Διεθνή
LIVE: ΑΝΑΝΕΩΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ

Μπεράτ Αλμπαϊράκ: Πώς ο «διάδοχος» ακολούθησε τις οικονομικές θεωρίες του Ερντογάν και έγινε «αποδιοπομπαίος τράγος»

Η αναπάντεχη παραίτηση του Μπεράτ Αλμπαϊράκ την περασμένη Κυριακή από τη θέση του υπουργού Οικονομικών, μετέτρεψε σε «αποδιοπομπαίο τράγο» τον άνθρωπο που υλοποίησε στην πράξη τις οικονομικές θεωρίες του Ερντογάν.

Η παραίτηση του υπουργού Οικονομικών Μπεράτ Αλμπαϊράκτην περασμένη Κυριακή, μέσω Instagram, ξένισε πολλούς, καθώς λόγω των οικογενειακών δεσμών του με τον Τούρκο πρόεδρο από τον γάμο του με τη μεγαλύτερη κόρη του Ερντογάν την Εσρά το 2004, είχε αποκτήσει βαρύτητα στους κόλπους του κυβερνώντος κόμματος του AKP (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης).

Μάλιστα δεν ήταν λίγοι αυτοί που τον προόριζαν για τον επόμενο μεγάλο ηγέτη του κόμματος και διάδοχο του Ερντογάν όταν αυτός θα αποφάσιζε να αποσυρθεί. Μετά από μία τριετία ως υπουργός Ενέργειας, ο Ερντογάν το 2018 τον έκανε - σε ηλικία μόλις 40 ετών - υπουργό Οικονομικών με αυξημένες αρμοδιότητες, καθώς συγχωνεύτηκαν δύο υπουργεία.

Ωστόσο στην οικονομική διαχείριση της χώρας, δέχθηκε τα «βέλη» της αντιπολίτευσης όσο και των επενδυτών, οι οποίοι θεωρούν ότι η οικονομία λειτούργησε περισσότερο ως υβρίδιο και λιγότερο ως ελεύθερη αγορά.

Οικονομολόγοι της Goldman Sachs εκτιμούν ότι φέτος οι παρεμβάσεις ξεπέρασαν τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η ταχύτητα, με την οποία ξοδεύτηκαν ταμειακά διαθέσιμα σε ξένο νόμισμα άφησαν τη χώρα πιο ευάλωτη  και απέτυχαν να σταθεροποιήσουν το νόμισμα, το οποίο σημείωσε συνεχή αρνητικά ρεκόρ. Τους τελευταίους 12 μήνες η λίρα έχει χάσει το 30% της αξίας της, γεγονός που την κατατάσσει ως το χειρότερο νόμισμα ανάμεσα στα μεγαλύτερα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τα πεπραγμένα του Αλμπαϊράκ ως υπουργού Οικονομικών

Αφότου ανέλαβε τα καθήκοντα του ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ είχε ν’ αντιμετωπίσει τη δυσπιστία των αγορών εξαιτίας του νέου συστήματος.

Σύμφωνα με οικονομολόγους,  η τοποθέτηση του γαμπρού του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη θέση του υπουργού Οικονομικών ενέτεινε τις ανησυχίες αναφορικά με την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Ταυτόχρονα οίκοι αξιολόγησης όπως οι Moody's και Standard & Poor's κριτίκαραν την κίνηση του Ερντογάν να κρατήσει τα επιτόκια χαμηλά σε μία εποχή που αυξάνονταν οι ισοτιμίες.

Τα 2,5 περίπου χρόνια που ο Αλμπαϊράκ ήταν υπουργός, χαρακτηρίζεται από τους οικονομολόγους ως η περίοδος που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εφάρμοσε στην πράξη τη θεωρία του για τα επιτόκια.

Ωστόσο ο πληθωρισμός και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες εξακολούθησαν ν’ αυξάνονται παρά το γεγονός ότι τα επιτόκια παρέμειναν χαμηλά.

