βρίσκεται έξω από αυτή.

Η Ιορδανία ήλεγχε μια περιοχή στην οποία βρίσκεται και το Δυτικό Τείχος, τα απομεινάρια ενός αρχαίου εβραϊκού ναού και ένα από τα ιερότερα σύμβολα του Ιουδαϊσμού. Εκεί όμως βρίσκονται και δυο από τα πιο γνωστά σύμβολα του Ισλάμ. Όσο τον έλεγχο της περιοχής είχε η Ιορδανία, απαγορευόταν στους ισραηλίτες Εβραίους η προσευχή στην περιοχή. Όμως μετά τον πόλεμο του 1967, το Ισραήλ κατέλαβε τα εδάφη.

Το Ισραήλ αποκαλεί την Ιερουσαλήμ την αδιαίρετη πρωτεύουσά του, όμως σχεδόν καμία χώρα δεν την αναγνωρίζει ως τέτοια. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ θεωρεί την κατάληψη της ανατολικής Ιερουσαλήμ καταστρατήγηση του Διεθνούς Δικαίου και ζητά να βρεθεί συμβιβαστική λύση.

Ακόμα και οι ΗΠΑ αρνούνταν επίμονα να αναγνωρίσουν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, θεωρώντας πως μια επίσημη αναγνώριση θα μπορούσε (όπως φαίνεται ότι κάνει) να ανάψει τη σπίθα μιας μεγάλης «φωτιάς» στην περιοχή και να υποσκάψει ανεπανόρθωτα τον διαμεσολαβητικό ρόλο των ΗΠΑ ανάμεσα σε Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους. Ο πρόεδρος Τραμπ, αποφάσισε να αλλάξει αυτή την πάγια αμερικανική θέση. Η νέα αμερικανική πολιτική αναγνωρίζει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ και ξεκινά τις διαδικασίες μεταφοράς της πρεσβείας. Ακόμα κι έτσι όμως οι διαπραγματεύσεις αν και όταν αυτές γίνουν μένει να αποφασίσουν ποια κομμάτια της πόλης θα αποδοθούν οριστικά στο Ισραήλ και ποια θα δοθούν στην Παλαιστίνη στο πλαίσιο μιας συμφωνίας ειρήνης.

Υποθέτοντας πως η απόφαση του Τραμπ δεν θα εκτροχιάσει οριστικά την ειρηνευτική διαδικασία, υπάρχουν ακόμα πολλά πρακτικά ζητήματα, όπως η πρόσβαση Παλαιστινίων και Ισραηλινών στους θρησκευτικούς τους χώρους, αλλά και ο εποικισμός της περιοχής από μεγάλους αριθμούς Εβραίων. Οι Εβραίοι αποτελούν πλέον τα 2/3 του πληθυσμού της πόλης:

Η Γάζα

Πρόκειται για πυκνοκατοικημένο κομμάτι γης που περικλείεται από το Ισραήλ ενώ κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από Παλαιστίνιους. Το Ισραήλ είχε μέχρι πρόσφατα και στρατιωτική παρουσία, την οποία απέσυρε μονομερώς το 2005. Το Ισραήλ διατηρεί τον αποκλεισμό στην περιοχή.

Οι σποραδικές επιθέσεις με ρουκέτες από την περιοχή κατά του Ισραήλ από την εποχή που το τελευταίο απέσυρε τα στρατεύματά του, έχει σκληρύνει την στάση κάποιον σκληροπυρηνικών στο εβραϊκό κράτος. Αυτοί υποστηρίζουν πως το παλαιστινιακό κράτος όποτε και αν ιδρυθεί θα αποτελέσει ορμητήριο για επιθέσεις ενάντια στο Ισραήλ.

Η Αίγυπτος ήλεγχε τη Γάζα ως το 1967, όταν το Ισραήλ την κατέλαβε (όπως και τη Δυτική Όχθη) κατά τον πόλεμο των 6 ημερών. Μέχρι το 2005, οι ισραηλινές στρατιωτικές αρχές ήλεγχαν τη Γάζα με τον ίδιο τρόπο που ήλεγχαν και τη Δυτική Όχθη, ενώ ο εβραϊκός πληθυσμός μπορούσε να εποικίσει την περιοχή. Το 2005, ο τότε Ισραηλινός πρωθυπουργός, Αριέλ Σαρόν απέσυρε τα στρατεύματα και τους εποίκους μονομερώς.

Η Γάζα ελέγχεται πλέον από τη Χαμάς, η οποία σχηματίστηκε το 1987 ως στρατιωτική αντιστασιακή ομάδα ενάντια στο Ισραήλ, ενώ πήρε την εξουσία το 2006 σε εκλογές. Η νίκη της Χαμάς στη Γάζα, σήμανε τον αποκλεισμό της περιοχής εκ μέρους του Ισραήλ. Το Ισραήλ έχει επιβάλλει εμπάργο στην περιοχή με αποτέλεσμα τα αγαθά να μην φτάνουν στη Γάζα. Κατά καιρούς χαλαρώνει τους όρους όμως ο αποκλεισμός έχει ως αποτέλεσμα την αποκοπή μεγάλου μέρους του πληθυσμού, από ηλεκτρικό, τρόφιμα και φάρμακα.

