Η πρώτη μου Καθαρή Δευτέρα στο εξωτερικό

Γεύση

Ο Γιώργος Μυλωνάς προσθέτει στο Νήμα της Αγάπης την ιστορία που τον δένει με την πρώτη μέρα της Σαρακοστής.

Το μεγαλύτερο απωθημένο της φοιτητικής μου ζωής ήταν ότι δεν πήγα Erasmus. Όταν είχε φτάσει η ώρα να κάνουμε αιτήσεις, δεν είχα περάσει τον απαιτούμενο αριθμό μαθημάτων με αποτέλεσμα στα αποχαιρετιστήρια πάρτι των άλλων για τα εξάμηνα που θα περνούσαν στην Σαραγόσα και στην Κωνσταντινούπολη, εγώ να πίνω για να ξεχάσω και όχι να διασκεδάσω.

Αφού, λοιπόν, δεν κατάφερα να πάω Erasmus και κάθε φωτογραφία συμφοιτητών μου στο facebook από τις διακοπ… (χα χα τι λέω) από τις σπουδές τους στο εξωτερικό μεγάλωνε το τραύμα μέσα μου, αποφάσισα να επισκεφθώ όσους περισσότερους συμφοιτητές μου έκαναν Erasmus προκειμένου να καλύψω κάπως το απωθημένο. 

Από το τρίτο έτος είχα πιάσει δουλειά ως σερβιτόρος σε μια ταβέρνα της γειτονιάς τα Παρασκευοσαββατοκύριακα. Με δεδομένο ότι έμενα με τους γονείς μου, είχα την ευκαιρία να μαζεύω κάμποσα λεφτά στην άκρη και να τα χαλάω σε ταξίδια. Έτσι στα επόμενα τρία χρόνια που χρειάστηκα για να τελειώσω τη σχολή, πέρασα κάμποσες εβδομάδες σε φοιτητικές εστίες στο Ανόβερο, στην Κρακοβία και το Μάαστριχτ. Εδώ θα σας μιλήσω για την εμπειρία μου στο Μάαστριχτ, όπου πέρασα την πιο ιδιαίτερη Καθαρή Δευτέρα της ζωής μου.

Για το Μάαστριχτ είχε φύγει πέντε μήνες νωρίτερα ο Βασίλης, ο κολλητός μου από το δημοτικό. Μου είχε τάξει πως όταν πήγαινα να τον επισκεφτώ θα με έκανε ένα tour σε Άμστερνταμ, Αϊντχόβεν, Φέγενορντ, όπου θα επισκεπτόμασταν τα γήπεδα των ομώνυμων ομάδων, ενώ θα με πήγαινε και σε κάποιο international πάρτι από αυτά που κάνουν μέρα παρά μέρα οι ερασμίτες (άχου τους κακόμοιρους) προκειμένου να ξεχάσουν τις απαιτητικές εργασίες για το Πανεπιστήμιο και τον νόστο για την πατρίδα.

Για καλή μου τύχη ο Μπάμπης, ιδιοκτήτης της ταβέρνας που δούλευα στους Αμπελόκηπους, αποφάσισε πως την Καθαρή Δευτέρα του 2010 ήθελε να την περάσει στο χωριό του, στα Τζουμέρκα και θα έκλεινε από την προηγούμενη Παρασκευή το μαγαζί. 
Δεν έχασα ευκαιρία. Έκλεισα με πενήντα ευρώ εισιτήριο μετ’ επιστροφής για Κολωνία (την πιο κοντινή στο Μάαστριχτ πόλη για την οποία βρήκα φτηνό αεροπορικό εισιτήριο) και σε δεύτερο χρόνο πήρα τηλέφωνο τον Βασίλη. «Έλα όποτε θες ρε! Έχω γυρίσει ήδη όλη την Ευρώπη, οπότε τον επόμενο μήνα δεν το κουνάω από Μάαστριχτ.», μου είπε και μου έδωσε συντεταγμένες για το πώς θα έβρισκα τα τρένα και τα λεωφορεία που θα με οδηγούσαν από την Κολωνία στην εξωτική ολλανδική κωμόπολη.

Το απόγευμα της Παρασκευής πριν το ταξίδι αγόρασα από το σούπερ μάρκετ ένα μπουκάλι τσίπουρο κι ένα πακέτο Μακεδονικό Χαλβά και τα στρίμωξα στο backpack μου. Πήρα το μετρό για το Ελ. Βενιζέλος και έξι περίπου ώρες αργότερα βρισκόμουν στην Γερμανία.
Μετά από ευτράπελα με ξινούς Γερμανούς σταθμάρχες και διώροφα ολλανδικά λεωφορεία που μπάταραν και θα ζήλευαν οι πρωταγωνιστές του Eurotrip, βρέθηκα να χτυπάω για δεκαπέντε λεπτά το κουδούνι της εστίας του Βασίλη. 

