«Ηλεκτρονική γέφυρα» στήθηκε χθες το απόγευμα ανάμεσα στο Όσλο και την Αθήνα με τον Νορβηγό συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Γιου Νέσμπο να συνομιλεί για το πρόσφατο, ογκώδες βιβλίο του «Το βασίλειο» (μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης, εκδόσεις Μεταίχμιο) με τον κριτικό κινηματογράφου Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο.

Το βιβλίο είναι ένα θρίλερ το οποίο εκτυλίσσεται σε έναν μικρό τόπο στη Νορβηγία με πρωταγωνιστές δύο αδέλφια, τον Ρόι και τον Καρλ, που έχοντας να αντιμετωπίσουν πολλαπλά κρυμμένα μυστικά, ζουν την ιστορία τους μέσα από ποικίλες μεταστροφές και εκπλήξεις της δράσης.

«Μεγάλωσα με δύο αδέλφια, έχω εμπειρία από αδελφικές σχέσεις», είπε ο Νέσμπο κατά τη διάρκεια της ηλεκτρονικής του εμφάνισης στην Ελλάδα διαμέσου του blog του Public στο YouTube: «Παρόλα αυτά, το μυθιστόρημά μου δεν είναι αυτοβιογραφικό και ό,τι λέω, το λέω για να δείξω απλώς πως ξέρω, πως μπορώ να νιώσω, τι εστί αδελφικός δεσμός. Εκείνο με το οποίο καταπιάνομαι στο επίπεδο της πλοκής είναι η σχέση ανάμεσα σε έναν μικρότερο και έναν μεγαλύτερο αδελφό, εκ των οποίων ο ένας μένει στο χωριό κι ο άλλος πηγαίνει στις ΗΠΑ, κι όταν επιστρέφει αναλαμβάνει να μετατρέψει όλους τους κατοίκους της μικρής τους πατρίδας σε επενδυτές, βγάζοντάς τους από την αφάνεια.

Τότε ακριβώς, όμως, αρχίζει να ζωντανεύει το απωθημένο παρελθόν. Ένα παρελθόν, αλλά κι ένα παρόν απ’ όπου απουσιάζει ο διάσημος Χάρι Χόλε (σσ: ο αγαπημένος παγκοσμίως ήρωας-ντετέκτιβ του Νέσμπο). Το γενικότερο νόημα του βιβλίου είναι πως αν διαλέγεις τους φίλους σου, δεν μπορείς να διαλέξεις την οικογένειά σου. Στην οικογένεια ανήκει κανείς, είτε του αρέσει είτε δεν του αρέσει, η οικογένεια αποτελεί έναν κώδικα ο οποίος προηγείται από τον κώδικα της κοινωνίας, αν τα οικογενειακά των δύο αδελφών αποτυπώνουν σε επαρκή βαθμό τους κώδικες της νορβηγικής κοινωνίας. Ο Ίψεν και ο Σαίξπηρ έχουν γράψει για το συντριπτικό βάρος της οικογένειας, και την επίδραση τουλάχιστον του Σαίξπηρ, λόγω και του μυθιστορήματός μου ‘’Μάκβεθ’’ (μετάφραση Γωγώ Αρβανίτη, Μεταίχμιο 2018), δεν μπορώ να την αρνηθώ. Παρόλα αυτά το ‘’Βασίλειο’’ ακολουθεί τη δική του, αυτόνομη πορεία».

«Έκανα πολλά πράγματα στη ζωή μου, αλλά σαν ένα είδος προπαίδευσης», παρατήρησε ο Νέσμπο σε άλλο σημείο της ομιλίας του: «Αν μπορούσα σήμερα θα παρέλειπα το εκπαιδευτικό στάδιο, για να περάσω απευθείας στους τωρινούς μου κανόνες, και αν θα διάλεγα μια άλλη καριέρα, αυτή θα ήταν η καριέρα του ποδοσφαιριστή, του σκόρερ που λατρεύει όχι την πειθαρχία, αλλά την απόλαυση του παιχνιδιού. Κάθε χρόνο πηγαίνω στην Κάλυμνο για αναρρίχηση τέτοια εποχή, μολονότι δεν είμαι σίγουρος πως φέτος θα το επιτρέψει η πανδημία.

Στο ‘’Βασίλειο’’ υπάρχει κατάβαση και ανάβαση και θέλω εδώ να μείνω στην έννοια της κατάβασης, που δεν είναι ένα τεχνικό στοιχείο, αλλά συνδέεται με την κάθοδο στην άβυσσο και στο επικίνδυνο σκοτάδι. Ο ίδιος, άλλωστε, ξεκίνησα την αναρρίχηση για να ξεπεράσω την υψοφοβία μου. Όσο για το άλλο μοτίβο του βιβλίου μου, την αιμομιξία, έχει πρωτίστως αλληγορική σημασία και θα το συσχέτιζα με τον τρόπο λειτουργίας τής εξουσίας και με τον τρόμο τον οποίο μπορεί να προκαλέσει η πολιτική τυραννία. Εκείνο που επιδιώκω γενικότερα με τα βιβλία μου είναι να αποκαλύψω το εσωτερικό των σκανδιναβικών κοινωνιών – να δείξω τη Σκανδιναβία εκ των ένδον, από μια σκοπιά που ένας ξένος δεν είναι εύκολο να υιοθετήσει. Το τοπικό σήμερα είναι παγκόσμιο κι ένα χωριό στη Νορβηγία μπορεί να αναγνωριστεί από τον οποιονδήποτε, αρκεί να του δοθούν τα σωστά γυαλιά. Τα σύνορα δεν υπάρχουν πια».

Ο Νέσμπο χρειάστηκε τρία χρόνια για να γράψει το «Βασίλειο». Αν είχε περισσότερη ελευθερία χρόνου, θα χρειαζόταν το μισό διάστημα. Είναι μάλλον το βιβλίο που τον δυσκόλεψε περισσότερο - το ξανάγραψε πολλές φορές, αντίθετα με τις καθιερωμένες του συνήθειες. Αν σκηνοθετούσε κάποιο από τα μυθιστορήματά του, αυτό θα ήταν ο «Κοκκινολαίμης» (μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Μεταίχμιο 2018), επειδή είναι το πιο προσωπικό. Ο εκδότης του τον πιέζει να επανέλθει με ένα βιβλίο για τον Χάρι Χόλε, αλλά επί του παρόντος αποφεύγει να δεσμευτεί για το παραμικρό.