Η Χαμάς πραγματοποιεί κατά καιρούς επιθέσεις με ρουκέτες κατά Ισραηλινών στόχων, ενώ το Ισραήλ έχει απαντήσει με στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα, μεταξύ των οποίων αεροπορικές επιδρομές και εισβολή στα τέλη του 2008 και τις αρχές του 2009, έναν σημαντικό βομβαρδισμό το 2012 και μια ακόμα επίθεση από αέρος και από εδάφους το καλοκαίρι του 2014.

Οι εποικισμοί και η σημασία τους

Οι έποικοι είναι κοινότητες Εβραίων που μετακομίζουν στη Δυτική Όχθη από όταν αυτή πέρασε υπό ισραηλινή κατοχή το 1967. Κάποιοι από τους εποίκους μετακομίζουν εκεί λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, κάποιοι επειδή θέλουν τα εδάφη αυτά να θεωρηθούν ισραηλινά και κάποιοι άλλοι επειδή η στέγη εκεί είναι φθηνότερη και επιδοτούμενη. Οι εποικισμοί θεωρούνται γενικά και όχι άδικα τροχοπέδη για την ειρήνη.

Υπάρχουν περίπου 500.000 Ισραηλινοί έποικοι, από τους οποίους περίπου 130 χιλιάδες γύρω από τη Δυτική Όχθη. Περίπου 75% των εποίκων ζουν στα σύνορα της Δυτικής Όχθης με το Ισραήλ.

Οι εποικισμοί δημιουργούν αυτό που Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι αποκαλούν «νέα δεδομένα επί του εδάφους». Οι Παλαιστινιακές κοινότητες έχουν χωριστεί και η σύνδεσή τους με τα εδάφη έχει ατονίσει, ενώ οι αντίστοιχες εβραϊκές ριζώνουν σε μια περιοχή που προορίζεται για τους Παλαιστινίους. Αυτό σημαίνει ότι τα σύνορα οποιουδήποτε μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους, αρχίζουν και... θολώνουν. Για κάποιους εκ των εποίκων, αυτό ακριβώς είναι και το ζήτημα: Θέλουν τη Δυτική Όχθη ενταγμένη στο ισραηλινό έδαφος και αυτό προσπαθούν να πετύχουν. Οι εποικισμοί και η στρατιωτική κατοχή που απαιτεί η προστασία τους, κάνει τη ζωή πραγματικά δύσκολη για τους Παλαιστίνιους. Οι Παλαιστίνιοι απαγορεύεται να κινούνται σε συγκεκριμένους δρόμους στους οποίους επιτρέπονται μόνο Ισραηλινοί (κάτι που θυμίζει καθεστώς Απαρτχαϊντ) και αναγκάζονται να περνούν από μια σειρά από σημεία ελέγχου.

Η γνώμη των νομικών, μεταξύ των οποίων και ένας του οποίου το Ισραήλ ζήτησε την άποψη το 1967, θεωρούν ότι οι εποικισμοί καταστρατηγούν την 4η σύμβαση της Γενεύης, η οποία απαγορεύει τη μεταφορά πληθυσμών σε υπό κατοχή εδάφη. Το Ισραήλ φυσικά το αμφισβητεί.

Η Παλαιστινιακή Οργάνωση για την Απελευθέρωση, η Φατάχ και η Παλαιστινιακή Αρχή

Η Παλαιστινιακή Οργάνωση για την Απελευθέρωση (PLO) είναι η εθνική αντιπροσωπεία των Παλαιστινίων. Διοικεί την Παλαιστινιακή Αρχή, την ημιαυτόνομη κυβέρνηση που έχει επωμιστεί την ευθύνη της διακυβέρνησης των παλαιστινιακών εδαφών μέχρι να επιτευχθεί συμφωνία με το Ισραήλ. H Φατάχ, το κοσμικό εθνικιστικό κόμμα που κυριαρχεί στην πολιτική σκηνή της Παλαιστίνη εδώ και δεκαετίες ελέγχει τόσο την PLO, όσο και την Παλαιστινιακή Αρχή.

Πρακτικά η PLO κυβερνά τη Δυτική Όχθη, όχι όμως και τη Γάζα, η οποία κυβερνάται από τη Χαμάς. Είναι όμως εκείνη που διεξάγει τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις εκπροσωπώντας τους Παλαιστινίους, όμως η ικανότητά της να εφαρμόσει τους όρους μιας τέτοιας συμφωνίας έχει στο παρελθόν αμφισβητηθεί λόγω των κακών σχέσεων με τη Χαμάς.

