Δολοφονία Γκαλιζία: Ο θάνατος της δημοσιογράφου που «ρίχνει» μία κυβέρνηση (pics & vids)

News

Ήταν 16 Οκτωβρίου 2017 όταν η μαχόμενη δημοσιογράφος, Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία δολοφονούνταν σε ηλικία 53 ετών από εκρηκτικό μηχανισμό που είχε τοποθετηθεί στο αυτοκίνητο, το οποίο είχε νοικιάσει, σε τοποθεσία κοντά στο σπίτι της, στο χωριό, Bidnija, στη Μάλτα.

Όπως αποδείχθηκε αργότερα οι άγνωστοι είχαν ενεργοποιήσει τον εκρηκτικό μηχανισμό με τηλεχειριστήριο από απόσταση. Αυτός μάλιστα ήταν ο πέμπτος φόνος από έκρηξη βόμβας στη Μάλτα, ο οποίος μένει ανεξιχνίαστος τα τελευταία χρόνια. Από το 2010 και μέχρι το θάνατο της Γκαλιζία το 2017, είχαν γίνει 19 επιθέσεις με έκρηξη βόμβας σε αυτοκίνητα.

Ήταν μία δολοφονία που δύο χρόνια αργότερα και ενώ τα ερωτήματα γύρω από την έρευνα είναι πολλά, κατάφερε να προξενήσει πολιτικό «σεισμό» στη Μάλτα, καθώς δύο εξέχοντα μέλη του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος, παραιτήθηκαν αφού εμπλέκονται με κάποιον τρόπο στη δολοφονία, προκαλώντας το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο στην ιστορία της χώρας από την ανεξαρτησία της το 1964. Έτσι υπό την πίεση τόσο της Ευρώπης, όσο και της κοινής γνώμης, ο πρωθυπουργός της χώρας Τζόζεφ Μουσκάτ, δήλωσε ότι στις 12 Ιανουαρίου θα παραιτηθεί από το αξίωμα του.  

Ποια ήταν η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία

Η Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία έγινε διάσημη σε ηλικία μόλις 18 ετών, όταν πρωτοστάτησε σε αυτό που θεωρούσε ως διαφθορά από την πλευρά της κυβέρνησης της Μάλτας, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί.

Από το 1987 ξεκίνησε δημοσιογραφική καριέρα και έφτασε στο σημείο να θεωρείται η πιο διάσημη και διακεκριμένη δημοσιογράφος στη χώρα, γνωστή για τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ της και για το γεγονός ότι δεν υπέκυπτε σε εκφοβισμούς και απειλές.

Είχε τη δική της στήλη σε κάποιες από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της χώρας όπως οι «Sunday Times» και ο «Malta Independent» μέχρι και την ημέρα της δολοφονία της. O «Independent» μάλιστα την επομένη της δολοφονίας της είχε στη θέση της στήλης «Daphne on Thursday», μία λευκή σελίδα.

Ταυτόχρονα διατηρούσε ένα προσωπικό μπλογκ το «Running Commentary», το οποίο ακόμα και μετά το θάνατο της, συγκεντρώνει περισσότερες προβολές από ότι το σύνολο όλων των εφημερίδων της Μάλτας. Είναι ενδεικτικό ότι μία μέτρια μέρα στο μπλογκ της Γκαλιζία έχει περίπου 400.000 προβολές, ενώ στο σύνολο τους, τα υπόλοιπα μαλτέζικα μέσα 420.000.

Κατά διαστήματα, η Ντάφνι Γκαλιζία, είχε δεχθεί πολλές απειλές για τη ζωή της και για το λόγο αυτό είχε αστυνομική προστασία για αρκετά χρόνια. Το σπίτι της είχε πιάσει φωτιά δύο φορές από εμπρησμούς και κατοικίδια της είχαν βρεθεί δολοφονημένα έξω από αυτό. Όμως το 2010, ο αριθμός των αστυνομικών που την προστάτευαν μειώθηκε κατά το ήμισυ, κάτι που όπως ανέφερε στο μπλογκ της, ήταν η αντίδραση της κυβέρνησης στην κριτική που έκανε.