Μία ήμερα πριν αναλάβει τα καθήκοντα στις 9 Ιουλίου του 2018, το δολάριο ισοδυναμούσε με 4,55 τουρκικές λίρες και την επόμενη μέρα έφτασε τα 4.75, την ημέρα που ανακοίνωσε την παραίτησή του ο Αλμπαϊράκ η ισοτιμία ανερχόταν σε 8.59. Κάτι που σημαίνει ότι τους τελευταίους 28 μήνες το δολάριο έχει κερδίσει 89% σε σχέση με τη λίρα.

Αυξήθηκε η ανεργία και το δημόσιο χρέος

Στην περίοδο του Αλμπαϊράκ η ανεργία εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού συνέχιζε να αυξάνεται. Τον Ιούνιο του 2018 ανερχόταν σε 10,1%, ενώ τον Ιούλιο του 2020 σύμφωνα με τα τελευταία γνωστά στοιχεία έφτασε το 13.4%.

Όταν ο Αλμπαϊράκ ανέλαβε τα ηνία της οικονομίας, το χρέος της χώρας ανερχόταν στις 30 Ιουνίου 2018 σε 969,8 δισεκατομμύρια λίρες και σε 408,6 δισεκατομμύρια λίρες σε ξένο νόμισμα. Τον περασμένο Σεπτέμβριο το χρέος έφτασε το 1 τρισεκατομύριο 863 δισεκατομμύρια σε λίρες και το 1 τρισεκατομμύριο 45 δισεκατομμύρια σε ξένο νόμισμα. Τα συγκεκριμένα νούμερα δείχνουν μία αύξηση 92% στο δημόσιο χρέος και 155% του χρέους σε ξένο νόμισμα.

«Φύγε εσύ – Έλα εσύ» στην κεντρική τράπεζα

Στα σχεδόν 2,5 χρόνια που διετέλεσε υπουργός ο Μπεράτ Αλαμπαϊράκ, άλλαξαν τρεις διοικητές στην Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας.

Αρχικά ανέλαβε ο Μουράτ Τσετίνκαγια, ο οποίος ήταν στον στενό κύκλο του Αλμπαϊράκ, προτού τον αποπέμψει ο Ερντογάν επειδή δεν ακολουθούσε εντολές και αναλάβει στη θέση του, ο Μουράτ Ουισάλ, ο οποίος επίσης απολύθηκε από τον Τούρκο πρόεδρο στις 7 Νοεμβρίου.

Σύμφωνα με αξιωματούχους που γνωρίζουν την κατάσταση, η απόλυση έγινε εξαιτίας του εκνευρισμού του Ερντογάν για τη χρήση δεκάδων δισεκατομμυρίων από τα ταμειακά διαθέσιμα στην αποτυχημένη προσπάθεια ανάκαμψης της λίρας, μία ενέργεια που είχε την υποστήριξη και του Αλμπαϊράκ.

Τα ακαθάριστα αποθέματα της Τουρκίας έπεσαν φέτος κατά 21% και φτάνουν πλέον τα 84,4 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ τα καθαρά συναλλαγματικά αποθέματα έπεσαν περισσότερο από το μισό και ανέρχονται σε 18,4 δισεκατομμύρια. Στη 16μηνη παραμονή του Ουισάλ, η κεντρική τράπεζα δανείστηκε δισεκατομμύρια δολάρια μέσω συμφωνιών με εμπορικούς δανειστές.

Σύμφωνα με αξιωματούχο γνώστη της κατάστασης πριν από την απόλυση του, ο Ουισάλ είχε λάβει αρκετές προειδοποιήσεις για την ταχύτατη εξάντληση των αποθεμάτων καθώς και εκκλήσεις για μία επανεξέταση αυτής της πολιτικής είτε με τον Αλμπαϊράκ είτε με τον Ερντογάν.