Στις πρώτες δεκαετίες μετά την ίδρυσή της το 1964, η PLO ήθελε τη διάλυση του Ισραήλ και την αντικατάστασή του από ένα παλαιστινιακό κράτος. Ο ιδρυτής της Φατάχ, Γιασέρ Αραφάτ, χρησιμοποίησε στρατιωτικά μέσα σ' αυτήν την κατεύθυνση, μεταξύ των οποίων επιθέσεις σε πολιτικούς στόχους στο Ισραήλ. Αυτό άλλαξε το 1993, όταν η PLO δέχθηκε το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει σε αντάλλαγμα για την αναγνώρισή της ως νόμιμων εκπροσώπων των Παλαιστινίων. Αυτή ήταν και η αρχή της πραγματικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των δυο πλευρών.

Ο επικεφαλής της PLO είναι ο μετριοπαθής Μαχμούντ Αμπάς, ο οποίος αντιτίθεται στη βία ενώ έπαιξε ρόλο στην αποκλιμάκωση της δεύτερης Ιντιφάντα. Απογοητευμένος από την αποτυχία των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, ο Αμπάς έχει στραφεί στη διεθνή αναγνώριση της Παλαιστίνης. Έχει μάλιστα πετύχει η Παλαιστίνη να αναγνωρίζεται με ειδικό καθεστώς από τον ΟΗΕ, ενώ συμπεριλαμβάνεται από τον Απρίλη του 2015 στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

Η Χαμάς

Πρόκειται για ισλαμιστική Παλαιστινιακή πολιτικοστρατιωτική οργάνωση που βρίσκεται σε πόλεμο με τους Ισραηλινούς από την ίδρυσή της το 1987. Χρησιμοποιεί κυρίως επιθέσεις αυτοκτονίας και ρουκέτες. Στόχος της είναι να αντικαταστήσει το ισραηλινό κράτος με το παλαιστινιακό. Κυβερνά τη Γάζα, ανεξάρτητα από την Παλαιστινιακή Αρχή.

Ακόμα και σήμερα, η Χαμάς αρνείται να αναγνωρίσει το ισραηλινό κράτος. Η οργάνωση παρέχει στους Παλαιστίνιους ένα εύρωστο σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών, το οποίο ανέπτυξε ως εναλλακτική στους διεφθαρμένους θεσμούς της Παλαιστινιακής Αρχής. Το 2006, η Χαμάς κέρδισε οριακή πλειοψηφία στις εκλογές για την Παλαιστινιακή Αρχή. Αυτή η εξέλιξη θα έβαζε σε θέση ισχύος την οργάνωση τόσο στη Δυτική Όχθη όσο και στη Γάζα, όμως υπήρχε ένα πρόβλημα: Η Χαμάς αρνούνταν να δεχθεί τις συμφωνίες που είχε υπογράψει η προηγούμενη αρχή με το Ισραήλ. Αυτό οδήγησε τις δυτικές δυνάμεις να ανακοινώσουν το πάγωμα της βοήθειας, στην οποία η Αρχή στηρίζεται. Οι εντάσεις μεταξύ της PLO και της Χαμάς κλιμακώθηκαν σε πόλεμο μεταξύ των δυο κομμάτων, ο οποίος ολοκληρώθηκε με τη Χαμάς να ελέγχει τη Γάζα ανεξάρτητα από την Δυτική Όχθη την οποία και ελέγχει η PLO.

Οι διαπραγματεύσεις για την ενότητα μεταξύ Χαμάς και PLO, έχουν καταρρεύσει κατ' επανάληψη κάτι που σημαίνει ότι δεν υπάρχει ενιαία Παλαιστινιακή αρχή. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις έχουν δυσκολέψει σημαντικά. Πρόσφατα οι δυο πλευρές έφτασαν σε μια αρχική συμφωνία ενότητας, όμως είναι ακόμα ασαφές αν αυτό θα οδηγήσει σε μια ενιαία κυβέρνηση.

Τι είναι η Ιντιφάντα

Ιντιφάντες ονομάζονται οι δυο παλαιστινιακές εξεγέρσεις ενάντια στο Ισραήλ. Η πρώτη στα τέλη της δεκαετίας του '80 και η δεύτερη στις αρχές του 2000. Οι ιντιφάντες είχαν δραματική επίδραση στις σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης. Συγκεκριμένα η δεύτερη, θεωρείται ότι τελείωσε την περίοδο της διαπραγμάτευσης της δεκαετίας του '90 και εγκαινίασε τη νέα, σκοτεινή εποχή των σχέσεων των δυο πλευρών.

Η πρώτη ήταν μια σειρά από αυθόρμητες διαδηλώσεις Παλαιστινίων, κυρίως με μη βίαιες ενέργειες όπως το μποϊκοτάζ και η άρνηση των Παλαιστινίων να δουλέψουν στις δουλειές τους στο Ισραήλ αλλά και κάποιες επιθέσεις με πέτρες, μολότοφ και σπανιότερα με όπλα, κατά των Ισραηλινών. Οι δολοφονίες των Παλαιστινίων ήταν σαφώς περισσότερες από εκείνες των Ισραηλινών καθώς ο ισραηλινός στρατός απάντησε στις διαμαρτυρίες, με βαρύ οπλισμό.

