Τα τελευταία χρόνια νέο εθνικό μας σπορ έχει γίνει κάθε επέτειο της 28ης Οκτωβρίου να ασχολούμαστε με το αν ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς που είπε το όχι ή ο ελληνικός λαός.

Γράφει ο Γιώργος Κοκκόλης

Σήμερα, έτυχε να διαβάσω το άρθρο του δημοσιογράφου Νίκου Μπογιόπουλου στο enikos.gr στο οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ μας λέει ότι ο Ιωάννης Μεταξάς έκανε ότι έκανε από συμφέρον και όχι από πατριωτισμό και ότι μόνοι οι κομμουνιστές -που πράγματι κυνηγήθηκαν από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου- ήταν οι πραγματικοί αντιστασιακοί.

Με ένα γενικό αφορισμό ο πρώην δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη θεωρεί πως «σε κρίσιμες στιγμές (όπως ένας Παγκόσμιος Πόλεμος) οι επιλογές στρατοπέδου από τους «Μεταξάδες» δεν γίνονται με βάση την ιδεολογία τους. Οι «Μεταξάδες» επιλέγουν συμμάχους σύμφωνα με τα ταξικά συμφέροντα που αυτοί εκπροσωπούν. Και τα ταξικά συμφέροντα που εκπροσωπούσε ο Μεταξάς και το καθεστώς του, ήταν απολύτως εξαρτημένα και διασυνδεδεμένα με την Αγγλία». Μια επιδερμική μόνο ματιά στο ημερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά αλλά και στην Ιστορία του Εθνικού Διχασμού μπορεί να επιβεβαιώσει ότι ο δικτάτορας μόνο τα βρετανικά συμφέροντα δεν εκπροσωπούσε. Ο ίδιος δεν γνώριζε αγγλικά, είχε σπουδάσει στη Γερμανία και στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο πήρε σαφώς θέση με τον βασιλιά και τα γερμανικά συμφέροντα που ήθελαν την ουδετερότητα της Ελλάδας.

Αν λοιπόν κάποιος μπει στον κόπο να μελετήσει το ημερολόγιο του Μεταξά, θα διαπιστώσει ότι η απόφαση του να συνταχθεί με τη Βρετανία σε περίπτωση πολέμου με τον Άξονα είχε ληφθεί ήδη από το 1936, χρονιά κατά την οποία ο Μεταξάς ανέβηκε στην εξουσία. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς ο Μεταξάς παρέστη σε συνεδρίαση του Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού και μεταξύ άλλων δήλωσε:

«Αυτό που θα σας είπω δεν θα το ανακοινώσετε εις κανένα. Προβλέπω πόλεμον μεταξύ του Αγγλικού και του Γερμανικού συγκροτήματος. Πόλεμον πολύ χειρότερον από τον προηγούμενον. Εις τον πόλεμον αυτόν θα κάνω ό,τι ημπορώ δια να μην εμπλακή η Ελλάς, αλλά τούτο δυστυχώς θα είναι αδύνατον. Είναι περιττόν να σας είπω ότι η θέσις μας εις την σύρραξιν αυτήν θα είναι παρά το πλευρόν της Αγγλίας. Επαναλαμβάνω και πάλιν: Το τελευταίον αυτό, προπαντός, να μην εξέλθη της αιθούσης ταύτης.»

Γιατί αυτή η στροφή; Διότι ως εξαίρετος στρατηγικός νους που ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς αντιλήφθηκε πως ως ναυτική χώρα η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να μην ευθυγραμμισθεί με τη θαλασσοκράτειρα Βρετανία. Όσο για το πόσο φερέφωνο της Βρετανίας ήταν ας δούμε μαζί ένα περιστατικό μετά το ξέσπασμα του ελληνοαλβανικού πολέμου.  Στις 13 Ιανουαρίου του 1941 έφθασε στην Ελλάδα ο Άγγλος στρατηγός Ουέηβελ. Αμέσως μετά την άφιξη του πρότεινε την αποστολή στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου ενός αγγλικού συντάγματος αντιαεροπορικών και αντιαρματικών όπλων. Ο Ιωάννης Μεταξάς αρνήθηκε την προσφορά χωρίς εξηγήσεις την ώρα που στρατηγός Παπάγος ζήτησε την αποστολή τουλάχιστον εννέα μεραρχιών με ισχυρή αεροπορική κάλυψη. Ο Ουέηβελ ανταπαντά ότι μπορεί να διαθέσει δύο μόνο μεραρχίες και ζητά να επισκεφθεί το μέτωπο. Ο Μεταξάς όχι μόνο δεν του το επέτρεψε αλλά του απάντησε ότι τυχόν αγγλική παρουσία θα προκαλούσε γερμανική επίθεση. Παρά τις πιέσεις του Λονδίνου ο Μεταξάς δέχθηκε την προσφορά μόνο αν οι Γερμανοί περνούσαν τον Δούναβη και έμπαιναν στη Βουλγαρία.