Οι διαμάχες εντός του κόμματος

Επιπλέον ο Αλμπαϊράκ είχε ισχυρούς αντιπάλους και εντός της κυβέρνησης μεταξύ των οποίων ο υπουργός Εσωτερικών, Σουλεϊμάν Σοϊλού, ο οποίος παραιτήθηκε μέσω του Twitter, τον περασμένο Απρίλιο, ένα αίτημα ωστόσο που δεν έγινε δεκτό από τον Ερντογάν, αλλά και τον υπουργό Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ. Μάλιστα το περασμένο Σάββατο, ο Μπουλέντ Αρίντς, σύμβουλος της τουρκικής προεδρίας, άσκησε κριτική τους χειρισμούς του Αλμπαϊράκ στην οικονομία.

Η θέση του Αλμπαϊράκ αποδυναμώθηκε και από την εκλογή του Τζο Μπάιντεν, καθώς διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Τραμπ και  αντιπρόσωπο των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή, κάτι που πλέον αναμένεται ν΄ αλλάξει και η Τουρκία έρχεται αντιμέτωπη με τις κυρώσεις για τους ρωσικούς πυραύλους S-400 αλλά και για την κρατική τράπεζα Halkbank λόγω του ότι έσπασε το εμπάργκο προς το Ιράν. Καθώς υπό τη διοίκηση Τραμπ όλα αυτά έμεναν στο παρασκήνιο.

Μία παραίτηση που προκάλεσε αναταραχή

Όπως σημειώνει σε άρθρο γνώμης ο δημοσιογράφος Φατίχ Αλταϊλί για το Haber Turk, ο Αλμπαϊράκ με την παραίτησή του δεν ζήτησε αμνηστία και η «συγχώρεση» από τον πρόεδρο φάνηκε περίεργη. Πηγές από το προεδρικό παλάτι στο Μπάστεπε είδαν το ζήτημα διαφορετικά και ανέφεραν ότι έμοιαζε περισσότερο με οικογενειακό μήνυμα.

Άξιο αναφοράς είναι ότι η παραίτηση Αλμπαϊράκ αποσιωπήθηκε απ’ όλα σχεδόν τα μέσα της Τουρκίας για περίπου 24 ώρες μέχρι ν’ αναφερθεί σ’ αυτήν ο εκπρόσωπος τύπου του AKP, Ομέρ Τσελίκ και βγει μία λιτή ανακοίνωση από την τουρκική προεδρία.

Σε αντίθεση με τα συνηθισμένα στην προεδρική ανακοίνωση δεν υπάρχει έστω ένα ευχαριστώ ενώ το ύφος της είναι σκληρό και εκφράζει μία πικρία.

Ακόμα όπως προσθέτει ο δημοσιογράφος, ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ ήθελε η παραίτηση να μη γίνει δεκτή, γι’ αυτόν τον λόγο ήθελε να δημιουργηθεί σαν γενική ιδέα στην κοινή γνώμη της Τουρκίας ότι «η απόρριψη της παραίτησής του θα ήταν προς όφελος της χώρας».

Πάντως φαίνεται ότι δεν θα το παρατραβήξει και θα μείνει με κάποιον τρόπο στο πλευρό του Ερντογάν, ωστόσο η παραίτηση ήταν μία «έκπληξη» και για τον Τούρκο πρόεδρο.

Μιλώντας στο Bloomberg, μία πηγή από το υπουργείο Οικονομικών που δεν θέλησε να κατονομαστεί, ανέφερε ότι η παραίτηση Αλμπαϊράκ, προκάλεσε αναστάτωση και αποτέλεσε έκπληξη ακόμα και για κάποιους από τους βοηθούς του τέως πλέον υπουργού Οικονομικών της Τουρκίας, σύμφωνα με τους οποίους το τηλέφωνο του γαμπρού του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήταν κλειστό όταν προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί του.

Βιαστική κίνηση

Σύμφωνα με όσα είπε ένα ανώτατο στέλεχος του AKP και το οποίο θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του στο Al Jazeera, ένας από τους λόγους που ώθησαν τον Αλμπαϊράκ σε παραίτηση ήταν η απομάκρυνση του επικεφαλής της Κεντρικής τράπεζας, Μουράτ Ουισάλ χωρίς να τον συμβουλευτούν.