Πάνω που είχα αρχίσει να απογοητεύομαι πως βρισκόμουν σε λάθος μέρος, η πόρτα άνοιξε και με υποδέχτηκε η Sylvia. Μία ξανθιά Ισπανίδα από την Βαλένθια που ερωτεύτηκα από το πρώτο «que tal?». Όσο εκείνη προσπαθούσε να μου εξηγήσει σε σπαστά αγγλικά ότι ο Βασίλης είχε πέσει πριν λίγη ώρα για ύπνο (ήταν εννέα το πρωί!) εξαιτίας ενός (ακόμη) ολονύκτιου πάρτι, εγώ ήδη σκεφτόμουν πως θα ήθελα τα παιδιά μας (τα δικά μου και της Sylvia) να έπαιρναν τα μαλλιά και τα πράσινα μάτια της, ενώ δεν θα με πείραζε καθόλου να μετακόμιζα αύριο κιόλας μόνιμα στο Μάαστριχτ, την Βαλένθια ή όπου τέλος πάντων ήθελε να συνεχίσουμε εκείνη τη ζωή μας.

Πέντε ώρες αργότερα κι αφού είχα φάει μια μερίδα παγωμένη paella που είχε περισσέψει στην Sylvia και μου έμοιαζε με κράμα νέκταρ και αμβροσίας και είχα ξεκουραστεί στον καναπέ του δωματίου της (φυσικά ένιωσα πως ήταν ο πιο βολικός καναπές που είχε την τιμή να αναπαυθεί το ταλαιπωρημένο κορμί μου μέχρι τότε), εμφανίστηκε αναμαλλιασμένος ο Βασίλης. 

Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και καλύψαμε τα νέα των τελευταίων πέντε μηνών. Αποφασίσαμε πως πέρα από ένα χαλαρό ποτό δεν θα βγαίναμε από την εστία, μιας και το Σαββατοκύριακο θα γυρίζαμε την μισή Ολλανδία πριν επιστρέψουμε την Δευτέρα στο Μάαστριχτ, προκειμένου να γιορτάσουμε την Καθαρή Δευτέρα με τον πλέον ελληνικό τρόπο, όπως είχε υποσχεθεί ο Βασίλης στους υπόλοιπους ερασμίτες.

Για να μην μακρηγορώ (άλλο) και για να μπω στο πώς γιόρτασα την πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα Καθαρή Δευτέρα μου στο εξωτερικό, να ξεκαθαρίσω πως όσο κι αν προσπάθησα να πείσω τον Βασίλη να προτείνουμε στην Sylvia να έρθει μαζί μας το Σαββατοκύριακο, εκείνος ήταν ανένδοτος. Ο Βασίλης τα είχε φτιάξει κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ολλανδία με μια συμπατριώτισσα και φίλη της Sylvia με την οποία είχαν χωρίσει πολύ άσχημα. Έτσι δεν ήθελε να ακούει τίποτα για Ισπανία, πόσο μάλλον να συναναστρέφεται με την Sylvia που του θύμιζε την πρώην του, την Sofia. Η μόνη μου ευκαιρία για να περάσω λίγο ακόμα χρόνο με την Sylvia (μέχρι τον γάμο μας) ήταν το ελληνικό γλέντι της Καθαρής Δευτέρας, όπου θα γινόταν στην κουζίνα της εστίας με καλεσμένους όλους ανεξαιρέτως τους ενοίκους. 

Περιττό να πω πως τις επόμενες μέρες τα Αmsterdam Arena, Philips και Feijenoord Stadion μου φάνηκαν χειρότερα από τους Ζωσιμάδες, ενώ οι ολλανδικές μπύρες νεροζούμια. Όσο για την διάσημη ολλανδική ποδηλατική κουλτούρα, με κούρασε τόσο που πεθύμησα το μποτιλιάρισμα της Κηφισίας. Αν είχε, βέβαια έρθει μαζί μας η Sylvia θα ήταν όλα διαφορετικά.

Την Καθαρή Δευτέρα ξύπνησα στις οχτώ, έκανα το μπάνιο μου, φόρεσα το καλό μου τζιν πουκάμισο κι άρχισα να φτιάχνω με το Βασίλη μια playlist τραγουδιών για το γλέντι. Πέντε έξι ώρες αργότερα, ερασμίτες από Σουηδία, Αγγλία, Ελλάδα και Ισπανία θα χορεύαμε με την ίδια ένταση και ρυθμό από το «Πρώτη μου φορά» των One μέχρι το «Μπήκαν τα γίδια στο μαντρί». 

