News
LIVE: ΑΝΑΝΕΩΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ

Όταν ο Σιντ (;) σκότωσε τη Νάνσυ - 38 χρόνια από τη μυστηριώδη δολοφονία στο Chelsea Hotel (pics & vid)

12 Οκτωβρίου 1978, ώρα 10.30 π.μ. «Υπάρχει πρόβλημα στο δωμάτιο 100», ενημέρωνε τη ρεσεψιόν του περίφημου Chelsea Hotel η άγνωστη φωνή στην άλλη άκρη του τηλεφώνου. Λίγo αργότερα, ακόμα μία κλήση -αυτή τη φορά από το δωμάτιο 100- έρχεται να επιβεβαιώσει πως κάτι κακό έχει συμβεί. «Κάποιος δεν είναι καλά, χρειαζόμαστε βοήθεια εδώ», ψελλίζει στο τηλέφωνο ο Σιντ Βίσιους. Η Νάνσυ Σπάντζεν βρισκόταν νεκρή στο μπάνιο του δωματίου. Ήταν μόλις 20 χρονών.

12 Οκτωβρίου 1978, ώρα 10.30 π.μ. «Υπάρχει πρόβλημα στο δωμάτιο 100», ενημέρωνε τη ρεσεψιόν του περίφημου Chelsea Hotel στο Μανχάταν η άγνωστη φωνή στην άλλη άκρη του τηλεφώνου. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ακόμα μία κλήση -αυτή τη φορά από το δωμάτιο 100- έρχεται να επιβεβαιώσει πως κάτι κακό έχει συμβεί. «Κάποιος δεν είναι καλά, χρειαζόμαστε βοήθεια εδώ», ψελλίζει στο τηλέφωνο ο Σιντ Βίσιους. Η Νάνσυ Σπάντζεν βρισκόταν νεκρή στο μπάνιο του δωματίου. Ήταν μόλις 20 χρονών.

Της Όλγας Παρθενέα - Γεωργάτσου

Ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου που έφτασε πρώτος στο δωμάτιο 100 κατέθεσε πως βρήκε τον Βίσιους να ανεβοκατεβαίνει το διάδρομο έξω από το δωμάτιο στο οποίο τους τελευταίους μήνες ζούσε με τη Νάνσυ, κλαίγοντας και φωνάζοντας: «Εγώ τη σκότωσα… δε μπορώ να ζήσω χωρίς το μωρό μου, έπεσε πάνω στο μαχαίρι μου». Μέχρι να φτάσει η αστυνομία και το ασθενοφόρο, ο ίδιος βρισκόταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση λέγοντας ασυναρτησίες, τρέμοντας, ενώ ήταν ξεκάθαρο πως βρισκόταν υπό την επήρεια ουσιών. Η αντίστροφη μέτρηση και για το δικό του τέλος είχε ξεκινήσει.

Τα προβληματικά παιδικά χρόνια του Σιντ Βίσιους

Το όνομα Σιντ Βίσιους έχει συνδεθεί με την πιο άγρια μορφή της πανκ - ροκ και κατάφερε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να γράψει ιστορία στην παγκόσμια μουσική σκηνή. Λόγω συγκυριών; Λόγω προσωπικότητας ή ταλέντου; Κανείς δε μπόρεσε ποτέ να απαντήσει με βεβαιότητα, καθώς εκτός από πολλούς θαυμαστές, ο Σιντ είχε καταφέρει πριν ακόμα φτάσει 20 χρόνων να αποκτήσει και φανατικούς «εχθρούς» που τον θεωρούσαν τον μόνο υπαίτιο για τη διάλυση των Sex Pistols τον Ιανουάριο του 1978.