Μάλιστα το 2013 όταν επέστρεψε στην εξουσία το Εργατικό Κόμμα (ένας εκ των βασικών στόχων των ερευνών της), η αστυνομική της προστασία αφαιρέθηκε εντελώς, παρά το γεγονός ότι οι απειλές κατά της ζωής της είχαν αυξηθεί το τελευταίο διάστημα πριν τη δολοφονία της.

Ποιοι έχουν οδηγηθεί στη δικαιοσύνη για τη δολοφονία της

Τον Δεκέμβριο του 2017 συνελήφθησαν 10 άτομα ως ύποπτα για την τοποθέτηση της βόμβας στο αυτοκίνητο της. Η συγκεκριμένη κίνηση είχε συνδεθεί τότε με την πίεση που ασκούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση στην κυβέρνηση Μουσκάτ να δείξει καλή θέληση αναφορικά με την έρευνα για τη δολοφονία της.

Οι επτά αφέθηκαν ελεύθεροι όμως τρεις εξ αυτών κρατούνται ως κατηγορούμενοι, τα αδέρφια Άλφρεντ και Τζωρτζ ΝτιΤζόρτζιο και ο Βίνσεντ Μουσκάτ (δεν έχει σχέση με τον πρωθυπουργό). Όλοι τους υποστήριξαν ότι είναι αθώοι, ενώ δεν έχει καταδικαστεί κανείς.

Οι εξελίξεις έγιναν καταιγιστικές τον περασμένο Νοέμβριο μετά τη σύλληψη, ενός οδηγού ταξί, του Μέλβιν Τέουμα, ο οποίος φέρεται ότι ήταν ο μεσάζοντας ανάμεσα στους τρεις άνδρες και σ’ αυτούς που έδωσαν την εντολή για τη δολοφονία της Γκαλιζία.

Ο Τέουμα συνελήφθη για μία άσχετη υπόθεση για ξέπλυμα χρήματος, αλλά προσφέρθηκε να δώσει στην αστυνομία πληροφορίες σχετικά με τη δολοφονία, με αντάλλαγμα να του δοθεί προεδρική χάρη.

Στις 25 Νοεμβρίου ο πρόεδρος της Μάλτας, Τζωρτζ Βέλα, έπειτα και από πρόταση του πρωθυπουργού Τζόζεφ Μυσκάτ έδωσε χάρη στον Μέλβιν Τέουμα.

Ο Τέουμα κατηγόρησε ως τον άνθρωπο που έδωσε την εντολή για τη δολοφονία τον πιο πλούσιο επιχειρηματία της Μάλτας, τον Γιόργκεν Φενέκ.

Ο επιχειρηματίας συνελήφθη  την ώρα που προσπαθούσε να διαφύγει από τη Μάλτα με τη θαλαμηγό του και να βρεθεί σε διεθνή ύδατα.

Η αστυνομία του απήγγειλε κατηγορίες για συνέργεια στη δολοφονία. Ο ίδιος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και δήλωσε ότι μέλη του στενού κύκλου του πρωθυπουργού Τζόζεφ Μουσκάτ είναι οι εντολείς της δολοφονίας.

Σύμφωνα με τον Τέουμα, ο Φενέκ του ανέφερε ότι ο προσωπάρχης του πρωθυπουργού, Κιθ Σκέμπρι διέδιδε πληροφορίες σχετικά με την αστυνομική έρευνα στους υπόπτους. Μάλιστα στο περιθώριο της δίκης, ο Φενέκ δήλωσε στους New York Times, ότι «όλα έχουν συγκαλυφθεί».

Επίσης ο Τέουμα υποστήριξε ότι μερικές μέρες μετά τη δολοφονία συναντήθηκε με τον Κιθ Σκέμπρι και του δόθηκε μία θέση εργασίας σε υπουργείο, χωρίς όμως να πάει ποτέ, ενώ πληρωνόταν.