Η δεύτερη και με διαφορά πιο αιματηρή Ιντιφάντα, ξέσπασε στον απόηχο της κατάρρευσης των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων το 2000. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ισραηλινού πρωθυπουργού Εχούντ Μπαράκ και του επικεφαλής της PLO, Γιασέρ Αραφάτ δεν κατέληξαν με την εξέγερση να ξεσπά αμέσως.

Ως συνήθως, οι Ισραηλινοί κατηγόρησαν τον Αραφάτ πως βρισκόταν πίσω από τη βια της Ιντιφάντα, ενώ οι Παλαιστίνιοι εξοργίστηκαν από την επίσκεψη του Ισραηλινού πολιτικού Αριέλ Σαρόν στο Όρος του Ναού. Παρά το γεγονός πως τόσο ο Αραφάτ όσο και ο Σαρόν μπορεί να έπαιξαν κάποιον ρόλο, η βασική αιτία ήταν η δυσπιστία μεταξύ των δυο πλευρών, που έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο μόλις οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν. Η σπίθα που άναψε τη «φωτιά» ήταν μια σειρά διαδηλώσεων Παλαιστινίων, στις οποίες οι Ισραηλινοί απάντησαν με πυρά. Οι Παλαιστίνιοι μαχητές απάντησαν με ακόμα περισσότερη βία, ενώ η Παλαιστινιακή Αρχή αρνούνταν να τους χαλιναγωγήσει.

Αντίθετα με την πρώτη Ιντιφάντα, η τακτική των Παλαιστινίων επικεντρώθηκε σε επιθέσεις αυτοκτονίας, ρουκέτες και ελεύθερους σκοπευτές, τους οποίους το Ισραήλ αντιμετώπισε με νέα κλιμάκωση. Η σύγκρουση ξέσπασε το 2005 και όταν σταμάτησε είχε κοστίσει τη ζωή σε 1000 Ισραηλινούς και 3.200 Παλαιστίνιους.

Η δεύτερη Ιντιφάντα, από κοινού με το κύμα πυραύλων που εξαπέλυσε η Γάζα, μόλις η Χαμάς πήρε την εξουσία, προκάλεσε την υποχώρηση όσων Ισραηλινών ήταν υπέρ της παράδοσης εδαφών σε αντάλλαγμα για την ειρήνη. Ο σκεπτικισμός γύρω από τις ειρηνευτικές διαδικασίες μεγάλωσε περιπλέκοντας και μελλοντικές προσπάθειες στην κατεύθυνση της λύσης των δυο κρατών.

Πώς αντιμετωπίζουν τη σύγκρουση οι χώρες της Μέσης Ανατολής

Η σύγκρουση Ισραηλινών και Παλαιστινίων είναι ένα τεράστιο θέμα για την περιοχή. Το Ισραήλ έχει κάνει σειρά πολέμων με όλους του τους γείτονες, οι οποίοι υποστηρίζουν χωρίς εξαίρεση την παλαιστινιακή πλευρά. Σήμερα έχει συμφωνίες ειρήνης με Αίγυπτο και Ιορδανία, όμως οι σχέσεις με τη Συρία και το Λίβανο κακές. Σε όλες τις χώρες πλην της Αιγύπτου, υπάρχουν μεγάλες κοινότητες Παλαιστινίων προσφύγων. Εκτός από τους άμεσους γείτονές του, υπάρχουν όμως και οι τρεις δυνάμεις με τον σημαντικότερο ρόλο στην περιοχή. Το Ιράν, η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία.

Αυτός είναι λοιπόν ο οδηγός για τον ρόλο της κάθε χώρας:

Αίγυπτος: Η χώρα έχει υπογράψει συνθήκη ειρήνης με το Ισραήλ από το 1978, η πρώτη του Ισραήλ με αραβική χώρα. Πίσω από τη συγκεκριμένη συνθήκη υπάρχει ένα τεράστιο πακέτο αμερικανικής βοήθειας προς αμφότερες τις χώρες. Η συνθήκη απαγορεύει στην Αίγυπτο στρατιωτική παρουσία στα σύνορα της Χερσονήσου του Σινά, κάτι που βοήθησε διάφορους μαχητές και εγκληματικές ομάδες να «ανθίσουν» εκεί.

Συρία: Η συριακή κυβέρνηση παραμένει εχθρική απέναντι στο Ισραήλ. Η Συρία άλλωστε είναι σύμμαχος του Ιράν, τον μεγαλύτερο εχθρό του Ισραήλ στην περιοχή. Η Συρία διεκδικεί ακόμα τα Υψώματα του Γκολάν, περιοχή με ιδιαίτερο στρατιωτικό ενδιαφέρον, την οποία και έχασε στον πόλεμο με το Ισραήλ το 1967.

Λίβανος: Ο Λίβανος είναι η έδρα της Χεζμπολά, μιας επιπόλαιης αντι-ισραηλινής ισλαμιστικής ομάδας, που χρηματοδοτείται από το Ιράν. Η Χεζμπολά παίζει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική στο Λίβανο και έτσι οποιαδήποτε μεσολάβηση του Λιβάνου στη σύγκρουση Ισραήλ και Παλαιστίνης, αποκλείεται.