Γεννημένος στις 10 Μαΐου του 1957 στο Λονδίνο, ο Τζον Σάιμον Ρίτσι –όπως ήταν το πραγματικό του όνομα- από μητέρα εθισμένη στα ναρκωτικά και πατέρα που εγκατέλειψε και τους δυο τους λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, έζησε μια διόλου συνηθισμένη παιδική ηλικία που σημαδεύτηκε από την αγάπη του για τη μουσική. Όλα φυσικά ήταν θέμα… γονιδίων, καθώς ο πατέρας του ήταν επαγγελματίας τρομπονίστας στο Λονδίνο, παράλληλα με την εργασία του ως φρουρός στο Παλάτι του Μπάκιγχαμ.

Ο Σιντ Βίσιους και η μητέρα του, Ανν

Τα χρόνια που ακολούθησαν βρήκαν τον Βίσιους να μένει με τη μητέρα του, καθώς μετά το θάνατο του δεύτερου συζύγου της μητέρας του, Ανν, από καρκίνο, είχαν μείνει μόνοι τους. Οι σπουδές του Hackney Technical College στάθηκαν αφορμή να γνωρίσει το μουσικό Τζον Λίντον ο οποίος έμελλε να τον βοηθήσει να κάνει δυναμική είσοδο στη πανκ – ροκ μουσική σκηνή.

Πώς ο Τζον Σάιμον Ρίτσι «μεταμορφώθηκε» σε Σιντ Βίσιους

Τζον Λίντον και Σιντ Βίσιους κέρδιζαν χρήματα παίζοντας στους δρόμους του Λονδίνου τραγούδια του Άλις Κούπερ, με τον δεύτερο να δηλώνει μεγάλος θαυμαστής του Ντέιβιντ Μπάουι. Οι δυο τους κυκλοφορούσαν συνέχεια μαζί και οι γνωριμίες που ο Σιντ απέκτησε μέσω του «στυλάτου» Λίντον του άνοιξαν το δρόμο για την επιτυχία.

Μέσα σε μία νύχτα ο Τζον Σάιμον Ρίτσι μετονομάστηκε σε Σιντ Βίσιους χάρη στο… χάμστερ του Λίντον το οποίο ο μουσικός είχε ονομάσει Σιντ. Το τρωκτικό δεν έμοιαζε να συμπαθεί ιδιαίτερα το φίλο του Λίντον και μόλις ο Ρίτσι προσπάθησε να το αγγίξει, εκείνο τον δάγκωσε κάνοντας τον να αναφωνήσει «Sid is really vicious», δηλαδή «Ο Σιντ είναι πραγματικά κακός».

Έκτοτε, ο Βίσιους άφησε τα πάντα πίσω του το πραγματικό του όνομα και ξεκίνησε να συστήνεται παντού ως «Ο κακός Σιντ».

Οι Sex Pistols υποδέχονται τον Σιντ

Έχοντας συμμετάσχει στο συγκρότημα «The Flowers of Romance» και δημιουργήσει τους  «Pretenders», ο Σιντ έχει αποκτήσει την απαραίτητη μουσική εμπειρία. Τον Φεβρουάριο του 1977 η τύχη μοιάζει να χαμογελά στον 20χρονο τότε Βίσιους, όταν μετά την αποχώρηση του Γκλέν Μάτλοκ, ο ίδιος αναλαμβάνει χρέη μπασίστα και γίνεται ευρέως γνωστός ως «η ψυχή των Sex Pistols».

Ο ατζέντης της μπάντας, Μάλκομ ΜακΛάρεν, πίστεψε από την πρώτη στιγμή στο χάρισμα του Σιντ να μεταδίδει τον πανκ παλμό στο κοινό, ενώ είχε παραδεχτεί πως αν τον είχε γνωρίσει πριν τον Τζόνι Ρότεν, τον frontman του συγκροτήματος, θα έκανε εκείνον τον κεντρικό τραγουδιστή.

Η μουσικότητα του Βίσιους είχε πολλάκις αμφισβητηθεί, ωστόσο η εκκεντρική του εμφάνιση, η ακραία συμπεριφορά που υιοθετούσε και οι ανατρεπτικές του εμφανίσεις επί σκηνής τον είχαν μετατρέψει στην απόλυτα αντισυμβατική φιγούρα της εποχής. Έβαφε άτσαλα τα νύχια του μωβ ή μαύρα, έπαιρνε ναρκωτικά μπροστά στο κοινό και δεν είχε διστάσει να χαράξει στο στήθος του τη φράση «Δως’ μου την δόση μου» σε live εμφάνιση της μπάντας, με το κοινό να τον αποθεώνει.

