Στον κόσμο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τα αστυνομικά μυθιστορήματα και οι συγγραφείς τους πέφτουν συχνά θύματα σνομπισμού από τους υπόλοιπους, πιο «σοβαρούς» δημιουργούς καθώς και από μια μεγάλη μερίδα κριτικών. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, η αστυνομική λογοτεχνία, αλλά και οι παραλλαγές της σε όλη την γκάμα του θρίλερ έχει επανέλθει στο προσκήνιο με μεγαλύτερη ορμή από ποτέ. 

Το δικαστικό δράμα, το αστυνομικό, το θρίλερ και το μακάβριο έχουν ιδιαίτερη θέστη στη θεατρική ιστορία. Η σύσταση ενός αστυνομικού έργου περιέχει απαραιτήτως το θύμα, το δολοφόνο, τους υπόπτους και τους αστυνομικούς/ντετέκτιβ. Τα πρόσωπα αυτά περιβάλλονται από ένα συγκεκριμένο χώρο, τις περισσότερες φορές μια κλειστού τύπου κοινωνία με εσωτερική συνοχή, μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από ηρεμία και μακαριότητα και της οποίας τα ήρεμα νερά έρχεται να ταράξει ένα έγκλημα.

Το έγκλημα, ο φόνος φαίνεται να είναι εντελώς αταίριαστος με το κοινωνικό πλαίσιο που επιλέγεται να παρουσιαστεί, δημιουργεί μια κρίση η οποία θα εξομαλυνθεί μόνο, αφού ο φόνος διαλευκανθεί, η αθωότητα εδραιωθεί και η κοινωνία επιστρέψει στους κανονικούς της ρυθμούς. Η Αγκάθα Κρίστι συνεχίζει να είναι η μεγάλη και αξεπέραστη μαντόρισσα και στη θεατρική γραφή και ως πρωτότυπη συγγραφέας και ως διασκευασμένη από άλλους σκηνική ή φιλμική εμπνεύστρια.

Παράλληλα, η ιστορία του αστυνομικού διηγήματος στη χώρα μας συνδέεται στενά με τον περιοδικό τύπο. Φθηνές αρχικά εκδόσεις, στραβοκομμένες, κακοτυπωμένες, ευτελέστατες αλλά κατά τ’ άλλα ιδιαιτέρως ηρωικές στα μάτια του αναγνωστικού τους κοινού αποτέλεσαν μέρος του ελληνικού pulp fiction που πέρασε στην Ελλάδα από το εξωτερικό. Τα βιβλία τσέπης και τα περιοδικά που φιλοξενούσαν αστυνομικές ιστορίες βοήθησαν στην εξάπλωση του είδους, τη στιγμή που μετεξέλιξαν την αστυνομική λογοτεχνία σε προιόν ευρείας κατανάλωσης. Ήδη από την περίοδο του μεσοπολέμου η διάδοση της ήταν θεαματική ως μια λογοτεχνία που προσφερόταν στους πολλούς.

Ένας από τους πρωτοπόρους που προώθησε το αστυνομικό είδος στην Ελλάδα ήταν ο Γιάννης Μαρής. Το καλοκαίρι του 1953 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οικογένεια «Το Έγκλημα στο Κολωνάκι» και αποτέλεσε την αρχή ενός λογοτεχνικού και ραδιοφωνικού ρεύματος που διήρκεσε είκοσι χρόνια και κάτι, μέχρι την πτώση της δικτατορίας. Τα αθηναϊκά αστυνομικά μυθιστορήματα του Μαρή που δημοσιεύονταν στις εφημερίδες και τα περιοδικά είχαν καλή ανταπόκριση στο κοινό με αποτέλεσμα την εμφάνιση κι άλλων συγγραφέων που υπηρετούσαν το είδος.