Στο κείμενό του ο κ. Μπογιόπουλος παραθέτει μια σειρά αποσπασμάτων από το ημερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά όπου δικτάτορας έθετε σε ρεαλιστική βάση ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στα βρετανικά συμφέροντα. Ωστόσο για κάποιο λόγο όλα αυτά τα χαρακτηρίζει «συμφεροντολογικά» και όχι «πατριωτικά». Προφανώς υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ συμφέροντος και πατριωτισμού που δεν μπορώ να κατανοήσω αφού αν κάτι καθιστά «πατριωτική» μια στάση ή επιλογή είναι το πόσο καθίσταται μακροπρόθεσμα «συμφέρουσα» για το έθνος.

Προφανώς όλα αυτά δεν λέγονται για να αθωωθεί το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ούτε βεβαίως το κυνήγι μαγισσών που υπέστησαν οι κομμουνιστές. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι στην ιστορική ανάγνωση υπάρχει το άσπρο και το μαύρο. Το να λέμε ότι ήταν το στενό προσωπικό συμφέρον - που δεν αποδεικνύεται από πουθενά- ή κάποια αόριστη δύναμη του ελληνικού λαού που «ανάγκασε» (!) τον Μεταξά να πει όχι στους Ιταλούς δεν συνιστά ιστορική έρευνα.

Αυτό φέρνει σε δύο άλλους αξιαγάπητους μύθους για την 28η Οκτωβρίου. Ο πρώτος είναι αυτός που παρουσιάζει την Ιταλία ως ένα Γολιάθ τον οποίο νίκησε ο Έλλην Δαυίδ. Φυσικά μόνο έτσι δεν έγιναν τα πράγματα, αφού το μεταξικό καθεστώς είχε φροντίσει έγκαιρα να αναδιοργανώσει το στράτευμα και να χαράξει την περίφημη «γραμμή Μεταξά». Αλλά και μια εκτενής ματιά στην οργάνωση του ιταλικού στρατού εκείνη την περίοδο πιστοποιεί την ανετοιμότητα του ιταλικού στρατού και τις φανφάρες του Μουσολίνι για τις περιώνυμες «1.000.000 λόγχες».

Επιπλέον η μεταπολιτευτικής κοπής άποψη ότι ο ελληνικός λαός ανάγκασε τον Μεταξά να πει το όχι στερείται εγκυρότητας καθώς αδυνατεί να εξηγήσει πως σε μια δικτατορία όπου κυριαρχεί η λογοκρισία μπορεί ο λαός να εκφράσει τη βούληση του και μάλιστα να ...εξαναγκάσει τον δικτάτορα να τη δεχθεί.

Όσον αφορά την παράθεση των λόγων του Καφαντάρη στο άρθρο του κ. Μπογιόπουλου όπου λέγεται ότι «είπε το όχι ο μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να πει το ναι» μάλλον ο κ. Μπογιόπουλος αγνοεί άλλους πολύ πιο πρόθυμους από τον Μεταξά για το «ναι».  Αν είχε πετύχει το Κίνημα του '35 στη θέση του Μεταξά θα βρισκόταν ο Νικόλαος Πλαστήρας ο οποίος όχι μόνο αλληλογραφούσε στην Κατοχή με τους ναζί για να έρθει ως κυβέρνηση κουίσλινγκ αλλά από τη Νίκαια της Γαλλίας, όπου είχε μετεγκατασταθεί ενώ λίγο πριν την είσοδο των ναζί στην Αθήνα καλούσε τον λαό με επιστολή του να συνεργαστεί με τους κατακτητές: «Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να γίνει κυβέρνησις φιλογερμανική, για να καταστήσωμεν ολιγώτερον οδυνηράν την ήτταν. Αυτό πρέπει να γίνη και αν ακόμη θα ηξεύραμε ότι ο πόλεμος θα ετελείωνε και μετά τινας μόνον μήνας με τελείαν ήτταν του άξονος (όπερ απίθανον)» .