Όταν ο Σιντ γνώρισε τη «σχιζοφρενή» Νάνσυ

Τον Μάρτιο του 1977, στο απόγειο της δόξας του Σιντ, στη ζωή του μπαίνει η 19χρονη Νάνσυ Σπάντζεν, ένα κορίτσι προβληματικό, εξαρτημένο από ουσίες που για πολλούς υπήρξε η καταστροφή του Βίσιους και των Sex Pistols. Φήμες θέλουν τη Νάνσυ να προσκολλάται σε δημοφιλείς μουσικούς και συγκροτήματα όπως οι Aerosmith, Bad Company, The New York Dolls και  Ramones για να «ικανοποιήσει το ψώνιο της», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι πολέμιοί της.

Δεν ήταν άλλωστε κρυφό το γεγονός πως η Σπάντζεν κατέληξε με τον Σιντ αφού πρώτα την απέρριψε ο Τζόνι Ρότεν των Sex Pistols. Η Νάνσυ γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του 1958 στη Φιλαδέλφεια από Εβραίους γονείς και φημιζόταν για το υψηλό IQ της –«Το IQ μου τυγχάνει να είναι 172», έλεγε σε όσους τη θεωρούσαν λίγη για τον Σιντ-, την εμμονή της με τη δημοσιότητα, το «άσχημο» στόμα της και την εξάρτησή της από τα ναρκωτικά. Οι ψυχίατροι την επισκέπτονταν συχνά στο σπίτι, καθώς η βίαιη συμπεριφορά της προς τη μικρή της αδερφή και η τάση της να τσιρίζει συνεχώς είχαν ανησυχήσει την οικογένειά της.

Τα ξεσπάσματά της ήταν έντονα και παρά τη χορήγηση βαρβιτουρικών, η κατάστασή της δε βελτιώθηκε. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η ίδια είχε επιτεθεί με ψαλίδι στην γυναίκα που την πρόσεχε, ενώ προσπάθησε να σκοτώσει και τον ψυχίατρό της θεωρώντας τον «εχθρό», όταν εκείνος την κατηγόρησε πως όλα τα έκανε για να τραβήξει την προσοχή. Η απάντηση στην κατάστασή της δίνεται οριστικά στα 15 της χρόνια, όταν διαγνώσθηκε με σχιζοφρένεια μετά από απόπειρα αυτοκτονίας που έκανε, κόβοντας τις φλέβες των χεριών της με ψαλίδι.

Έχοντας αποβληθεί από το σχολείο και απολυθεί από τη δουλειά της από την πρώτη κιόλας μέρα, ξεκινά να κλέβει χρήματα από τους γονείς της και να εμπλέκεται σε δοσοληψίες ναρκωτικών για να βγάζει τα προς το ζην. Στα 16 της συλλαμβάνεται από αστυνομικό που παριστάνει τον έμπορο μαριχουάνας, με τους γονείς της να αδυνατούν να την περιορίσουν. Καταφέρνοντας να αποφοιτήσει από το Λύκειο, γίνεται δεκτή στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο με την κατηφόρα συνεχίζεται όταν στα 17 της αποβάλλεται και από εκεί, όταν την έπιασαν να κρύβει στο δωμάτιο της στις εγκαταστάσεις του κτιρίου κλοπιμαία. Κάπου εκεί, εγκαταλείπει την οικογένειά της για να μετακομίσει στη Νέα Υόρκη με τα χειρότερα να μοιάζουν αναπόφευκτα…