Φέτος, στο θέατρο Ήβη, ο Θανάσης Παπαθανασίου και Μιχάλης Ρέππας παρουσιάζουν το πρώτο τους αστυνομικό έργο αποτίοντας φόρο τιμής στην «παγκόσμια» Άγκαθα Κρίστι και τον «δικό μας» Γιάννη Μαρή. Το «Παιχνίδι του Δολοφόνου» είναι ένα έργο σε ένα κλίμα φόβου, αγωνίας και παγιδευμένου ερωτισμού βυθισμένο στην ομίχλη του μυστηρίου ενός φόνου χωρίς ένοχο. Μεταφερόμαστε σε μια έπαυλη στην Κηφισιά, τον Απρίλιο του 1959. Ο εφοπλιστής Παύλος Μαυρίδης βρίσκεται νεκρός και επί σκηνής υπάρχουν επτά πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος. Πρόκειται για επτά υπόπτους με σημαντικά κίνητρα, αλλά και ατράνταχτα άλλοθι. Άδηλα λόγια, ανατροπές και ένα θανάσιμο αίνιγμα που καλείται να λύσει ο αστυνόμος Στεφανίδης.

Η παρασταση σε κρατάει μέχρι το τέλος σε αγωνία χωρίς να βαρεθείς και σε βάζει συνεχώς στο πλαίσιο να σκέφτεσαι ποιος τελικά είναι ο δολοφόνος. Βρήκα έξυπνη την ιδέα των δύο σκηνοθετών, Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα, να βάλουν τους ηθοποιούς σε διάφορες σκηνές του έργου να γυρίζουν την πλάτη τους προς το κοινό, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο στον θεατή την ιδέα πως κοιτάζει από μια κλειδαρότρυπα.

Οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών ήταν σε μεγάλο βαθμό πειστικές. Ξεχωρίζει η παρουσία του Αλέξανδρου Αντωνόπουλου, ο οποίος στο ρόλο του αστυνόμου Στεφανίδη, απέδειξε για μια ακόμα φορά το υποκριτικό του ταλέντο και την πολυετή του εμπειρία στο θεατρικό σανίδι, ενώ ευχάριστη έκπληξη αποτελεί και η ερμηνεία του Δημήτρη Κυρατσούδη, ο οποιος υποδύεται τον γκέι γιο του εφοπλιστή Παύλου Μαυρίδη και έχει παράνομη σχέση με τον σοφέρ της οικογένειας. Ένας ανερχόμενος ταλαντούχος ηθοποιός που το όνομά του θα μας απασχολήσει θετικά στο μέλλον. Οι γυναίκες της παράστασης, Ελισάβετ Μουτάφη, Σύλβια Δελακούρα και Ευαγγελία Συριοπούλου, συμμετέχουν με τη δυναμική τους παρουσία στο άρτιο αποτέλεσμα.

Δυστυχώς, το σκηνικό της Παναγιώτας Κοκορού δεν με ενθουσίασε καθόλου καθώς το βρήκα αρκετά φτωχικό. Υποτίθεται ότι παρακολουθούμε το σαλόνι της βίλας μιας πλούσιας οικογένειας. Μίνιμαλ διακόσμηση σπιτιού που εκείνη την εποχή ήταν όλα «φορτωμένα». Επίσης, παραμένει ίδιο συνεχώς και αυτό κουράζει τον θεατή. Tα κοστούμια επιμελήθηκε η  Έβελυν Σιούπη, ενώ για τους φωτισμούς που δημιουργούν την ατμόσφαιρα μυστηρίου υπεύθυνος είναι ο Χρήστος Τζιόγκας.

Μία ενδιαφέρουσα θεατρική δουλειά που σέβεται τον εαυτό της, η πλοκή έχει ρυθμό, δεν βαριέσαι, και το φινάλε διόλου απογοητευτικό. Ένα κλασικό αστυνομικό θρίλερ πασπαλισμένο με κωμικές στιγμές.


Info:

Συντελεστές:

Συγγραφή – Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαθανασίου και Μιχάλης Ρέππας

Σκηνικά: Παναγιώτα Κοκορού

Κοστούμια: Έβελυν Σιούπη

Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας

Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης

Διεύθυνση Επικοινωνίας: Μαργαρίτα Δρούτσα

Παίζουν: 

Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, Σύλβια Δελικούρα, Τόνυ Δημητρίου, Μάνος Ιωάννου, Δημήτρης Κυρατσούδης, Μιχάλης Μαρίνος, Ελισάβετ Μουτάφη, Ευαγγελία Συριοπούλου

Μέρες και ώρες παραστάσεων:

Τετάρτη 19:00, Πέμπτη, Παρασκευή 21:00, Σάββατο 18:00 (απογευματινή) & 21:00 (βραδινή), Κυριακή 19:00

Τοποθεσία: 

Θέατρο Ήβη, Σαρρή 27, 10554 Αθήνα