ΔΙΕΘΝΗ
26/12/2020 09:54

Ιστορίες από το Τσουνάμι

Τρεις ιστορίες «ξεπήδησαν» μέσα από τα κύματα που κατάπιαν 250.000 ζωές την 26η Δεκεμβρίου του 2004, όταν το φονικό τσουνάμι χτύπησε την Ινδονησία πριν συνεχίσει την καταστροφική του πορεία στην Ταϊλάνδη και τη Σρι Λάνκα.

Μυρτώ Αρετάκη
Κείμενο: Μυρτώ Αρετάκη
Ιστορίες από το Τσουνάμι
Ιστορίες από το Τσουνάμι
Ανάγνωση:

Η 26η Δεκεμβρίου 2004 ξημέρωσε σαν μια συνηθισμένη Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα. Η ήρεμη και γιορτινή ατμόσφαιρα δεν προμήνυε τον όλεθρο που θα ακολουθούσε.

Στις 7:58 π.μ. ένας μεγάλος σεισμός - μεγέθους 9,1 Ρίχτερ - ταρακουνά ολόκληρη την Ινδονησία, δημιουργώντας ένα νέο ρήγμα και απελευθερώνοντας μια αδιανόητη ποσότητα ενέργειας, ισοδύναμη με περίπου 550 εκατομμύρια φορές την ατομική βόμβα που έπεσε στην Χιροσίμα το 1945.

Σειρά είχε το τσουνάμι, με τεράστια κύματα που έφτασαν μέχρι και τα τριάντα μέτρα συμπαρασύροντας στο διάβα τους τα πάντα, σπίτια, ξενοδοχεία και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές.

Πολλά χρόνια μετά, οι πληγές παραμένουν ακόμη ανοιχτές. Οι ιστορίες, που μεταφέρουμε σήμερα, ωστόσο, φωτίζουν το ανθρώπινο μεγαλείο, την δύναμη, την επιμονή, το κουράγιο και την γενναιοδωρία - που κρατούν ζωντανή την ελπίδα, ακόμη και όταν όλα δείχνουν χαμένα.

Τα αδέρφια που ορφάνεψαν και έγιναν εκατομμυριούχοι

Ένα ταξίδι - όνειρο ζωής έμελλε να γίνει εφιάλτης για τα αδέρφια Forkan, που μέσα σε λίγα λεπτά είδαν τη ζωή τους να γκρεμίζεται στο φονικό τσουνάμι. Οι γονείς τους κατόρθωσαν με αυτοθυσία να σώσουν τα τέσσερα παιδιά, ανεβάζοντάς τα στην ταράτσα του ξενοδοχείου όπου διέμεναν, πριν παρασυρθούν από τα ορμητικά νερά.

Ο Ρόμπ και ο Πώλ - που ήταν τότε 17 και 15 ετών - βρέθηκαν με τα δύο μικρότερα αδέρφια τους στη Σρι Λάνκα μόνοι, χωρίς χρήματα και διαβατήρια. Επέστρεψαν στη Μεγάλη Βρετανία με τη βοήθεια των τοπικών αρχών και υιοθετήθηκαν από τη μεγαλύτερη αδερφή τους, που ήταν μόλις 21 ετών.

Η τραγική απώλεια που βίωσαν, ωστόσο, ήταν και εκείνη που τους έδωσε τη δύναμη και το κίνητρο να μην τα παρατήσουν. Με όραμα αφενός να βοηθήσουν τα παιδιά που βιώνουν στερήσεις ανά τον κόσμο, και αφετέρου να συνεχίσουν την κληρονομιά των γονιών τους - εμπνεόμενοι από τις αξίες με τις οποίες μεγάλωσαν - τα δύο αδέρφια ξεκίνησαν μια επιχείρηση, που έμελλε να τους κάνει εκατομμυριούχους!

Τα αδέρφια Forkan έμαθαν από μικρή ηλικία πως η γνώση δεν πηγάζει μόνο από τα θρανία μιας τάξης, αλλά κυρίως από τα ταξίδια στον κόσμο και από την εθελοντική εργασία. Το 2012 ίδρυσαν μια εταιρεία με την ονομασία Gandys - που φανερώνει την αγάπη τους για την Ινδία και τον Γκάντι - ξεκινώντας να φτιάχνουν σαγιονάρες.

Η εταιρεία γεννήθηκε στο υπνοδωμάτιο του διαμερίσματός τους, αλλά γρήγορα μετεξελίχθηκε σε ένα αναγνωρίσιμο brand ταξιδιωτικού ρουχισμού με πολλούς επώνυμους υποστηρικτές, από τον πρίγκιπα Γουίλιαμ και την Kate Middleton, μέχρι τη Jessica Alba, τη Jessie J και τους One Direction.

«Θέλαμε να δημιουργήσουμε μια μάρκα βασισμένη σε αυτά που πιστεύουμε και η οποία θα πηγάζει από έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Οι γονείς μας έμοιαζαν ατρόμητοι, σαν παιδιά δεν βιώσαμε δράματα, απλά ταξιδεύαμε στην Ινδία χωρίς σχέδια και πρόγραμμα. Πολλοί άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να είχαν επιβιώσει από μια τέτοια κατάσταση, ωστόσο αυτό ήταν που μας βοήθησε να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα», είχε πει ο Ρομπ.