Η ζωή στη Νέα Υόρκη μόνο εύκολη δεν υπήρξε για τη Νάνσυ. Ξανθιά, πάντα έντονα βαμμένη με τρόπο που την έκανε να μοιάζει πολύ μεγαλύτερη απ’ την ηλικία της και με τη ροκ να κυλά στο αίμα της, εργάζεται ως στρίπερ και πόρνη για να εξασφαλίσει την επιβίωση και τη δόση της. Το 1976 εγκαταλείπει και τη Νέα Υόρκη για να ταξιδέψει στο Λονδίνο με την ελπίδα να συνάψει δεσμό με κάποιο είδωλο της μουσικής σκηνής. Οι απορρίψεις ήταν πολλές, όμως στην περίπτωση του Βίσιους, τον οποίο γνώρισε στη Βρετανική πρωτεύουσα την εποχή εκείνη, τα πράγματα της ήρθαν κάτι παραπάνω από βολικά.

Σεξ, ηρωίνη, βία και ερωτική εξάρτηση

Ευάλωτος, ευαίσθητος και ανίκανος να διαχειριστεί τη φήμη του, ο Σιντ βρίσκει στο πρόσωπο της Νάνσυ τη μητέρα που δεν του στάθηκε ποτέ. Εκτός από σύντροφός του, εκείνη αναλαμβάνει και χρέη μάνατζερ και παρά τις αντιδράσεις των υπολοίπων μελών του συγκροτήματος, τους ακολουθεί παντού και γίνεται η φωνή του Βίσιους στον Τύπο. Κάπως έτσι, ο Σιντ απέκτησε μία ακόμη εξάρτηση: τη Σπάντζεν.

Η σχέση τους μόνο αρμονική δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, αφού η ζήλεια, οι διαμάχες, η σωματική βία και η ηρωίνη από την οποία εξαρτώνται πλέον και οι δυο τους έχει μετατρέψει σε άβουλα όντα. Η ηρωίνη ήταν ο βασικός λόγος που οι Sex Pistols ήθελαν να απομακρύνουν τη Νάνσυ από τον Βίσιους, αφού μπορεί εκείνος να ήταν λάτρης των ουσιών, ποτέ όμως δεν είχε πέσει στα τόσο βαριά ναρκωτικά. Η ίδια, δε σταμάτησε να παρέχει της ερωτικές της υπηρεσίες σε πελάτες όταν ο Σιντ βρισκόταν σε περιοδεία και εκείνη έμενε πίσω λόγω της άσχημης σχέσης της με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, γεγονός που τον εξαγρίωνε.

«Λυπάμαι που τον έφερα στους Sex Pistols. Το καλύτερο πράγμα επάνω του ήταν το χιούμορ του, κάτι που έχασε από τη στιγμή που έγινε μέλος του συγκροτήματος.  Καημένε Σιντ, από τη στιγμή που ξεκίνησες την ηρωίνη, έχασες κάθε ίχνος αυτολύπησης», δήλωσε το 2009 ο τραγουδιστής της μπάντας, Τζόνι Ρότεν, στην εφημερίδα Independent.

Μετά τη διάλυση της μπάντας, το 1978, η Σπάντζεν έπεισε τον Σιντ να συνεχίσει σόλο, προσπαθώντας να του κλείσει δουλειές ώστε να εξασφαλίσουν χρήματα για να ζήσουν. Οι δυο τους μετακομίζουν στη Νέα Υόρκη και βρίσκουν στέγη στο Chelsea Hotel στο Μανχάταν ως «κύριος και κυρία Ρίτσι». Το δωμάτιο 100 ήταν γραφτό να αποτελέσει το τελευταίο κεφάλαιο της σύντομης ζωής της Νάνσυ Σπάντζεν.