Ιορδανία: Ο ανατολικός γείτονας του Ισραήλ, έχει μαζί του συμφωνία ειρήνης, ενώ διαθέτει τον μεγαλύτερο πληθυσμό Παλαιστινίων προσφύγων. Είναι ακόμα ένας από τους γείτονες του Ισραήλ, όπου οι Παλαιστίνιοι έχουν δικαίωμα υπηκοότητας. Παρόλα αυτά, αρκετοί πρόσφυγες στοιβάζονται σε καταυλισμούς και σε πολύ κακές συνθήκες, κάτι που κάνει πολλούς Παλαιστίνιους επιφυλακτικούς σχετικά με την υποστήριξη της Ιορδανίας.

Ιράν: Η ιρανική κυβέρνηση θεωρεί το Ισραήλ παράνομο και υποστηρίζει τις πιο σκληροπυρηνικές ομάδες αντι-ισραηλινών Αράβων. Το Ισραήλ αντιμετωπίζει το Ιράν αντίστοιχα, σαν υπαρξιακή απειλή, καθώς παρέχει στρατιωτική και οικονομική βοήθεια στη Χεζμπολά, τη Χαμάς και την Συρία τον αυτοαποκαλούμενο «Άξονα της Αντίστασης» στα ισραηλινά και δυτικά συμφέροντα, στη Μέση Ανατολή.

Τουρκία: Παραδοσιακά με καλές σχέσεις με το Ισραήλ, η Τουρκία έχει αρχίσει να παίρνει φιλοΠαλαιστινιακή στροφή τα τελευταία χρόνια. Ο Ισλαμιστής πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εμφανίζει τον εαυτό του ως υποστηρικτή του παλαιστινιακού σκοπού, για ιδεολογικούς, τοπικούς και γεωπολιτικούς λόγους. Η συγκρουση Ισραήλ και Τουρκίας σχετικά με την επιδρομή σε μια τουρική αποστολή στη Γάζα προκάλεσε διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ των δυο χωρών και έφερε σε άσχημο σημείο τις σχέσεις του. Αυτές επανήλθαν στα φυσιολογικά το 2016, όμως παραμένουν εύθραυστες.

Σαουδική Αραβία: Το βασίλειο δωρίζει εκατοντάδες εκατ. Δολάρια στην Παλαιστινιακή Αρχή ενώ βρίσκεται πίσω από το σχέδιο ειρήνευσης των Αραβικών Κρατών, που προσπαθεί να πλασαριστεί ως εναλλακτική στις παραδοσιακές διαπραγματεύσεις μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης. Παρότι η Σαουδική Αραβία δεν αναγνωρίζει ακόμα το Ισραήλ, οι δυο χώρες έχουν κοινή έχθρα με το Ιράν που έχει οδηγήσει σε μια σχέση κατανόησης μεταξύ των δυο κυβερνήσεων, χωρίς προηγούμενο.

Πού οφείλεται η τόσο στενή σχέση ΗΠΑ και Ισραήλ

Παρότι η στήριξη των ΗΠΑ στο Ισραήλ είναι μεγάλη, συμπεριλαμβανομένης και βοήθειας ύψους αρκετών δισ. Δολαρίων και διπλωματικής στήριξης, οι ειδικοί διαφωνούν σχετικά με τον λόγο. Οι περισσότεροι πιθανολογούν πως αυτή η βαθιά στήριξη προς το Ισραήλ, εδράζεται στην επιρροή του φιλοισραηλινού λόμπι και την αμερικανική ιδεολογική συγγένεια με την πιο σταθερή δημοκρατία της Μέσης Ανατολής.Τέτοια σχέση δεν υπήρχε στα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του Ισραήλ. Ο πρόεδρος Αιζενχάουερ ήταν ιδιαίτερα εχθρικός απέναντι στο Ισραήλ κατά τον πόλεμο του Σουέζ το 1956, στον οποίο το Ισραήλ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία πολέμησαν απέναντι στην Αίγυπτο.

Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι ΗΠΑ έβλεπαν το Ισραήλ ως ανάχωμα κατά της Σοβιετικής Ένωσης στη Μέση Ανατολή και το στήριξαν αναλόγως. Η αμερικανοϊσραηλινή συμμαχία, δεν σταθεροποιήθηκε μέχρι τουλάχιστον το 1973, όταν η αμερικανική βοήθεια έσωσε το Ισραήλ από μια αναπάντεχη αραβική εισβολή.

Μια άλλη αμφιλεγόμενη θεωρία για τις σχέσεις των δυο χωρών, αναπτύχθηκε από δυο καθηγητές και εκτιμά πως η σχέση αυτή εδράζεται στη δύναμη του φιλοισραηλινού λόμπι, ιδιαίτερα του AIPAC, της Επιτροπής Αμερικανοϊσραηλινών Δημοσίων Σχέσεων. Οι επικριτές αυτής της θεωρίας αντιτάσσουν ότι το AIPAC δεν ήταν τόσο δυνατό ώστε να αποτρέψει τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν επί Ομπάμα, κάτι που αποδυνάμωσε τον αρχικό ισχυρισμό.