Για το φαγητό είχαν φροντίσει ένα ζευγάρι Ελλήνων που έμεναν σε μια γειτονική εστία. Έτσι πριν ανάψει το γλέντι βρεθήκαμε να τρώμε καλαμαράκια, σουπιές, χταπόδι, ταραμά και κάτι σαν λαγάνα που είχαν ζυμώσει και ψήσει μόνα τους τα παιδιά. Η συμβολή μου στο γλέντι περιορίστηκε στο τσίπουρο, με το οποίο πότισα σε σφηνάκια 3 και 4 φορές κάθε παρευρισκόμενο και στο να επανασυσφίγγω τις διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας και Ισπανίας. Κοινώς, προσπαθώντας να βρεθώ με κάθε ευκαιρία πλάι στην Sylvia, η οποία όσο εξελισσόταν το γλέντι έδειχνε να αναταποκρίνεται όλο και περισσότερο στις προσεγγίσεις μου. Όσον αφορά τον Μακεδονικό Χαλβά, τον είχα κρύψει μέχρι στιγμής από τον Βασίλη και τους υπόλοιπους. 

Όταν σουρούπωσε και όλοι οι ερασμίτες είχαν χορτάσει ελληνικό φαγητό και ελληνική μουσική κοιτούσαμε με τον Βασίλη τους εξαντλημένους καλεσμένους και ό,τι είχε απομείνει από το γλέντι και χαιρόμασταν που τους είχαμε μυήσει έστω και για λίγο στην ελληνική παράδοση. Ωστόσο η τελετή μύησης δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί εκατό τοις εκατό. Χρειαζόταν μια τελευταία πινελιά (όχι χαρταετό δεν είχαμε σκεφτεί να φτιάξουμε) που θα έκανε εκείνη την μέρα να θυμίζει επισήμως ελληνική Καθαρή Δευτέρα. 

Πήγα στο δωμάτιο του Βασίλη, έβγαλα τον Μακεδονικό Χαλβά από το backpack μου, τον έκοψα σε κύβους, τον τοποθέτησα σε μια πιατέλα και άρχισα να κερνάω τον κόσμο, σαν ιερέας που δίνει τον αγιασμένο άρτο στους πιστούς. Εκείνοι «μεταλάμβαναν» ενθουσιασμένοι και ρωτούσαν να μάθουν από πού είχα αγοράσει το συγκεκριμένο γλυκό. Εγώ, όμως, πιστός στην τελετή μύησης δεν αποκάλυπτα το μυστικό. Αντιθέτως, προκειμένου να κάνω το κομμάτι μου, ισχυριζόμουν πως επρόκειτο για ένα γλυκό που βασιζόταν σε μια δική μου μυστική συνταγή. 

Κανείς δεν απόρησε ούτε μου έφερε αντίρρηση. Ίσως τους αρκούσε που ο χαλβάς ήταν νόστιμος και δεν τους ενδιέφερε να μάθουν κάτι παραπάνω. Ευτυχώς, όμως, δεν συνέβη το ίδιο και με την Sylvia. Όταν βρέθηκα πλάι της στον καναπέ προκειμένου να μοιραστούμε τα τελευταία κομμάτια που είχα κρατήσει για τους δυο μας, συνέχισα το παραμύθι μου. 

Στις επίμονες ερωτήσεις της, έμεινα να ισχυρίζομαι πως ο Μακεδονικός Χαλβάς βασιζόταν σε δική μου συνταγή και πως δεν θα μπορούσα με τίποτα να της την αποκαλύψω. Αφού δεν σταμάτησε να με πιέζει, της είπα πως υπήρχε μόνο ένας τρόπος για να μάθαινε την αλήθεια. Να με επισκεπτόταν το ερχόμενο Πάσχα στην Αθήνα. Χαμογέλασε, πήρε ένα κομμάτι χαλβά και τον μασούλησε κοιτώντας με στα μάτια.

Την Μεγάλη Παρασκευή, άνοιξα ένα πακέτο Μακεδονικού Χαλβά στο δωμάτιό μου στην Αθήνα, τον έκοψα σε κύβους και τον άφησα ανάμεσά μας. Όσο τον έτρωγα εξηγώντας της ταυτόχρονα πως θα μπορούσα να της στείλω μερικά πακέτα με γεύση βανίλια, κακάο ή αμύγδαλα αφού πωλούνταν σε οποιοδήποτε ελληνικό σούπερ μάρκετ, εκείνη με κοιτούσε χαμογελαστή από την profile pic της στο facebook. 

Μιας και πλέον γνωριστήκαμε και λέμε τα προσωπικά μας, πρόσθεσε κι εσύ στο Nήμα της Αγάπης αυτό που σε «δένει» με την Καθαρή Δευτέρα, βοήθησε τον Μακεδονικό Χαλβά να στηρίξει τα παιδιά του Ελληνικού Παιδικού Χωριού στο Φίλυρο και μπες στην κλήρωση για να γίνεις 1 από τους 20 τυχερούς που θα κερδίσουν λαχταριστά προϊόντα!

Άντε και του χρόνου!

 

#tonimatisagapis

Όσο διαφορετικοί κι αν είμαστε, μας ενώνει η παράδοση
Δες το αφιέρωμα

Φωτογραφίες: Μίνα Ρήγα