«Η απομάκρυνση του Ουισάλ ώθησε τον Αλμπαϊράκ στα άκρα, ωστόσο υπήρχαν και άλλα ζητήματα που υπέβοσκαν».
Ένα από αυτά ήταν οι χειρισμοί του Αλμπαϊράκ στην οικονομία, ένα από τα κεντρικά ζητήματα για τα οποία ασκούσε κριτική τόσο η αντιπολίτευση όσο και διεθνείς επενδυτές.

Η τουρκική λίρα έχει χάσει το 1/3 της αξίας της σε σχέση με το δολάριο φέτος, γεγονός που την έχει κάνει το χειρότερο νόμισμα στις αναδυόμενες αγορές.

Η αποδυνάμωση της λίρας έχει αυξήσει τον πληθωρισμό, ο οποίος πλέον είναι κοντά στο 12% και αποτελεί ένα γεγονός που έχει εκνευρίσει αρκετούς βουλευτές του AKP.

«Υπήρχε μεγάλη δυσφορία στο κόμμα επειδή ο υψηλός πληθωρισμός ήταν το βασικό πρόβλημα για το οποίο παραπονέθηκαν και ο κ. Αλμπαϊράκ ήταν στο επίκεντρο αυτών των παραπόνων», προσέθεσε το στέλεχος.

Εντός το AKP κάποιοι εξέφρασαν την απογοήτευση τους. «Μία παραίτηση με αυτόν τον τρόπο προκάλεσε ζημιά τόσο στον Ερντογάν όσο και στο κόμμα», δήλωσε ένας αξιωματούχος του AKP.

«Ο Ερντογάν επένδυσε στον κ. Αλμπαϊράκ, ακόμα και αναστατώνοντας υπουργούς και γραφειοκράτες», προσέθεσε ο αξιωματούχος του κόμματος, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι ο ρόλος του Αλμπαϊράκ ήταν και σε τομείς πέραν των αρμοδιοτήτων του όπως η εθνική ασφάλεια.

«Στο τέλος ο Ερντογάν σκόπευε να τον προωθήσει στην κεφαλή του κόμματος». Βέβαια ο ίδιος ο Ερντογάν που πλέον είναι 66 ετών κυβερνάει τη χώρα από το 2003, βλέπει στον ορίζοντα την επόμενη προεδρική εκλογή σε τρία χρόνια και δεν έχει αναφερθεί επίσημα σε σχέδια για ν’ αποχωρήσει.

Κόντρα με τον νέο διοικητή της κεντρικής τράπεζας

Ο νέος επικεφαλής της Κεντρικής τράπεζας, Νατζί Αγκμπάλ είχε ασκήσει έντονη κριτική στον Αλμπαϊράκ για την παρεμβατικότητα του στις αγορές. Η πρόσληψη του ίσως σημαίνει αύξηση των επιτοκίων, αλλά αυτό θα εξαρτηθεί από το εύρος των διαπραγματεύσεων και από τα πολιτικά εργαλεία που θα έχει στη διάθεση του.

«Περιμένουμε από τον νέο διοικητή της κεντρικής τράπεζας ν’ αναλάβει άμεσα δράση για μία πιο σφιχτή νομισματική πολιτική, να σταθεροποιήσει τη λίρα και ν’ αρχίσει να αναδομεί τα ταμειακά διαθέσιμα», δήλωσε ο Περ Χάμαρλουντ επικεφαλής στρατηγιστής για αναδυόμενες αγορές της τράπεζας SEB AB στη Στοκχόλμη.

Ο νέος κεντρικός τραπεζίτης Αγκμπάλ έρχεται από ένα πρόσφατα δημιουργηθέν σώμα οικονομικής πολιτικής, το οποίο ενημέρωνε απευθείας τον Τούρκο πρόεδρο τα τελευταία δύο χρόνια κάτι το οποίο μπορεί να συνεχιστεί και από τη νέα του θέση.