Αν σε κάτι πρέπει να αναζητηθούν οι ευθύνες του Μεταξά- πέραν βεβαίως της δικτατορίας - δεν είναι στο «ΟΧΙ» αλλά στην ψυχοπαθολογία του που τον οδήγησε σε τεράστια λάθη και παραλήψεις. Το αδικαιολόγητο μίσος και η ζήλια του προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο που τον ανέδειξε ως υπασπιστή του τορπίλησε πολλές φορές τις καταστάσεις οδηγώντας τον πρωθυπουργό στη οριστική ρήξη με τον Κωνσταντίνο το 1915. Επιπλέον ως ιδιοφυής στρατηγικός νους είχε προβλέψει τη Μικρασιατική Καταστροφή και αρνήθηκε να στηρίξει τα πολεμικά σχέδια των αντιβενιζελικών.

Έχοντας πια πλήρη επίγνωση των δικώντου τότε ευθυνών, ο Μεταξάς ως κυβερνήτης πλέον ήταν αποφασισµένος να αποτρέψει την επανάληψή του και στον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο. Λίγο πριν πεθάνει στις 5 Ιανουαρίου 1941 έγραφε στο ημερολόγιο του: «Θα µας συγχωρήση ο Θεός [δύο λέξεις σβησµένες] το 1915; Φταίµε όλοι! Και ο Βενιζέλος ακόµα! Τώρα αισθάνοµαι πόσο έφταιξα!»

Ωστόσο παρά τις εξαιρετικές του ικανότητες στα στρατιωτικά, η βαθιά του ανασφάλεια ήταν ικανή να τον τυφλώσει και στα πλέον προφανή. Στις 30 Νοεµβρίου 1940 ο Μεταξάς είναι καλεσμένος για τσάι στη Βρετανική πρεσβεία. Επιστρέφοντας καταγράφει τη δεξίωση ως εξής: «Απόψε τσάϊ Άγγλων. Είµεθα όλοι. Με προσέχουν πολύ ολίγον. ∆εν ξέρω Αγγλικά. Είµαι και κοντός». Αυτή ήταν η αντίδραση του εθνικού ηγέτη της Ελλάδας τη στιγμή που ήταν ο μοναδικός σύμμαχος της Βρετανίας!

Ο Μεταξάς - όπως εξήγησε ο ίδιος τον Οκτώβριο του 1940- προέβλεπε την τελική νίκη των Συμμάχων και είχε τηνπεποίθηση ότι η Ελλάδα, ακόµη και «προσωρινώς δουλωµένη» στη διάρκεια τουπολέµου, θα βρισκόταν τελικά στο στρατόπεδο των νικητών και επιπλέον θα κέρδιζε τουλάχιστον τα ∆ωδεκάνησα - όπως ακριβώς έγινε. Ο μόνος τρόπος να αποφύγει η Ελλάδα την άµεση εµπλοκή της σε πόλεµο θα έπρεπε να συμπορευθεί με τον Άξονα κάτι που θα σήμαινε τον εδαφικό της ακρωτηριασμό σε όφελος της Ιταλίας και της Βουλγαρίας- κάτι που έγινε κατά την τριπλή Κατοχή. Αντίθετα με την υποστήριξη της Αγγλίας και την κάλυψη του στόλου της, θα προέκυπτε µία άλλη«προσωρινή κυβέρνηση» στη νησιωτική τουλάχιστον Ελλάδα ή στο εξωτερικό στα πρότυπα της Νορβηγίας ή της Πολωνίας.

Εκεί ήταν και το άλλο μεγάλο λάθος του- ότι δεν δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας που δεν θα εξαντλείτο στο πρόσωπό του αλλά στις πολιτικές δυνάμεις της εποχής. Αυτή η εγωπάθειά του- πίστευε ότι στόχος της εξουσίας ήταν η ικανοποίηση του εγωκεντρικού ανθρώπου- σε συνδυασμό με την πλήρη αποδιοργάνωση των αστικών κομμάτων την περίοδο 1936-1940 και την επιβίωση του ΚΚΕ στην παρανομία οδήγησε στη γιγάντωση του ΕΑΜ κατά την Αντίσταση. Όταν βεβαίως ήρθε η ώρα της συνεννόησης με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις για κυβέρνηση εθνικής ενότητας είχαν ήδη μπει οι βάσεις του Εμφυλίου.

Ευτυχώς ή δυστυχώς η Ιστορία δεν έχει μια αφήγηση. Είναι μια διαρκώς ανανεούμενη διαδικασία έρευνας η οποία χρειάζεται χρόνο, μελέτη, στοιχεία και προ πάντων ψυχραιμία. Η αποσπασματική παράθεση πηγών και το ιδεολογικό πρίσμα είναι για την πολιτική που είναι άλλο τσανάκι.

Κάντε like στην σελίδα μας στο Facebook και ακολουθήστε μας στο Twitter.