News
LIVE: ΑΝΑΝΕΩΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ

-Δεν τη βλέπω! Σε πόση ώρα θα είστε εδώ;..Μ’ακούτε;

Το σπίτι είχε δυο δωμάτια όλα κι όλα. Το κορίτσι είχε ζητήσει να της μεταφέρουν  το κρεβάτι κάτω από το παράθυρο για να μπορεί να βλέπει έξω. Μια μέρα της κάρφωσε η μητέρα της έναν πίνακα στο ταβάνι, για να έχει κάτι να κοιτάζει. Ο πίνακας ήταν ένα κέντημα. Ένα τοπίο του Ρενουάρ, από αυτά που έβγαιναν φασόν τη δεκαετία του ‘70, σε λεπτή λινάτσα με τρύπες, για να περνάει η σταυροβελονιά.  Δυο νεαρά κορίτσια ντυμένα στα λευκά, ήταν ζωγραφισμένα, να κάνουν βαρκάδα στη λίμνη, σε μια μακρόστενη βάρκα, που χώριζε οριζόντια τον πίνακα στη μέση. Ήταν πορτοκαλί και τα νερά ήταν μπλε μεσογειακό. Ένα ήρεμο ανοιξιάτικο τοπίο κάπου στη Γαλλία. Τον ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά αυτό τον πίνακα. Έκλεινε τα μάτια της και θυμόταν λεπτομέρειές του. Άλλωστε ήταν και από τα λίγα πράγματα που μπορούσε να κάνει, ύστερα από το ατύχημα. Η ακαμψία των άκρων της ήταν τόσο προχωρημένη που οι επιβεβλημένες ασκήσεις των γιατρών είχαν μεταμορφωθεί σε ανθρώπινα βασανιστήρια. Όταν τελείωνε πια με αυτές ξάπλωνε και μια κοιτούσε έξω από το παράθυρο το φως, μια χανόταν στις σκέψεις της. Σκέψεις ανακατεμένες με ιστορίες που έβγαζε από το μυαλό της για τις κοπέλες του πίνακα. Και κάποιες φορές τη νιρβάνα της, την ακολουθούσε ένας ελαφρύς ύπνος και τότε η εικόνα γινόταν όνειρο. Πως φοράει, λέει, ένα τόσο μακρύ φόρεμα που μπλέκεται στα πόδια της καθώς προσπαθεί να μπει στη βάρκα και η φίλη της την κοροιδεύει και της λέει ότι δεν της  αξίζει να βρίσκεται σ’ αυτόν τον πίνακα. Και κείνη πικραμένη μαζεύει το ρούχο της και ρίχνεται στο νερό που είναι μαύρο και φτάνει τόσο μακριά από την όχθη που δεν βλέπει πια ούτε τη βάρκα, ούτε τη φίλη της. Βρίσκεται καταμεσής του ωκεανού.

Τα δάχτυλά της τώρα αγγίζουν το παγωμένο νερό. Μόνο που το χρώμα του δεν είναι το μπλε του Ρενουάρ. Ο ήχος του νερού που σπάει το τζάμι του παραθύρου καρφώνεται στο μυαλό της.  Ένας χείμαρρος νερού με κλαδιά, χώμα και ξερά φύλλα ξεχύνεται μέσα στο δωμάτιό της. Μόλις το σώμα της συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να βγει από κει μέσα, αρχίζει να συσπάται από έναν ακατέργαστο φόβο.  Πολύ σύντομα η στάθμη του νερού φτάνει στο πρόσωπό της. Καταλαβαίνει  τις ελάχιστες πιθανότητές της. Σφίγγεται ολόκληρη, να συμφιλιωθεί. Το νερό της καλύπτει πια και το κεφάλι. Δοκιμάζει την άπνοια και χρονομετράει τον εαυτό της. Είκοσι  δεύτερα κρατιέται προτού αρχίσει να απορροφά υγρό από το στόμα και τη μύτη της, προτού γεμίσουν οι πνεύμονές της με νερό γεμάτο κοκκινόχωμα. Η τελευταία αίσθηση είναι της ακοής. Τα ουρλιαχτά της μητέρας της περνούν μέσα από το νερό και γεμίζουν τις τελευταίες της στιγμές με ζόφο.

-Δεν την βλέπω. Ναι, σας ακούω, όχι δεν μπορώ, είμαστε στο υπόγειο, καταλαβαίνετε;

Η μητέρα λίγες στιγμές πριν στεκόταν στην πόρτα. Κοιτούσε την κατάκοιτη κόρη της. Αν είχε υπομείνει τον άντρα της, δεν θα είχαν βρεθεί πριν ένα χρόνο σε αυτό το μπουντρούμι.

Με το ένα χέρι πιέζει το ακουστικό στο αυτί της, για να ακούει τη φωνή του πυροσβέστη, με το άλλο κρατάει το στέρνο της, που πάλλεται όλο και πιο νευρικά. Το σώμα της την προετοιμάζει για μια μεγάλη ανάσα. Κολυμπάει ανάμεσα σε ξύλα και πλαστικά. Το κεφάλι της ακουμπάει το ταβάνι.

Δεν πρόλαβε να απελευθερώσει την κόρη της από τα μηχανήματα, δεν πρόλαβε να την πάρει αγκαλιά, στην πλάτη της, να κάνει μια προσπάθεια να ανέβει τις σκάλες μέχρι το ισόγειο. Ούτε να τρέξει έξω. Τίποτα. Δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα απ΄αυτά

Google NewsΑκολουθήστε το reader.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.