Μάλιστα ο Σκέμπρι μετά τη δολοφονία της Ντάφνι Γκαλιζία είχε υποστηρίξει ότι από πίσω κρύβεται η ιταλική μαφία.

«Πολιτικός Σεισμός» στη χώρα

Οι συγκεκριμένες αποκαλύψεις προκάλεσαν τριγμούς στην κυβέρνηση, καθώς ο προσωπάρχης του πρωθυπουργού, Κιθ Σκέμπρι και ο υπουργός Τουρισμού, Κόνραντ Μίτσι, παραιτήθηκαν.

Μάλιστα ο Σκέμπρι βρέθηκε και στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση, όπου και η αστυνομία τον ανέκρινε.

Στην κατάθεση του στο δικαστήριο ο Σκέμπρι αρνήθηκε τα πάντα καθώς και ότι έδινε πληροφορίες σχετικά με τη δολοφονία στους υπόπτους.

Ένας τρίτος πολιτικός, ο υπουργός Οικονομικών, Κρις Καρντόνα, που επίσης ήταν αντικείμενο των ερευνών της Γκαλιζία, κλήθηκε από την αστυνομία για «περεταίρω εξηγήσεις» και είχε υποστηρίξει ότι θα παραιτηθεί, ωστόσο τελικά δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Οι τρεις πολιτικοί διαμηνύουν ότι είναι αθώοι.

Υπό το σάλο των αποκαλύψεων ο πρωθυπουργός Τζόζεφ Μουσκάτ, ανακοίνωσε την 1η Δεκεμβρίου ότι θα παραιτηθεί στις 12 Ιανουαρίου, μετά την εκλογή του νέου προέδρου του Εργατικού Κόμματος.

Οι αποκαλύψεις που ίσως οδήγησαν στη δολοφονία

Οι δημοσιεύσεις και τα άρθρα της Γκαλίζια συχνά στρέφονταν εναντίον συγκεκριμένων πολιτικών για διαφθορά και χρηματισμό. Το 2016 είχε δημοσιεύσει στο μπλογκ της, απόρρητα έγγραφα για μυστικές offshore εταιρίες στον Παναμά, οι οποίες σχετίζονταν με μέλη της κυβέρνησης της Μάλτας, συμπεριλαμβανομένων και κατηγοριών εναντίον της συζύγου του πρωθυπουργού της χώρας, Τζόζεφ Μούσκατ. Το ζευγάρι αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη σε κάτι τέτοιο.

Η Ντάφνι Γκαλιζία ασκούσε έντονη κριτική στις αδιαφανείς διαδικασίες και τη διαφθορά των πολιτικών στη Μάλτα, ενώ σχολίαζε και τον νεποτισμό και το πελατειακό κράτος που διέπει τη χώρα. Ένα από τα κύρια θέματα που ήταν στο επίκεντρο των ερευνών της ήταν τα διαβατήρια της χώρας.

Το σύστημα των διαβατηρίων εισήχθη το 2014 με στόχο να προσελκύσει πλούσιους από όλο τον κόσμο οι οποίοι πρέπει να διαθέτουν σημαντικά κεφάλαια και να επενδύουν στη Μάλτα, με αντάλλαγμα το διαβατήριο, καθώς αυτό  αποτελεί έναν εύκολο τρόπο για την είσοδο στην Ε.Ε. για τους πολίτες άλλων χωρών. Πιστεύεται ότι οι περισσότεροι προέρχονται από τη Ρωσία, τη Σαουδική Αραβία και την Κίνα.

Μία άλλη έρευνα είχε να κάνει με την εμπλοκή πολιτικών στο σκάνδαλο των εγγράφων του Παναμά και σε χρηματισμό για δημόσια έργα.