Από τα πρώτα χρόνια της Gandys, η εταιρεία αποτέλεσε ένα βασικό εργαλείο προσφοράς για τα δύο αδέρφια, που κατόρθωσαν από το 2014 να παρέχουν στέγη και φροντίδα σε ορφανά παιδιά στη Σρι Λάνκα. Μέχρι σήμερα λειτουργούν ακόμη τρία κάμπς στο Μαλάουι, τη Βραζιλία και το Νεπάλ.

«Αυτό που ζήσαμε ήταν τραγικό, αλλά αυτά που είδαμε σαν παιδιά ταξιδεύοντας στον κόσμο είναι πολύ χειρότερα από πολλές απόψεις. Υπάρχουν παιδιά, που δεν έχουν την υποστήριξη και την φροντίδα που είχαμε εμείς», είχε δηλώσει ο Πώλ. «Στο τέλος της ζωής μας, θα ξέρουμε ότι κάναμε ό,τι μπορούσαμε για αυτά».

Η μάνα που παλεύει να βρει τον τρόπο να ζήσει με τις αναμνήσεις

Η ιστορία της Sonali Deraniyagala διαφέρει από εκείνη των αδερφών Forkan. Το ταξίδι στη γενέτειρά της το 2004 για τα Χριστούγεννα έμελλε να στιγματίσει τη ζωή της για πάντα, καθώς εκεί έχασε τους δύο γιους της, τον σύζυγο και τους γονείς της. Υπήρξε η μόνη επιζώσα από ολόκληρη την οικογένειά της και το ταξίδι της επιστροφής σε μία κάποια κανονικότητα ήταν για εκείνη πολύ πιο δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο.

Για οκτώ μήνες φίλοι και συγγενείς την είχαν συνέχεια υπό επίβλεψη, φοβούμενοι μια ενδεχόμενη αυτοκτονία, καθώς εκείνη αρνιόταν να σηκωθεί από το κρεβάτι και δεν άντεχε ούτε το φως του ήλιου. Ακολούθησαν εκρήξεις οργής, κατάχρηση αλκοόλ, ταξίδια στην άκρη της γης και μία σειρά από «παράλογες» συμπεριφορές, καθώς η γυναίκα αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει τι της είχε συμβεί.

Αναζητώντας λίγη ανωνυμία, καθώς όλοι πίσω στην πόλη της γνώριζαν την ιστορία της, η Sonali μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου και ξεκίνησε ψυχοθεραπεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να μπορέσει να επισκεφθεί για πρώτη φόρα το σπίτι, που είχε αφήσει με τον σύζυγο και τα παιδιά της πριν το μοιραίο ταξίδι.

Στο πλαίσιο της θεραπείας της, ακολούθησε τη συμβουλή του γιατρού της και επιχείρησε για πρώτη φόρα να γράψει τις αναμνήσεις της από το τραγικό συμβάν. «Παρέμενε μια τόσο έντονη εμπειρία, που σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να προσπαθήσω να τη βάλω κάτω. Βήμα βήμα. Και αφού ξεκίνησα, όλο και περισσότερες αναμνήσεις επέστρεφαν».

«Γνωρίζω τώρα πως βρισκόμουν στο νερό για περίπου είκοσι λεπτά και την περισσότερη από εκείνη την ώρα δεν είχα ιδέα τι συμβαίνει. Αλλά υπήρχαν και λεπτομέρειες. Όταν άρχισα να συνέρχομαι από το σοκ θυμάμαι πως κολύμπησα ανάσκελα στο νερό και κάποια στιγμή είδα πελαργούς να πετούν από πάνω μου. Θυμάμαι, για μία στιγμή, να ξεχνώ όλο αυτό το χάος και να αναρωτιέμαι τι πουλιά ήταν αυτά. Και έπειτα ένα μικρό αγόρι να φωνάζει τον μπαμπά του και εγώ να πιστεύω πως ήταν ο γιος μου, πριν συνειδητοποιήσω πως τελικά δεν ήταν εκείνος».

Το ταξίδι των αναμνήσεων, ωστόσο, ήταν ιδιαίτερο επίπονο για την Sonali. Μέχρι σήμερα δυσκολεύεται να συγκρατήσει τις αναμνήσεις, που ξεφυτρώνουν από τα πιο απλά πράγματα, λίγο γρασίδι στο οποίο θα καθόταν ο γιος της, η μυρωδιά του απορρυπαντικού που έπλενε τα ρούχα τους. Ακόμη πιο δύσκολη ήταν η συναναστροφή της με τους ανθρώπους, που αναρωτιόντουσαν εύλογα ποια είναι, αν έχει οικογένεια, για να μείνουν στη συνέχεια άναυδοι ακούγοντας την ιστορία της.

Η Sonali δημοσίευσε το βιβλίο με τις εμπειρίες της και δουλεύει μέχρι σήμερα για να βρει «ένα ασφαλές καταφύγιο όπου ο πόνος και η χαρά θα μπορούν να συνυπάρχουν ως κόμματι το ένα του άλλου».

