Poutin-Sisi-570

Ο Σι Τζινπίνγκ αναδεικνύεται στον πιο σημαντικό ηγέτη της Κίνας μετά τον Μάο. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν εισέβαλε σε έναν από τους γείτονες της Ρωσίας. Ο Άμπντελ Φάταχ αλ Σίσι διοικεί με σιδηρά πυγμή την Αίγυπτο. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατέχει στην Τουρκία ένα προεδρικό μέγαρο που επισκιάζει τον Λουδοβίκο τον 14ο. Ζούμε στην εποχή των ισχυρών ανδρών της πολιτικής.

Οι άνδρες αυτοί δεν είναι κατ' ανάγκη αυταρχικοί. Μπορεί να είναι και καλόπιστοι δημοκράτες. Ενώ ο Ερντογάν γίνεται όλο και πιο αυταρχικός, ο Ναρέντρα Μόντι στην Ινδία και ο Σίνζο Άμπε στην Ιαπωνία δεν δείχνουν διατεθειμένοι να υπονομεύσουν τη φιλελεύθερη συνταγματική τάξη στις χώρες τους.

Ο συνεκτικός ιστός μεταξύ αυτών των πολιτικών, γράφει ο Φίλιπ Στίβενς στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, είναι μια προσέγγιση των διακρατικών σχέσεων και της εθνικής κυριαρχίας που παραπέμπει περισσότερο στον 19ο αιώνα παρά στο δεύτερο μισό του 20ού. Μερικοί θα προσέθεταν σε αυτόν τον κατάλογο και τον Βενιαμίν Νετανιάχου. Παρά τις διαφορές τους, ο τελευταίος νιώθει πιο άνετα με τον Πούτιν παρά με τους φιλελεύθερους της Ευρώπης.

Η κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού υποτίθεται ότι θα οδηγούσε σε μια φιλελεύθερη διεθνιστική τάξη. Η Ρωσία θα ευημερούσε ως εταίρος της Δύσης και η Κίνα θα αναγορευόταν σε μια υπεύθυνη υπερδύναμη. Νέες δυνάμεις θα συνειδητοποιούσαν ότι οι κανόνες ωφελούν τους πάντες. Οι πιο αισιόδοξοι διεθνιστές έβλεπαν την Ευρώπη ως τον χώρο ενός μεταμοντέρνου πολυπολισμού και μιας μοιρασμένης εθνικής κυριαρχίας.

Οι ισχυροί άνδρες προτιμούν τον ανταγωνισμό από τη συνεργασία ως τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Είναι μάλλον εθνικιστές παρά διεθνιστές. Και στην περίπτωση της Κίνας και της Ρωσίας, είναι ανερυθρίαστα αναθεωρητές.

Στις περισσότερες ανεπτυγμένες δημοκρατίες, ο εθνικισμός (σε αντίθεση με τον πατριωτισμό) παραπέμπει σε μια πολιτική κατάχρηση. Για τον Σι και τον Πούτιν, αντίθετα, είναι ένας τρόπος να αποσπούν υποστήριξη στο εσωτερικό και ένα εργαλείο για την επικράτηση των εθνικών συμφερόντων έναντι των οικουμενικών αξιών. Η οικονομία αποτελεί γι' αυτούς ένα εργαλείο για την άσκηση εξουσίας.

Το μεγάλο επίτευγμα της Ευρώπης, τονίζει ο αρθρογράφος των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, είναι ότι άφησε την ιστορία πίσω της. Οι ισχυροί άνδρες δεν βλέπουν τον λόγο να απολογηθούν για το παρελθόν. Είναι πολύ απασχολημένοι με το να ξαναγράφουν τα σχολικά εγχειρίδια. Αν ο Άμπε έχει απλώς βαρεθεί να απολογείται, ο Σι θέλει να λύσει λογαριασμούς γυρίζοντας στους πολέμους του οπίου και ο Πούτιν θέλει να εκδικηθεί για την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Όλα αυτά είναι οικεία σε όσους έχουν μελετήσει τις μεγάλες μάχες εξουσίας του 19ου αιώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι αξιωματούχοι στο Πεκίνο επικαλούνται το δόγμα Μονρόε του 1823 και την οικοδόμηση της αμερικανικής ναυτικής δύναμης στις αρχές του 20ού αιώνα ως προηγούμενα για την προσπάθεια του Πεκίνου να εδραιώσει την κυριαρχία του στον δυτικό Ειρηνικό. Οι μεγάλες δυνάμεις ελέγχουν τη γειτονιά τους, λένε. Έτσι παίζεται το παιχνίδι. Ο Πούτιν και ο Σι δεν κάνουν κάτι διαφορετικό.

Θα ήταν λάθος να θεωρήσει κανείς ότι η άνοδος των ισχυρών ανδρών αποτελεί μια μη αντιμετωπίσιμη πρόκληση προς τη Δύση. Ο Ερντογάν μπορεί να ήταν όλο χαμόγελα όταν δέχθηκε τον Πούτιν στην Άγκυρα, αλλά η Τουρκία αποτελεί ένα ισχυρό μέλος του ΝΑΤΟ. Η φιλοδοξία του Αμπε να ανοικοδομήσει τη στρατιωτική ισχύ της Ιαπωνίας αποσκοπεί στην αντίκρουση της Κίνας. Οι μεθοριακές διαμάχες με το Πεκίνο στα Ιμαλάια οδηγούν τον Μόντι να αναζητεί πιο θερμές σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Αυτό που δείχνουν οι ηγέτες αυτοί είναι ότι το πολυμερές μοντέλο του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα θα αποτελέσει μάλλον ένα ιστορικό διάλειμμα παρά μια νέα φάση στις διακρατικές σχέσεις. Η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται ήδη σε υποχώρηση. Ο Καντ παραμερίζει για να περάσει ο Χομπς. Η Δύση μαθαίνει πώς είναι να ζεις σε έναν σκληρό κόσμο.