Χθες το βράδυ είχα την τύχη μαζί με εκατοντάδες άλλους θεατές να παρακολουθήσω τις Τραχίνιες του Σοφοκλή στο Θέατρο Βράχων, μια από τις συγκλονιστικότερες τραγωδίες που έχουν γραφτεί και που δυστυχώς δεν παρουσιάζεται συχνά. Στις Τραχίνιες έχουμε τον ύστερο βίο του Ηρακλή, από το γάμο του με τη Δηιάνειρα ως το θάνατό του οπότε και η ζήλεια της και η ανάγκη να ξανακερδίσει τον άντρα της οδηγεί στον τραγικό θάνατο του ήρωα από τον χιτώνα αλειμμένο με το θανατηφόρο αίμα του Νέσσου.

Γράφει ο Γιώργος Κοκκόλης

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος απέδωσε το κείμενο του Σοφοκλή «ξεκούραστα», ρυθμικά ελληνικά χωρίς τις μεγάλες γλωσσικές περιφράσεις ενώ ο χορός αποτέλεσε τον πυρήνα της παράστασης. Δεν ήταν ο Ηρακλής ή Διηάνειρα το κέντρο αλλά το χορός που λειτουργούσε ταυτόχρονα ως σώμα αλλά και ως σύνοδος μονάδων. Η αισθητική αφαιρετική αλλά και πολυσήμαντη- ο φαλλικός κορμός δένδρου στο κέντρο της σκηνής θύμιζε πότε το περίφημο «δρυός πεσούσης» αλλά και τη ρίζα της γενιάς του Ηρακλή που βρίσκεται στο Δία και περιπλέκει τον ιστορικό με τον μυθολογικό κόσμο.

Το έργο μου έδωσε την αίσθηση της πλήρους απομυθοποίησης του κόσμου, την τομή του χρόνου και την πορεία προς μια γραμμική κατανόησή του όπου οι άνθρωποι παίρνουν την ευθύνη των πράξεών τους. «Όποιος σχεδιάζει για δύο μέρες είναι ανόητος-πριν το αύριο είναι το σήμερα, το τώρα» είπε ως τροφός η Φιλαρέτη Κομνηνού όταν διηγήθηκε την αυτοκτονία της Διηάνειρας στο χορό.  Εντυπωσιακή και η σκιαγράφηση του χαρακτήρα της Διηάνειρας που στο μεγαλύτερο μέρος του μονολόγου της δεν δείχνει να πάσχει από καμία παθολογική ζήλεια- ίσα ίσα ορίζει αυτά που δηλώνουν την ύπαρξή της ως «κυρία». Μιλά διαρκώς για την οικογένεια της, το σπίτι της  και τη ζωή της γύρω από τον Ηρακλή.

Αυτός που είναι μια πλήρης απογοήτευση είναι ο Ηρακλής. Ρωμαλέος και κτηνώδης απλώς περιφέρει το σαρκείο του και δείχνει να είναι απλώς ο macho man της μυθολογίας που κάνει το δουλικό σε βασιλείς για να γλυτώσει από τις Ερινύες. Επιπόλαιη ερμηνεία λέτε; Λοιπόν σε ολόκληρη την τραγωδία δεν ακούσαμε μια φορά τον μεγάλο ήρωα να παίρνει την ευθύνη των πράξεών του. Για την κακή του μοίρα φταίνε οι χρησμοί, η Διηάνειρα, ο κακός του ο φλάρος αλλά ποτέ ο ίδιος και το πάθος του για την Ιόλη. Ακόμα και την ώρα που ανεβαίνει στη σκηνή το μόνο που κάνει είναι να περιφέρεται αξιολύπητος και να ζητά την αυτασφάλιση του αμετανόητου εγώ του. Ούτε μια λέξη αυτοκριτική, ούτε μια λέξη συμπονετική και διδακτική στον λαό του. Έτσι έσβησε ο μύθος και νομίζω ότι είναι τέτοια η απαξίωση του Σοφοκλή για τον ήρωα που δεν του χαρίζει ούτε τον τίτλο της τραγωδίας- πρότιμά το όνομα του χωριού.

Θα μου πείτε ωραίες αυτές οι ερμηνείες και οι αναλύσεις, τι σχέση έχουν όμως με την κρίση που διανύουμε; Μα ακριβώς αυτό αισθάνθηκα για το συλλογικό μας υποκείμενο- ένα διαρκές ανάθεμα για την κακή μας μοίρα, σκοτεινές συνωμοσίες που ορίζουν τη ζωή μας και ποτέ μα ποτέ ένα ίχνος αυτοκριτικής για όλα όσα μας οδήγησαν στο αδιέξοδο. Όπως ο Ηρακλής αναφέρεται στον Δία και τη θεϊκή του ρίζα έτσι και εμείς προσδιοριζόμαστε με μόνο άξονα αναφοράς ένα αόριστο και ομιχλώδες ένδοξο παρελθόν που ούτε το ξέρουμε, ούτε το κατανοούμε - απλώς το αφήνουμε να μας βαραίνει ενώ ξορκίζουμε το παρόν. Αντίθετα η Διηάνειρα ζεί στο τώρα και παίρνει την απόλυτη ευθύνη της πράξης της -αυτοκτονεί.

Σε μια εποχή όπως αυτή που διανύουμε, που οι μύθοι και η συλλογική μας αφήγηση κατέρρευσαν εκκωφαντικά η εποχή ζητά απελπισμένα Διηάνειρες. Αν κρίνω από τη στάση πολλών θεατών που την ώρα της παράστασης γελούσαν, νομίζω πως εμείς επιμένουμε πεισματικά να παριστάνουμε τον Ηρακλή.