Φόνος στο Chelsea Hotel

Το πιο εκκεντρικό ζευγάρι της πανκ σκηνής βρίσκεται πλέον στη Νέα Υόρκη και παρά της προσπάθειές του να βρει ανταπόκριση από το κοινό, οι πόρτες κλείνουν για τον άλλοτε αγαπημένο μουσικό. Η Νάνσυ τηλεφωνεί συχνά  στη μητέρα της ζητώντας χρήματα και λέγοντας της πως εκείνη και ο Σιντ βρίσκονται σε τραγική κατάσταση,  όμως το ποσό που μπορεί να της παρέχει η μητέρα της είναι αρκετά μικρό. Οι δοσοληψίες ναρκωτικών δε σταματούν, με το ζευγάρι να βρίσκεται συνεχώς υπό την επήρεια ηρωίνης την οποία προσπαθεί να εξασφαλίσει με κάθε τρόπο και κάθε κόστος.

Οι τσακωμοί είναι συχνό φαινόμενο, ενώ οι ένοικοι του ξενοδοχείου που διαμένουν στα κοντινά στο δωμάτιο 100 διαμερίσματα παραπονιούνται συνεχώς για φασαρία και βρισιές. Η αυλαία για τη Νάνσυ πέφτει στις 12 Οκτωβρίου του 1978, ακριβώς 38 χρόνια πριν. Η αστυνομία ύστερα από κλήση του Σιντ στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου φτάνει στο δωμάτιό τους και βρίσκει τον ίδιο σε άθλια κατάσταση, να τριγυρνά στο διάδρομο φωνάζοντας πως είχε σκοτώσει «το μωρό του».

[ngallery id=711653 title="Όταν ο Σιντ (;) σκότωσε τη Νάνσυ - 37 χρόνια από τη μυστηριώδη δολοφονία στο Chelsea Hotel"]

Το κρεβάτι ήταν αναστατωμένο και γεμάτο αίματα, με τον Βίσιους να καταθέτει πως είχε ξυπνήσει λίγη ώρα πριν και είδε πως ήταν μόνος. Η Νάνσυ βρισκόταν στο μπάνιο, φορώντας μόνο τα μαύρα εσώρουχά της, στριμωγμένη κάτω από το νιπτήρα με μια λίμνη αίματος τριγύρω της. Έφερε ένα μοναδικό τραύμα στην κοιλιακή χώρα και σύμφωνα με την ιατροδικαστική έρευνα πέθανε από αιμορραγία, καθώς η ηρωίνη την είχε καταστήσει ανίκανη να αντιδράσει ή να ζητήσει βοήθεια.

Η «Nauseating Nancy» όπως την αποκαλούσαν οι θαυμαστές του Σιντ ήταν νεκρή και η δική τους χαρά… μεγάλη μιας και πίστευαν πως το είδωλό τους γλίτωσε από την κακή επιρροή που εκείνη ασκούσε πάνω του.

Ποιος σκότωσε τη Νάνσυ;

Πολλοί έκαναν λόγο για το προφανές: Πως ο Σιντ σε έναν από τους συνηθισμένους τους καυγάδες μαχαίρωσε τη Σπάντζεν. Όσοι όμως τους γνώριζαν καλά, υποστήριξαν πως παρότι είχε αγοράσει ο ίδιος το όπλο του φόνου, δε θα της έκανε ποτέ κακό, καθώς την αγαπούσε πολύ και ήταν εξαρτημένος από εκείνη. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ήθελε να την παντρευτεί και να κάνουν παιδιά, θεωρώντας τη γυναίκα της ζωής του.

Παρόλα αυτά, δεν αρνήθηκε τις κατηγορίες και συνελήφθη για φόνο δευτέρου βαθμού, αφέθηκε όμως ελεύθερος μέχρι τη δίκη πληρώνοντας χρηματική εγγύηση. Συντετριμμένος και χαμένος στις σκέψεις του, ο Σιντ έκανε αντιφατικές περιγραφές για το πώς συνέβη το περιστατικό και έμοιαζε να αδιαφορεί για το τι τον περίμενε. Η Νάνσυ είχε φύγει και εκείνος έμοιαζε νεκρός.