Ανεξάρτητα από τους λόγους αυτής της ιδιαίτερης σχέσης, η αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ είναι πράγματι εκτεταμένη. Οι ΗΠΑ έχουν δώσει στο Ισραήλ 118 δισ. Δολάρια στα χρόνια της ύπαρξης του τελευταίου, δηλάδη περίπου 3 δισ. δολάρια ετησίως. Ακόμα τα μισά βέτο που έχουν ασκήσει οι Αμερικανοί στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών έχουν να κάνουν με ψηφίσματα ενάντια στο Ισραήλ.

Η σχέση των δυο χωρών πέρασαν μια περίοδο έντασης την περίοδο της προεδρείας του Μπαράκ Ομπάμα. Ήταν η εποχή που Ομπάμα και Νετανιάχου συγκρούστηκαν τόσο σχετικά με τους εποικισμούς όσο και για το Ιράν.

Η εποχή Τραμπ, άλλαξε την κατάσταση, αναθερμαίνοντας τη μεταξύ τους σχέση με την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ.

Η γνώμη του υπόλοιπου κόσμου για το Ισραήλ και την Παλαιστίνη

Οι μη μουσουλμανικές χώρες αναγνωρίζουν τη νομιμότητα του Ισραήλ και διατηρούν διπλωματικές σχέσεις μαζί του, όμως παραμένουν επικριτικές σχετικά με τη συμπεριφορά των Ισραηλινών απέναντι στους Παλαιστίνιους αλλά και την κατοχή της Δυτικής Όχθης. Η παγκόσμια κοινή γνώμη προς το παρόν είναι γενικά θετική απέναντι στα αιτήματα των Παλαιστινίων, δημιουργώντας ανησυχία στους Ισραηλινούς.

Το 83% των χωρών και σχεδόν κάθε χώρα που δεν έχει αραβική ή μουσουλμανική πλειοψηφία, αναγνωρίζει το Ισραήλ.

Το Ισραήλ είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλές. Σε μια έρευνα του BBC σε 22 χώρες το Ισραήλ κατετάγη 4ο ανάμεσα στα πιο αντιπαθή έθνη πίσω μόνο από το Ιράν, το Παιστάν και τη Βόρεια Κορέα. Είναι σαφές ότι η κατοχή της Δυτικής Όχθης είναι ο βασικός λόγος της μη δημοφιλίας του Ισραήλ. Ο περισσότερος κόσμος πιστεύει ότι η συνεχιζόμενη κατοχή της Δυτικής Όχθης είναι μια παράνομη στρατιωτική κατοχή και πως οι εποικισμοί παραβιάζουν την Τέταρτη Σύμβαση της Γενεύης. Οι Ισραηλινοί από την πλευρά τους επιμένουν πως η Δυτική Όχθη δεν είναι υπό κατοχή και πως ακόμα κι αν ήταν, η Τέταρτη Σύμβαση της Γενεύης απαγορεύει τις αναγκαστικές και όχι τις εθελοντικές μεταφορές πληθυσμού.

Οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις

Ξεκίνησαν στο Όσλο το 1993, η ειρηνευτική διαδικασία είναι μια διαδικασία με αμερικανική μεσολάβηση ώστε να επιτευχθεί μια συμφωνία μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Ο στόχος είναι να φτάσουν σε μια τελική συμφωνία η οποία θα εγκαθιδρύει ένα παλαιστινιακό κράτος που θα περιλαμβάνει τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη σε αντάλλαγμα της δέσμευσης των Παλαιστινίων να σταματήσουν τις επιθέσεις σε ισραηλινούς στόχους. Γη αντί ειρήνης, δηλαδή. Αρκετοί πίστεψαν πως η ειρηνευτική διαδικασία ναυάγησε μια για πάντα τον Ιανουάριο του 2001. Ο Παλαιστίνιος ηγέτης, Γιασέρ Αραφάτ είχε μόλις αρνηθεί την πρόταση του πρωθυπουργού του Ισραήλ, Εχούντ Μπαράκ, οι διαπραγματεύσεις είχαν αποτύχει και η δεύτερη Ιντιφάντα που ξέσπαγε έκανε ένα νέο γύρο διαπραγματεύσεων να μοιάζει απίθανος.

Παρά την αποτυχία του 2001, το πλαίσιο που τέθηκε στο Όσλο παραμένει κυρίαρχο τόσο στην αμερικανική όσο και στη διεθνή οπτική πάνω στο θέμα. Οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση καλείται να απαντήσει σε τέσσερα βασικά θέματα: Τα σύνορα της Δυτικής Όχθης και οι εποικισμοί, η ισραηλινή ασφάλεια, οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες και η Ιερουσαλήμ. Η πρόοδος μέχρι στιγμής είναι ελάχιστη και τρια παραμένουν τα βασικά εμπόδια για οποιαδήποτε συμφωνία.