Σύμφωνα με το Reuters τον Φεβρουάριο του 2017 είχε Γκαλιζία είχε κάνει αποκαλύψεις στο μπλογκ της, σχετικά με μία μυστηριώδη εταιρία με έδρα το Ντουμπάι, με την επωνυμία «17 Black Limited», η οποία φέρεται να σχετιζόταν με Μαλτέζους πολιτικούς.

Όπως αναφέρεται στο συγκεκριμένο δημοσίευμα η «17 Black», άνηκε στον Γιόρκεν Φενέκ, τον επιχειρηματία δηλαδή που φέρεται να έδωσε την εντολή δολοφονίας της Γκαλιζία.

Ο Φενέκ έγινε γνωστός στη Μάλτα όταν μία κοινοπραξία εταιριών, στην οποία ήταν διευθυντής και συμμετείχαν μία εταιρία από το Αζερμπαϊτζάν και η γερμανική Siemens, κέρδισε ένα μεγάλο διαγωνισμό από τη μαλτέζικη κυβέρνηση για να χτίσει ένα εργοστάσιο παραγωγής φυσικού αερίου το οποίο κόστισε 450 εκατομμύρια ευρώ.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα που επικαλείται τα «Έγγραφα του Παναμά», εταιρίες των συμφερόντων του Κόνραντ Μίτσι, που ήταν υπουργός Ενέργειας από το 2013 μέχρι το 2016 και του Κιθ Σκέμπρι, δέχθηκαν πληρωμές από τη «17 Black», για μη συγκεκριμένες υπηρεσίες ύψους δύο εκατομμυρίων δολαρίων για τον καθένα. Δεν έχει αποδειχθεί αν οι συγκεκριμένες πληρωμές σχετίζονται με την κατασκευή του εργοστασίου και παραμένει ασαφές γιατί οι δύο πολιτικοί δέχθηκαν αυτά τα χρήματα.

Ο Φενέκ έχει ισχυριστεί στο παρελθόν ότι «οι εταιρίες του δεν έχουν σχέση με πολιτικούς».

Η Καρουάνα Γκαλιζία μέσω του μπλογκ της είχε κατακρίνει τόσο τον Σκέμπρι, όσο και τον Μίτσι για το γεγονός ότι είχαν εταιρίες που εμφανίζονταν στα «Έγγραφα του Παναμά» και ήταν ύποπτοι για χρηματισμό με αντάλλαγμα διευκολύνσεις.

Τι είναι τα «Έγγραφα του Παναμά»

Η έρευνα για τα «Έγγραφα του Παναμά», είναι η ονομασία που δόθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες διαρροές εγγράφων που έχουν υπάρξει ποτέ, ξεκίνησε το 2016 και περιείχε περίπου 11.5 εκατομμύρια έγγραφα (e-mail, τραπεζικούς λογαριασμούς, φωτογραφίες διαβατηρίων κ.α.) από ένα μικρό αλλά ταυτόχρονα και πολύ ισχυρό δικηγορικό γραφείο με έδρα τον Παναμά.

Το δικηγορικό γραφείο Μοσάκ Φονσέκα, που ιδρύθηκε από τον Γιούργκεν Μοσάκ και τον Ραμόν Φονσέκα, είχε γραφεία σε περίπου 35 περιοχές του κόσμου και ήταν εκ των κορυφαίων στη δημιουργία εταιριών – βιτρινών, ώστε να μπορούν να αποκρύπτονται οι ιδιοκτήτες των περιουσιακών στοιχείων. Τελικά έκλεισε εντελώς τον Απρίλιο του 2018.

Τα έγγραφα είχαν διαρρεύσει από έναν ανώνυμο πληροφοριοδότη ονόματι «Τζον Ντι» και η έρευνα συνεχίστηκε από περίπου 350 δημοσιογράφους από 80 χώρες σε όλο τον κόσμο.