10 μέρες μετά προσπάθησε ανεπιτυχώς να δώσει τέλος στη ζωή του κόβοντας τις φλέβες του με σπασμένα γυαλιά λάμπας και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο Bellevue με τις απόπειρες να συνεχίζονται. Το προσωπικό κατάφερε να τον εμποδίσει τελευταία στιγμή να πέσει από το παράθυρο, όταν πήρε φόρα και έτρεξε προς την άκρη του φωνάζοντας «θέλω να είμαι με τη Νάνσυ μου». Χαρακτηριστική είναι η πρώτη συνέντευξή του μετά το θάνατό της όπου παραδέχτηκε πως ήθελε να πεθάνει:

-Τι πιστεύεις το έκανε να συμβεί;

-Ήταν γραφτό να συμβεί. Η Νάνσυ πάντα έλεγε ότι θα πεθάνει πριν φτάσει 21.

-Τι θα ήθελες να γίνει τώρα, μέσα στα επόμενα 1 - 2 χρόνια;

-Θέλω να περάσω ωραία.

-Με ποιον τρόπο;

-Με οποιονδήποτε τρόπο. Απλά θέλω να περάσω ωραία. Αυτός είναι ο σκοπός της ζωής μου.

-Περνάς ωραία αυτή τη στιγμή;

-Πλάκα κάνεις; Όχι, δεν περνάω καθόλου ωραία.

-Πού θα ήθελες να είσαι τώρα;

-Κάτω απ’ το έδαφος.

-Μιλάς σοβαρά;

-Ναι

Σενάρια πίσω από τη δολοφονία της Νάνσυ Σπάντζεν

Το ποιος σκότωσε τη Νάνσυ έχει απασχολήσει πολλούς συγγραφείς, σεναριογράφους και λάτρεις του είδους της μουσικής που ο Βίσιους εκπροσωπούσε. Θα ήταν πολύ εύκολο η υπόθεση να κλείσει με το σύντροφο της Σπάντζεν ένοχο, ωστόσο τα ερωτηματικά είναι πολλά. Ποιος τηλεφώνησε στο ξενοδοχείο πριν τον Σιντ και έκανε λόγο για «πρόβλημα στο δωμάτιο 100»; Γιατί το κρεβάτι ήταν γεμάτο αίματα, ενώ η Νάνσυ βρέθηκε στο μπάνιο; Που πήγαν τα χρήματα που οι δυο τους φυλούσαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου; Και τελοσπάντων γιατί ο Σιντ δε θυμόταν τίποτα;

Μια θεωρία θέλει τη Νάνσυ να δολοφονείται από έναν έμπορο ναρκωτικών γνωστό ως «Μάικλ» που επισκεπτόταν συχνά τους δυο τους στο Chelsea Hotel για παράνομες δοσοληψίες. Το σενάριο αυτό δικαιολογεί την εξαφάνιση των χρημάτων τους, αλλά και το λήθαργο στον οποίο ο Σιντ είχε πέσει μετά (ή πριν;) το φόνο. Από την άλλη, το αίμα στο κρεβάτι υποδεικνύει πως ίσως η Νάνσυ είχε καταναλώσει τεράστια ποσότητα ναρκωτικών και μετά την επίθεση δεν ένιωθε πόνο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Πώς όμως βρέθηκε στο μπάνιο; Γιατί δε φώναξε βοήθεια;

Ο Βίσιους ουδέποτε προσπάθησε να λύσει το μυστήριο, αντιθέτως έμοιαζε αδιάφορος για την πιθανότητα να καταδικαστεί για τη δολοφονία της Νάνσυ. Στις 9 Δεκεμβρίου του 1978 συλλαμβάνεται ξανά για επίθεση σε βάρος του αδερφού της τραγουδίστριας Πάτι Σμιθ, Τοντ, σε κάποιο κλαμπ της Νέας Υόρκης. Αποφυλακίζεται την 1η Φεβρουαρίου χάρη στον πρώην μάνατζερ των Sex Pistols, Μάλκομ ΜακΛάρεν και του καλού του φίλου Τζον Λίντον, οι οποίοι κατάφεραν να βρουν χρήματα για να πληρώσουν την εγγύηση που απαιτούνταν. Η μητέρα του μαζί με τη νέα σύντροφό του διοργανώνουν ένα πάρτυ προς τιμήν του. Για την ακρίβεια το τελευταίο του πάρτυ.