Πρώτον, το Ισραήλ συνεχίζει τους εποικισμούς στη Δυτική Όχθη, κάτι που οι Παλαιστίνιοι αντιμετωπίζουν ως μια εκστρατεία de facto αφανισμού τους.

Δεύτερον, οι Παλαιστίνιοι παραμένουν πολιτικά διαιρεμένοι ανάμεσα σε Φατάχ και Χαμάς και γι αυτό δυσκολεύονται ακόμα και να εκπροσωπηθούν σε μια διαπραγμάτευση. Ακόμα όμως κι αν αυτό δούλευε εντός των ορίων των παλαιστινιακών εδαφών, το Ισραήλ δεν έχει δείξει την παραμικρή διάθεση να διαπραγματευτεί με μια κυβέρνηση στην οποία θα συμμετείχε η Χαμάς.

Τρίτον, δεν είναι καθαρό πως θα ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις. Η δεξιά κυβέρνηση του Ισραήλ είναι σκεπτική απέναντι και στην παραμικρή παραχώρηση στους Παλαιστίνιους. Οι Παλαιστίνιοι, που φαίνεται πως έχουν αποφασίσει πως οι Ισραηλινοί δεν θέλουν όντως την ειρήνη έχουν ξεκινήσει μια εκστρατεία που στοχεύει στη διεθνή αναγνώριση του κράτους τους, ώστε να πιέσουν μέσω των διεθνών θεσμών το Ισραήλ στην κατεύθυνση της ειρήνης.

Πώς στέκονται οι σημερινές κυβερνήσεις των δυο πλευρών απέναντι στη σύγκρουση;

Με προσοχή. Καμία από τις δυο πλευρές δεν θεωρεί πως η άλλη είναι σε θέση να κάνει μια πραγματική συμφωνία και δεν είναι σαφές πως η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να τους αλλάξει άποψη.

Ο Παλαιστίνιος πρόεδρος Μαχμούντ Αμπάς δεν εμπιστεύεται την ισραηλινή κυβέρνηση, που αποτελείται από έναν δεξιό συνασπισμό. Η επέκταση των εποικισμών είναι ένας από τους βασικούς λόγους. Αυτοί έφτασαν σε υψηλό επταετίας υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο Αμπάς αντιμετωπίζει την ραγδαία επέκταση της εποχής Νετανιάχου ως μια ισχυρή ένδειξη ότι το Ισραήλ προσπαθεί να κάνει τη δυνατότητα ίδρυσης Παλαιστινιακού Κράτους, αδύνατη. Παρότι ο Νετανιάχου πάγωσε τους εποικισμούς παντού εκτός από την Ιερουσαλήμ για 10 μήνες από το Νοέμβριο του 2009, οι Παλαιστίνιοι ζητούσαν πλήρες πάγωμα και δέχθηκαν να διαπραγματευτούν μόνο τον 9ο μήνα του εν λόγω παγώματος, με τις διαπραγματεύσεις να μην καταλήγουν κάπου.

Ο Νετανιάχου είναι ο πρώτος ηγέτης του δεξιού Likud, που έχει υποστηρίξει τη λύση των δυο κρατών, κάτω βέβαια από τις πιέσεις των Αμερικανών το 2009. Όμως κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας το 2015, ο ίδιος δήλωσε πως δεν πρόκειται να ιδρυθεί Παλαιστινιακό κράτος επί των ημερών του. Μια δήλωση που προσπάθησε να ανακαλέσει, όμως ταιριάζει με την απόλυτη και εκπεφρασμένη πεποίθησή του πως κανείς δεν μπορεί να εμπιστευτεί τους Παλαιστίνιους για ειρηνικούς γείτονες.

Οι Ισραηλινοί δεν εμπιστεύονται με την σειρά τους την παλαιστινιακή πλευρά. Ένας βασικός λόγος είναι το χάσμα μεταξύ Χαμάς και Φατάχ. Από τότε που η Χαμάς πήρε τον έλεγχο της Γάζας, το Ισραήλ ανησυχεί πως οποιαδήποτε συμφωνία με την Παλαιστινιακή Αρχή δεν θα έχει ισχύ για τη Γάζα, όπου (η Παλαιστινιακή Αρχή) δεν έχει κανέναν έλεγχο. Αυτό είναι ιδίατερα ανησυχητικό για το Ισραήλ, καθώς εκπεφρασμένος στόχος της Χαμάς είναι η καταστροφή του Ισραήλ. Επιπρόσθετα, δεν είναι σαφές πως ο Αμπάς θα μπορέσει να πείσει τους Παλαιστίνιους για τις υποχωρήσεις που θα χρειαστεί να κάνει στο βωμό μιας συμφωνίας με το Ισραήλ.

