Η συντριπτική νίκη της Άνγκελα Μέρκελ και των Χριστιανοδημοκρατών δημιουργεί νέους εκλογικούς συσχετισμούς και σηματοδοτεί δραστικές αλλαγές στο εσωτερικό των γερμανικών κομμάτων.

Γράφει ο Όμηρος Τσάπαλος

Για να κατανοήσουμε την αξία της νίκης είναι αρκετό να παραθέσουμε τα μέχρι τώρα στατιστικά δεδομένα. Με μια αμιγώς προσωποπαγή προεκλογική εκστρατεία, ένα one woman show που διήρκησε πάνω από δυο μήνες, η Μέρκελ και ο συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών κατάφερε να αποσπάσει το 41,5% των ψήφων σε μια Γερμανία της σύνθεσης και της συνεργατικής εκλογικής λογικής. Έφτασε πολύ κοντά στο να φτάσει τα ποσοστά Αντενάουερ του 1957 και να αποσπάσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών.

Κατάφερε να εξουδετερώσει τους Σοσιαλδημοκράτες αφήνοντας τους 16 μονάδες πίσω (παρά την δημοσκοπική τους άνοδο κατά 3 περίπου ποσοστιαίες μονάδες). Κατάφερε να ανεβάσει τα ποσοστά του κυβερνητικού κόμματος κατά 8 περίπου μονάδες, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για κόμμα που κυβερνά ήδη για δυο τετραετίες.

Συνέβαλε στο να βρεθεί, έστω και οριακά, εκτός Bουλής των αντιευρωπαϊκό κόμμα της Γερμανίας, όπου, δίχως υπερβολή, για τους Γερμανούς ευρωπαϊστές είναι ό,τι η Χρυσή Αυγή για τους Έλληνες δημοκράτες: κόκκινο πανί και de facto κατακριτέα πολιτική δύναμη που πρέπει να τεθεί στο περιθώριο. Έτσι, εντός του Γερμανικού Κοινοβουλίου δεν θα έχει τον πονοκέφαλο μιας αντιευρωπαϊκής πολιτικής παράταξης 50 βουλευτών που με επικοινωνιακά τεχνάσματα και λαϊκιστικές κορώνες θα μπορούσε να θέσει εν αμφιβόλω την ευρωπαϊκή της πολιτική.

Νίκες επετεύχθησαν και σε σχέση με τους υπολοίπους παίκτες στην σκακιέρα των γερμανικών εκλογών. Μείωση ποσοστών για τους Πράσινους. Το ίδιο για τους Αριστερούς (Linke). Ναυάγιο για το… πειρατικό κόμμα. Και όλα τα υπόλοιπα εκτός βουλής κόμματα, πλην FDP, να αποσπούν μόλις το 4% των ψηφοφόρων. Ταυτόχρονα ενισχύθηκε η συμμετοχή στις εκλογές, έστω και οριακά, στο 71,5%, δείχνοντας το ενδιαφέρον των Γερμανών για τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και τις δημοκρατικές διαδικασίες αντιπροσώπευσης.

Όλα αυτά συνθέτουν ένα σκηνικό πολλαπλών νικών για την Μέρκελ και την παράταξη της, νίκες που κανένας άλλος Καγκελάριος δεν κατάφερε να επιτύχει μέσα σε μια μόνο εκλογική αναμέτρηση. Η Μέρκελ καθίσταται έτσι η τρίτη (και μοναδική γυναίκα φυσικά) Καγκελάριος που εκλέγεται για τρίτη φορά στο ανώτατο κυβερνητικό αξίωμα της Γερμανίας καταφέρνοντας ταυτόχρονα να ενισχύσει τα ποσοστά της σε σχέση με την προηγούμενη εκλογική της νίκη.

Η μεγαλύτερη νίκη της όμως έγκειται στον ολοκληρωτικό ιδεολογικό, πολιτικό και εν τέλει εκλογικό διεμβολισμό του κόμματος των Φιλελευθέρων (FDP). Κατάφερε να αποσπάσει 2 εκατομμύρια ψηφοφόρων και να τους κάνει να ταχθούν με το πρόγραμμα λιτότητας και μεταρρυθμίσεων που προτείνει. Πρόκειται για εκλογικό άθλο, καθώς τέτοιες μαζικές διαρροές ψηφοφόρων είναι σπάνιο να συμβούν ακόμα και σε κοινωνίες με έντονο το στοιχείο της «ρευστότητας ψήφου», όπως στην Γερμανία.