Το τέλος του Σιντ Βίσιους – «Να με θάψετε δίπλα στο μωρό μου»

Ο Σιντ, μόλις 1 μήνα μετά τον θάνατο της Νάνσυ, έχει συνάψει σχέση με την Μισέλ Ρόμπινσον, η οποία τον βοηθά να απεξαρτηθεί από την ηρωίνη και στέκεται στο πλευρό του παρά τις κατηγορίες που τον βαραίνουν. Το απόγευμα της 1ης Φεβρουαρίου, φίλοι του Βίσιους συγκεντρώνονται στο σπίτι της Μισέλ για να γιορτάσουν την αποφυλάκισή του και τη νέα ζωή την οποία ήλπιζαν να εγκαινιάσει μετά την τελευταία του περιπέτεια. Ο κύκλος του Βίσιους όμως, δε μοιάζει πρόθυμος να εγκαταλείψει τα ναρκωτικά, τα οποία κάνουν την εμφάνισή τους στο πάρτυ και τον βάζουν στον πειρασμό να κάνει αυτό που δε μπόρεσε τόσους μήνες μετά το χαμό της Νάνσυ: Να δώσει τέλος στη ζωή του. Παρά τις αντιδράσεις της συντρόφου του, κάνει χρήση και ο χρόνος ξεκινά να μετρά αντίστροφα γι’ αυτόν.

Μετά το τέλος της βραδιάς, Σιντ και Μισέλ πηγαίνουν για ύπνο, έναν ύπνο από τον οποίο ο 21 ετών Βίσιους δεν ξύπνησε ποτέ, Η Ρόμπινσον, τον βρίσκει νεκρό δίπλα της το επόμενο πρωί, με το γράμμα που άφησε στην τσέπη του σακακιού του να ξεκαθαρίζει το ότι οι Σιντ και Νάνσυ ήταν πράγματι γραφτό να είναι για πάντα μαζί.

«Είχαμε συμφωνία θανάτου και πρέπει να κρατήσω το λόγο μου. Σας παρακαλώ θάψτε με δίπλα στο μωρό μου. Να με θάψετε με το δερμάτινο σακάκι μου, το τζιν και τις μπότες μου. Αντίο», έγραψε. Η μητέρα του κατηγορείται πως προμήθευσε το παιδί της τη μοιραία δόση, με τις κατηγορίες να μην επιβεβαιώνονται ποτέ. Δε θα ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που του έδινε ναρκωτικά.

Σιντ και Νάνσυ δεν κατάφεραν να ταφούν μαζί, καθώς η Σπάντζεν ήταν Εβραία και ο Βίσιους δε μπορούσε να ταφεί σε εβραϊκό νεκροταφείο, ωστόσο η μητέρα του και ο  Τζέρ Όνλι από τους Misfits αποτέφρωσαν τη σορό του και σκόρπισαν τις στάχτες πάνω από τον τάφο της Νάνσυ.

Πολλοί τους είχαν χαρακτηρίσει ως οι «Μπόνι και Κλάιντ της πανκ», καθώς οι δυο τους αποτέλεσαν το πρώτο δίδυμο στο συγκεκριμένο είδος μουσικής. Ήταν 21 ετών και εκείνη μόλις 20. Όπως η Νάνσυ, έτσι και ο Σιντ διαισθανόταν το τέλος. «Δε θα φτάσω 25 χρονών, τουλάχιστον όμως θα έχω ζήσει όπως θέλω εγώ», είχε παραδεχθεί σε συνέντευξή του.

Αναμφίβολα πάντως, κατάφεραν να μείνουν στην ιστορία ως το απόλυτα αυτοκαταστροφικό ζευγάρι των οποίων τα ονόματα θα προφέρονται πάντα μαζί: Σιντ και Νάνσυ.


Google NewsΑκολουθήστε το reader.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.