Ο Αγκμπάλ αναμένεται ν’ αντικαταστήσει κάποιους από τους βοηθούς του Ουισάλ στην κεντρική τράπεζα, ενώ θέλει να κάνει σαρωτικές αλλαγές και στην Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής, τα μέλη της οποίας ήταν κοντά στον Αλμπαϊράκ.

Ο Ερντογάν τοποθέτησε στη θέση του γαμπρού του, τον Λουφί Ελβάν, ο οποίος τον διαδέχεται κληρονομώντας ένα νόμισμα σε κρίση και μία οικονομία, η οποία χρειάζεται αναμόρφωση τη στιγμή που όλος ο πλανήτης πλήττεται από την πανδημία του κορονοϊού.

Πάντως στους επιχειρηματικούς κύκλους της Τουρκίας παρότι αποτελεί παραδοχή το γεγονός ότι οι προκλήσεις είναι ακόμα μπροστά υπάρχει ανακούφιση από την αποχώρηση του Μπεράτ Αλμπαϊράκ.

«Άπαντες είναι χαρούμενοι γιατί πλέον μπορούμε να μιλήσουμε και να συναντηθούμε με τον υπουργό Οικονομικών», δήλωσε μία εξέχουσα προσωπικότητα από τον χώρο των επιχειρήσεων.

Ο 58χρονος Ελβάν είναι κάτοχος διπλώματος μεταλλειολόγου από το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και από το πανεπιστήμιο του Λιντς και μεταπτυχιακού στα οικονομικά από το πανεπιστήμιο του Ντάλογουερ. Εντάχθηκε στους κύκλους του AKP το 2007 όταν και εκλέχτηκε βουλευτής. Έχει διατελέσει υπουργός Μεταφορών, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Ανάπτυξης. Τελευταία του θέση ήταν αυτή του επικεφαλής της επιτροπής οικονομικών και σχεδιασμού στη Βουλή.

«Είναι μία σωστή επιλογή. Δουλεύει σκληρά και είναι φιλικός προς τις αγορές», ανέφερε ένας πρώην συνάδελφος του στο προεδρικό συμβούλιο.

«Είναι ένα σοβαρό πρόσωπο. Η εμπιστοσύνη θα επανέλθει», ανέφερε ένα ανώτερο στέλεχος από το χώρο των επιχειρήσεων.

Μόνο το μέλλον και οι ενέργειες σχετικά με τη νομισματική πολιτική θα δείξουν εάν οι αλλαγές υποδηλώνουν και αλλαγή πολιτικής και αν ναι προς ποια κατεύθυνση. Αυτό αναμένεται να φανεί στην επόμενη συνεδρίαση της κεντρικής τράπεζας στις 19 Νοεμβρίου», ανέφερε ο Μουράτ Ονούρ, επικεφαλής μίας ομάδας αναλυτών.

Γρίφος η παρεμβατικότητα Ερντογάν

Ωστόσο οι νέοι κάτοχοι αυτών των θέσεων παρότι δεν θα έχουν να διαχειριστούν μόνο ένα νόμισμα σε κρίση και τον αντίκτυπο της πανδημίας στην τουρκική οικονομία αλλά επίσης τον αυταρχισμό και την παρεμβατικότητα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ενώ η πιθανότητα να υπάρξει μία ανεξάρτητη νομισματική πολιτική φαντάζει μικρή όσο ακολουθούνται ανορθόδοξες οικονομικές πολιτικές.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι μεγάλος πολέμιος των επιτοκίων και θεωρεί ότι η χώρα του βρίσκεται σε οικονομικό πόλεμο με το «δαιμονικό τρίγωνο», δηλαδή με τα επιτόκια, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τον πληθωρισμό.