Η οικογένεια που σώθηκε σαν από θαύμα

Συγκλονιστική είναι και η ιστορία μιας οικογένειας Ισπανών, που έζησε σαν από θαύμα από το χτύπημα του τσουνάμι στην Ταϊλάνδη. Μια ιστορία, που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τον τίτλο «The Impossible» και είναι πλέον διαθέσιμη και στο Netflix.

Όλα ξεκίνησαν με την οικογένεια να χαλαρώνει στην πισίνα του ξενοδοχείου τους, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας «φριχτός» ήχος, που κανείς δεν μπορούσε να αναγνωρίσει. Λίγα λεπτά αργότερα, η οικογένεια είχε διασκορπιστεί κάτω από τα ορμητικά νερά σε ένα χαοτικό σκηνικό καταστροφής.

Η μητέρα, Maria Belon, έμεινε για τρία λεπτά κάτω από το νερό, σοβαρά τραυματισμένη από τα απανωτά χτυπήματα, αλλά και γεμάτη αγωνία και φόβο για τα τρία παιδιά της - ηλικίας 10, 8 και 5 ετών - αλλά και τον σύζυγό της.

Όπως έχει περιγράψει η ίδια, «κοιτούσα προς τη θάλασσα όταν είδα έναν μαύρο τοίχο. Δεν πίστεψα ότι ήταν η θάλασσα. Πίστευα ότι ήταν ένας μαύρος τοίχος που ερχόταν προς τα πάνω μας».

«Φώναξα στον άντρα μου και στα παιδιά μου. Πίστεψα ότι τελείωσαν όλα για μας. Και ύστερα εξαφανίστηκαν τα πάντα κάτω από το νερό».

Όταν κατάφερε να βγει στην επιφάνεια, η Maria είδε συγκλονισμένη τον ένα γιο της περίπου 15 μέτρα μακριά. Κατόρθωσε να πάει κοντά του και μαζί πιάστηκαν από έναν κορμό δέντρου.

Παρότι ένιωθε πως πέθαινε - είχε σοβαρή εσωτερική αιμορραγία και πολλαπλά εξωτερικά τραύματα - η Maria και ο γιος της σώθηκαν από έναν άνδρα, που τους κουβάλησε μέσα στη λάσπη, μέχρι να βεβαιωθεί πως θα μεταφέρονταν στο νοσοκομείο. Εκείνες τις στιγμές, η γυναίκα ήταν σίγουρη πως ο σύζυγός και τα δύο παιδιά τους δεν τα είχαν καταφέρει.

Και όμως το θαύμα είχε γίνει! Ο πατέρας, Quique Alvarez, είχε κατορθώσει να σωθεί από τη δίνη του τσουνάμι και έπειτα από τα πρώτα λεπτά αγωνίας είχε εντοπίσει τον ένα γιο του, που φώναζε τους γονείς και τα αδέρφια του. Έμειναν μαζί για περίπου μισή ώρα, πιασμένοι από ένα κλαδί δέντρου, οπότε και άκουσαν τον μικρότερο γιο της οικογένειας να φωνάζει σε βοήθεια.

Αφού είχε καταφέρει να σώσει τα δύο παιδιά του, ο Quique πήρε τη δύσκολη απόφαση να τα αφήσει στην οροφή του ξενοδοχείου για να ψάξει τη γυναίκα του και τον τρίτο του γιο - μαζί με ακόμη έναν άνδρα που έψαχνε την οικογένειά του. Έπειτα από δύσκολες ώρες αναζήτησης, τους βρήκε στο νοσοκομείο.

Η οικογένεια σπάνια μιλάει πίσω στην Ισπανία για την εμπειρία του τσουνάμι. Όταν το κάνει, άλλωστε, ακόμη πιο σπάνια την πιστεύουν.

Όπως έχει αναφέρει η Maria, «υπήρξαμε τρομερά τυχεροί και με την καλή και με την κακή έννοια. Το να κουβαλάς μια ζωή αυτή την τύχη είναι δύσκολο».

«Διατηρήσαμε επαφές με τον άνδρα που ήταν μαζί με τον σύζυγό μου, όταν μας έψαχνε. Αλλά είναι δύσκολο, γιατί αυτός ο άνθρωπος έχασε τα δύο μωρά του».

«Έμαθα τι θα πει αληθινή γενναιοδωρία στο τσουνάμι» έχει δηλώσει ακόμα. «Άνθρωποι που δεν με γνώριζαν ξόδεψαν ώρες να φροντίζουν την οικογένειά μου. Φοβόμουν πολλά πράγματα στη ζωή. Το τσουνάμι ήταν έναν απίστευτο δώρο. Όλη μου η ζωή φαντάζει τώρα σαν χρόνος που μου χαρίστηκε».

Με πληροφορίες από Daily Mail, Guardian, Mirror

Πηγές Φωτογραφιών: Daily Mail, You Tube, Getty Images

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Google News
Ακολουθήστε το Reader στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.
Μυρτώ Αρετάκη
Κείμενο: Μυρτώ Αρετάκη

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