Η κάθε πλευρά αμφισβητεί τη διάθεση αλλά και την ικανότητα της άλλης για ειρήνη κι αυτός ήταν και ο βασικός λόγος της κατάρρευσης των συνομιλιών με μεσολαβητή τον Τζον Κέρι το 2014. Από τότε, οι Παλαιστίνιοι έχουν ξεκινήσει μια εκστρατεία πίεσης που έχει ως στόχο να απομονώσει διεθνώς το Ισραήλ πιέζοντάς το προς μια συμφωνία με πολύ μικρή επιτυχία μέχρι στιγμής.

Τι σημαίνει η κάθε λύση

Δύο τρόποι υπάρχουν για να λήξει η σύγκρουση Παλαιστινίων και Ισραηλινών. Ένα ή δυο κράτη.

Η «λύση των δυο κρατών» θα δημιουργήσει δυο ανεξάρτητα κράτη. Το Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Αυτή είναι και η κυρίαρχη προσέγγιση για την λύση της διαμάχης. Η κεντρική ιδέα είναι πως οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι θέλουν να διοικήσουν διαφορετικά τις χώρες τους. Οι Ισραηλινοί θέλουν ένα εβραϊκό κράτος, και οι Παλαιστίνιοι ένα παλαιστινιακό. Κανένα κράτος δεν μπορεί να πετύχει τους στόχους του σε ένα ενιαίο κράτος, η μόνη λύση που μπορεί να ευχαριστήσει αμφότερους περιλαμβάνει τον διαχωρισμό Ισραηλινών και Παλαιστινίων.

Η «λύση του ενός κράτους» θα συγχωνεύσει το Ισραήλ, με τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας σε μια μεγάλη χώρα, με δυο σοβαρούς κινδύνους για τις δυο πλευρές. Ο ένας κίνδυνος είναι οι μουσουλμάνοι Άραβες να είναι υπεράριθμοι καταργώντας τον εβραϊκό χαρακτήρα του Ισραήλ. Ο άλλος, το Ισραήλ απλώς να εξαπλωθεί στη Δυτική Όχθη και είτε να εκδιώξει τους Παλαιστινίους είτε να τους αρνηθεί τα πολιτικά δικαιώματα. Και οι δυο πλευρές προτιμούν τη λύση των δυο κρατών. Παρόλα αυτά, η αποτυχία να συμφωνήσουν τους όρους μιας τέτοιας λύσης οδηγεί de facto προς τη λύση του ενός.

Κι αν η ειρηνευτική διαδικασία αποτύχει;

Τότε το Ισραήλ, η Δυτική Όχθη και ίσως η Γάζα γίνουν de facto, ένα κράτος, καθώς δεν είναι σαφές πως θα διαχωριστούν το ισραηλινό με το παλαιστινιακό κράτος απουσία μιας νομιμης συμφωνίας.

Αυτό θα οδηγήσει στα εξής: είτε το Ισραήλ θα πάψει να υπάρχει ως εβραϊκό κράτος, είτε οι Παλαιστίνιοι θα γίνουν πολίτες δεύτερης κατηγορίες σε ένα Ισραήλ που θα περιλαμβάνει τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα.

Οι Άραβες πιθανότατα θα είναι περισσότεροι από τους Εβραίους στο Ισραήλ – Παλαιστίνη, αν δεν είναι ήδη. Για το Ισραήλ, που βλέπει τον εαυτό του ως ένα εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος, μια τέτοια εξέλιξη το θέτει σε υπαρξιακή κρίση. Αν οι Άραβες είναι περισσότεροι και τους δοθούν πολιτικά δικαιώματα, τότε αυτό θα είναι το τέλος του εβραϊκού κράτους. Όμως αν δεν τους δοθούν πολιτικά δικαιώματα, τότε το Ισραήλ δεν θα είναι πλέον δημοκρατία.

Ένα εβραϊκό κράτος που θα καταπιέζει την αραβική πλειοψηφία, θα μοιάζει πολύ με το Απαρτχάιντ. Η σύγκριση είναι πολύ κακή για τους Ισραηλινούς, οι οποίοι ανησυχούν για μποϊκοτάζ και κυρώσεις αντίστοιχες αυτών που δέχθηκε από τη διεθνή κοινότητα το ρατσιστικό καθεστώς της Νοτίου Αφρικής ως την κατάρρευσή του.

Οι συντηρητικοί Ισραηλινοί συχνά αμφισβητούν τους αριθμούς. Υποστηρίζουν ότι οι Παλαιστίνιοι υπερεκτιμούν τους αριθμούς τους για πολιτικούς λόγους και πως ο Ισραηλινός πληθυσμός αυξάνεται πιο γρήγορα απ' όσο νομίζουν οι ειδικοί. Παρόλα αυτά η επικρατούσε άποψη είναι πως το δημογραφικό πρόβλημα του Ισραήλ, είναι πραγματικό και πως το Ισραήλ βρίσκεται μπροστά σε τρεις επιλογές: Της λύσης των δυο κρατών, ενός μη δημοκρατικού κράτους που θα κυβερνά μια εβραϊκή μειοψηφία, ή το τέλος του εβραϊκού κράτους.

Πηγή: Vox.com


Google NewsΑκολουθήστε το reader.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.