Επίσης έχει επανειλημμένως διατυπώσει μία άποψη ότι ο πληθωρισμός ανεβαίνει όταν εφαρμόζεις αυστηρή νομισματική πολιτική. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ορθόδοξη άποψη των οικονομολόγων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η αύξηση των επιτοκίων είναι ο κατάλληλος τρόπος για ν’ αντιμετωπιστεί το χρόνιο πρόβλημα του υψηλού πληθωρισμού στην Τουρκία. Μάλιστα το 2019 απέλυσε το διοικητή της κεντρικής τράπεζας επειδή «δεν ακολουθούσε οδηγίες».

Η αποδοχή αυτών των οικονομικών πολιτικών από την πλευρά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μερικώς αντανακλά και την αυξανόμενη έμφαση που δίνει σε βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα για εκλογικούς σκοπούς. Η οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας μετά την κρίση του 2008 βασίστηκε σε μια έκρηξη στον κατασκευαστικό τομέα, υποστηρίχθηκε από «ζεστό χρήμα», καθώς πλούσιοι επενδυτές έδωσαν προτεραιότητα εκεί. Όμως πλέον υπάρχει έλλειμμα στις ξένες επενδύσεις για την αντιμετώπιση της τωρινής κατάστασης και αυτό οφείλεται στο φόβο που υπάρχει, ο οποίος εν μέρει πηγάζει από το απολυταρχικό σύστημα της χώρας.

Επιπλέον το πλήγμα που υπέστη ο τουριστικός τομέας της χώρας (ένα κομβικό κομμάτι για εισροή ξένου συναλλάγματος) εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού, όπως και η αντιστροφή στην εισροή κεφαλαίων έχουν συμβάλλει για τη συνεχή πτώση της λίρας.

Ακόμα οι ενέργειες του Ερντογάν για να επαναφέρει την Τουρκία εκεί που θέλει και πιστεύει ότι είναι η σωστή της θέση, δηλαδή σαν μία κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη δεν βοηθά. Οι ενέργειες που πραγματοποιεί στα χωρικά ύδατα της Ελλάδας και της Κύπρου, οι απειλές για «απελευθέρωση» ενός νέου μεταναστευτικού κύματος προς την Ευρώπη έχει προκαλέσει κλυδωνισμούς με τη μεγάλη αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι επενδυτές ευελπιστούν ότι η παραίτηση Αλμπαϊράκ και η τοποθέτηση στη θέση του κεντρικού τραπεζίτη, ενός πολέμιου των πολιτικών που ακολούθησε αποτελούν μία παραδοχή «ήττας» από τον Ερντογάν. Οι προσπάθειες υποστήριξης της λίρας μέσω της διατήρησης των επιτοκίων και ξοδεύοντας μεγάλο μέρος των τραπεζικών αποθεμάτων δεν σταμάτησαν την πτώση της λίρας και μόνο η επιστροφή σε πιο ορθόδοξες πολιτικές όπως η αύξηση των επιτοκίων και οι περικοπές δαπανών, μπορούν να ενισχύσουν την πίστη στο νόμισμα της Τουρκίας.

Η μακροπρόθεσμη ευημερία της Τουρκίας εξαρτάται από άμεσες ξένες επενδύσεις και την ολοκλήρωση της Τελωνειακής Ένωσης με την Ε.Ε. Προς το παρόν χρειάζεται μία ικανοποιητική οικονομική πολιτική από τον νέο διοικητή της κεντρικής τράπεζας και τον νέο υπουργό Οικονομικών. Κάτι που όμως φαντάζει δύσκολο να συμβεί με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Οι επενδυτές είναι σκεπτικοί από τις αλλαγές και ευελπιστούν ότι αντιπροσωπεύουν μία θεμελιώδη και ουσιαστική αλλαγή στην οικονομική πολιτική της Τουρκίας.

 Στην πρώτη του δημόσια τοποθέτηση ο κ. Ελβάν υποστήριξε ότι θ’ ακολουθήσει μία πολιτική φιλική προς τις αγορές .