Η αντίδραση της Ευρώπης

Tο 2019 η επιτροπή Νομικών Υποθέσεων και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είχε εκδώσει ένα επιβαρυντικό έγγραφο για την κυβέρνηση της Μάλτας και του τρόπου που χειρίστηκε την έρευνα για τη δολοφονία. Το έγγραφο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το κράτος δικαίου στη Μάλτα έχει υποβαθμιστεί σοβαρά από την αδυναμία του συστήματος ελέγχων και ισορροπιών».

Μάλιστα το ίδιο έγγραφο τονίζει ότι «υπάρχουν αρκετές ανησυχίες σχετικά με την έρευνα για τη δολοφονία» και «η αδυναμία της αστυνομίας να ανακρίνει τον υπουργό Οικονομικών, Κρις Καρντόνα, παρόλο που υπάρχουν ισχυρισμοί ότι είχε επαφές με τους υπόπτους».

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά την ανακοίνωση της παραίτησης Μουσκάτ, αποφάσισε να στείλει αποστολή στη Μάλτα για να ερευνήσει από κοντά το περιστατικό.

Στις 4/12, η πρόεδρος  της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ζήτησε τη διεξαγωγή «ενδελεχούς και ανεξάρτητης» έρευνας για την δολοφονία της δημοσιογράφου.

Με μία επιστολή που παραδόθηκε στους ηγέτες των κρατών μελών στις 12 Δεκεμβρίου, κατά τη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τους παρότρυνε να πάρουν θέση, τονίζοντας πως η αποστολή των ευρωβουλευτών στη νησιωτική χώρα βρήκε την κατάσταση «ανησυχητική».

Μάλιστα με ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που πέρασε στις 19 Δεκεμβρίου με 581 ψήφους υπέρ σε σύνολο 690 ευρωβουλευτών, τονίζουν ότι  «πρέπει να εξαλειφθεί με κάθε τρόπο οτιδήποτε αποτελεί κίνδυνο εξευτελισμού των ερευνών» και επισημαίνουν ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί για «όσο καιρό παραμένει ο πρωθυπουργός», Τζόζεφ Μουσκάτ στη θέση του.

Στο ψήφισμα τονίζονται οι ανησυχίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για την ελευθερία των Μ.Μ.Ε., την ανεξαρτησία της αστυνομίας και του δικαστικού σώματος, την ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης και του διαχωρισμού των εξουσιών.

Πληθαίνουν οι φωνές για άμεση παραίτηση Μουσκάτ

Από τις 20 Νοεμβρίου έχουν αυξηθεί οι ογκώδεις διαδηλώσεις που ζητούν διαλεύκανση της υπόθεσης και παραίτηση του πρωθυπουργού.

Μάλιστα την Κυριακή 8 Δεκεμβρίου, περίπου 5.000 διαδηλωτές έκαναν πορεία από το κοινοβούλιο μέχρι το γραφείο του πρωθυπουργού Τζόζεφ Μουσκάτ, κρατώντας φωτογραφίες τις Γκαλιζία και πλακάτ που έγραφαν «κράτος της μαφίας», «δολοφόνοι» και «βάψατε τα χέρια σας με αίμα», ενώ την επόμενη μέρα, τη Δευτέρα, κατέλαβαν συμβολικά το πρωθυπουργικό γραφείο.

Το σίγουρο είναι ότι η δολοφονία της Γκαλιζία είναι ακόμα ένα παράδειγμα που δείχνει ότι συγκαλύπτονται οι φόνοι κατά των δημοσιογράφων. Συγκεκριμένα σύμφωνα με μία έρευνα της UNESCO, τα εγκλήματα κατά των δημοσιογράφων έχουν από τους πιο χαμηλούς δείκτες δίωξης και καταδίκης, καθώς περίπου το 90% αυτών που έχουν κριθεί υπεύθυνοι για το θάνατο 1.109 δημοσιογράφων παγκοσμίως από το 2006 μέχρι το 2018 δεν έχουν καταδικαστεί.

Με πλροφορίες από: CNN, BBC, ICIJAljazeera, Guardian