Άθλος όμως είναι και το πώς κατάφεραν οι Φιλελεύθεροι να απολέσουν 10 ποσοστιαίες μονάδες ψηφοφόρων τους, κοντά το 70% της εκλογικής τους δύναμης, και να τεθούν εκτός Βουλής για πρώτη φορά από το 1949. Η απάντηση έρχεται και πάλι από την ίδια την κ. Μέρκελ. Ασκώντας μια αμιγώς φιλελεύθερη οικονομική πολιτική που έδινε έμφαση στην εξωστρέφεια και στην εξαγωγική προοπτική της χώρας, η Καγκελάριος ενθάρρυνε τους φιλελεύθερους ψηφοφόρους να συνταχθούν μαζί της δίνοντας εν τέλει και τις δυο ψήφους τους στον συνασπισμό CDU/CSU. Εφάρμοζε αυτά που οι ίδιοι ήθελαν για την πατρίδα τους και που δεν είχαν την δυνατότητα να τα εφαρμόσουν οι Φιλελεύθεροι, καθότι μειοψηφία στον κυβερνητικό συνασπισμό, και στο τέλος είχε κάθε λόγο να τους ζητήσει να την στηρίξουν. Στο πρόσωπο της Μέρκελ είδαν το σημαντικότερο για έναν Φιλελεύθερο χαρακτηριστικό που πρέπει να διέπει έναν ηγέτη: την πρακτικότητα. Η ίδια δεν δίστασε αρκετές φορές να έλθει σε ανοικτή σύγκρουση με φωνές στο εσωτερικό του κόμματος της που προέτασσαν την ανάγκη μείωσης ταχύτητας στον μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της Γερμανίας προκειμένου να καμφθούν κοινωνικές ανισότητες και προβλήματα κοινωνικής προσαρμογής. Η Μέρκελ αντιθέτως προτίμησε την πρακτικότητα, τον οικονομικό ορθολογισμό και τον πολιτικό ρεαλισμό, στοιχεία που συνθέτουν άλλωστε και τον πυρήνα της γερμανικής ταυτότητας. Προτίμησε την συνέχιση της πορείας της με την ίδια ένταση κλείνοντας χωρίς δεύτερη σκέψη το μάτι στο φιλελεύθερο ακροατήριο της ανάπτυξης, της εξωστρέφειας και των γρήγορων μεταρρυθμίσεων ξέροντας ότι στο τέλος της διαδρομής όλοι θα είναι ευχαριστημένοι.

Όταν επομένως μια χώρα καθίσταται μέσα σε μια τετραετία κυρίαρχη εξαγωγική δύναμη, κυρίαρχη πολιτική δύναμη στην Ευρώπη εξοβελίζοντας από το πιο ψηλό σκαλί του βάθρου την σύμμαχο Γαλλία, όταν καταφέρνει να ανοίξει νέες αγορές, να μειώσει την ανεργία, να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και να πείθει υπέρ της λιτότητας «για το καλό των Γερμανών», τότε δεν θέλει και πολύ ένας Φιλελεύθερος να επιλέξει CDU για να τον κυβερνήσει. Και εδώ ακριβώς έγκειται και η φαινομενική αδυναμία (αλλά και προτέρημα ταυτόχρονα) της φιλελεύθερης ιδεολογίας. Μπορεί να εφαρμοστεί και από συντηρητικούς και από σοσιαλδημοκράτες χωρίς να αλλοιωθεί ιδιαιτέρως η ιδεολογική τους ταυτότητα με αποτέλεσμα στο τέλος τα φιλελεύθερα κόμματα και συνιστώσες να καθίστανται «συμπλήρωμα» του καθενός στην προσπάθεια του να αποκτήσει την κυβερνητική πλειοψηφία. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Γερμανία αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης και τολμώ να πω και στην Ελλάδα…

Βέβαια, τα μεγάλα ερωτήματα των επόμενων ημερών είναι με ποιον θα επιλέξει να κυβερνήσει η Άνγκελα Μέρκελ αλλά και ποια στρατηγική θα επιλέξουν να ακολουθήσουν από εδώ και στο εξής οι γερμανοί Φιλελεύθεροι. Για το πρώτο η απάντηση είναι μάλλον εύκολη. Για το δεύτερο θα χρειαστεί πολύς χρόνος που μπορεί να ξεπερνά το χρονικό διάστημα μέχρι τις ευρωεκλογές του 2014.