Ωστόσο πιθανότατα θ’ αντιμετωπίσει τις ίδιες δυσκολίες που είχαν και άλλοι υπουργοί που ήταν φιλικοί προς τις αγορές κατά το παρελθόν. «Πολλά εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίον θα του επιτραπεί να σχεδιάσει και να εφαρμόσει τέτοιες πολιτικές, να έχει μία ικανοποιητική ομάδα και να προχωρήσει κάποιες δομικές μεταρρυθμίσεις», προσέθεσε ο συνάδελφος.

Ο Ερντογάν είναι γνωστός για τις αμφιλεγόμενες απόψεις του στα οικονομικά κυρίως. Κατά την προηγούμενη δεκαετία έδωσε προτεραιότητα στον φθηνό δανεισμό και στη γρήγορη ανάπτυξη παρά στις δομικές μεταρρυθμίσεις που θα περιόριζαν την εξάρτηση της Τουρκίας από το ξένο κεφάλαιο, το έλλειμμα εμπορίου,  τα χαμηλά ποσοστά αποταμίευσης και τον χρόνια υψηλό πληθωρισμό.

Έχει εμπλακεί στις εργασίες της κεντρικής τράπεζας, πιέζοντας τους διοικητές να κρατούν χαμηλά επιτόκια και απειλώντας τους με απόλυση σε περίπτωση που δεν συμμορφωθούν.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει προκαλέσει χάος και μία ολοκληρωτική πτώση της λίρας.

Το μεγαλύτερο ράλι ανόδου της λίρας τα τελευταία δύο χρόνια δείχνει ότι οι επενδυτές ποντάρουν ότι ο Ερντογάν θα επιτρέψει μία πιο κλασική οικονομική διαχείριση.

Σκεπτικοί ακόμα και μετά τις αλλαγές οι επενδυτές

Ο οίκος αξιολόγησης Fitch υποστηρίζει ότι η αλλαγή στην κεντρική τράπεζα «δίνει τη δυνατότητα βελτίωσης στην αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής».

Ωστόσο αρκετοί είναι αυτοί που εμφανίζονται απαισιόδοξοι καθώς θεωρούν ότι μάλλον μοιάζει απίθανο ο Ερντογάν, ο οποίος έχει συσσωρεύσει απεριόριστη εξουσία και απαιτεί αφοσίωση και υποταγή από τους υπουργούς του, ν’ αλλάξει μυαλά.

Όσοι γνωρίζουν τον νέο υπουργό Οικονομικών λένε ότι θα μιλήσει απευθείας στον Ερντογάν αλλά στο τέλος θα συμμορφωθεί με τις επιθυμίες του προέδρου.

«Θα πει την αλήθεια στον πρόεδρο, αλλά δεν θα του πει όχι. Ό,τι πει ο πρόεδρος, θα είναι και η τελική απόφαση», λέει ένα εξέχον πρόσωπο από τον χώρο των επιχειρήσεων.

Ο Μπουχαντίρ Καλεαγκασί πρώην γενικός γραμματέας του Συνδέσμου Τούρκων Βιομηχάνων (Tusiad) περιέγραψε τον Ελβάν ως αξιόπιστο και άξιο σεβασμού. Ωστόσο δήλωσε ότι τα προβλήματα της Τουρκίας είναι βαθύτερα από το ποιος είναι επικεφαλής στο εκάστοτε υπουργείο.

«Ακόμα και αν υπήρχε ένας αλγόριθμος ο οποίος θα τοποθετούσε επικεφαλής στην Τουρκία τους 20 καλύτερους οικονομολόγους και πάλι δεν θα λειτουργούσε. Δεν έχει να κάνει με την προσωρινή μακροοικονομική πολιτική, έχει να κάνει με το ίδιο το σύστημα».

Πηγές: Financial Times, Bloomberg, Al Jazeera, Deutsche Welle, Bloomberg

Διαβάστε Ακόμα:

Ερντογάν: Έχουμε φτάσει τέσσερις φορές στο διάστημα

Handelsblatt για Ερντογάν: «Ο Τραμπ του Βοσπόρου» πρέπει να δώσει μάχη ενάντια στον εαυτό και στην οικογένειά του


Google NewsΑκολουθήστε το reader.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.