Η νέα γενιά συγγραφέων κρύβει μικρά διαμάντια. Η γραφή τους είναι πολυφωνική, τόσο θεματολογικά όσο και μορφολογικά. Μέχρι στιγμής, έχουν γραφτεί εξαιρετικά διηγήματα, ενώ υπάρχουν πολύ ωραίες ιδέες για μυθιστορήματα και νουβέλες. 

Δυστυχώς, όμως, τα τελευταία χρόνια, δε δίνονται τόσες ευκαιρίες στους νέους συγγραφείς για να αναδείξουν τη τέχνη τους. Έτσι αναγκάζονται να καταβάλουν μεγαλύτερη προσωπική προσπάθεια για να το επιτύχουν. Παράλληλα, οι περισσότεροι παλιότεροι λογοτέχνες, μπορεί συχνά να μιλούν για τους νεότερους, αλλά σπάνια κάνουν παρέα μαζί τους, σπανιότερα δε τους εμπιστεύονται για μια κοινή εμφάνιση, μια ανοιχτή συζήτηση ή κάποια ενέργεια που να απαιτεί κοινή δράση, σκέψη ακόμα και γραφή.

Οι σημερινοί εικοσάρηδες συγγραφείς αποφεύγουν, επίσης, τον ολισθηρό δρόμο του lifestyle, τον οποίον κάποιοι, λίγο παλιότεροι, προτίμησαν ως διέξοδο διαφυγής. Αυτοί οι συγγραφείς δεν είναι ομάδα, δεν έχουν τάσεις και οι περισσότεροι δεν στηρίζονται από κάποιον φορέα. 

Ο Στέλιος Ανδρεάδης γεννήθηκε στην Καβάλα το 1989 και ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές του στην Πληροφορική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 2011. Δεκαέξι ετών ξεκίνησε τη συγγραφή μικρών διηγημάτων και διακρίθηκε σε πανελληνίους μαθητικούς διαγωνισμούς. Σαν φοιτητής, στράφηκε στο μυθιστόρημα και την αρθρογραφία.

Το καλοκαίρι του 2014 δημιούργησε την προσωπική του σειρά λογοτεχνικών βιβλίων «Γρανάζι» και εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Παιχνίδια Ενηλίκων». Τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς, εκδόθηκε η ιστορία του «Ο Χθόνιος Χορός». Το 2015 κυκλοφόρησε το δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο «Schadenfreude», το 2016 το διήγημα «Το Σπίτι των Κακών προσθέσεων» και το 2017 το διήγημα «Ιεζεκιήλ 37 7-8». Σήμερα εργάζεται στο Ινστιτούτο Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών, ενώ παράλληλα ετοιμάζει την κυκλοφορία του επόμενου βιβλίου του, με τίτλο «Τσίλι». Το νέο μυθιστόρημα είναι κάτι ανάμεσα σε κωμωδία, δράμα και αστυνομικό.

«Πιστεύω ότι στην παρούσα φάση ο όρος «νουάρ» αναπλάθεται. Απομακρύνεται από τον αρχικό όρο του κινηματογράφου, ή καλύτερα εμπλουτίζεται. Ίσως είναι νωρίς για να σχολιάσουμε, γιατί δεν έχει πάρει ακόμη την τελική του μορφή. Δε γράφω ποτέ για τους άλλους, ούτε με ενδιαφέρει τι θέλει να διαβάσει το κοινό από μένα. Θεωρώ μόνη μου υποχρέωση να παραδίδω κάτι ποιοτικό, για το οποίο δε θα αισθανθεί κάποιος ότι έχασε τον χρόνο του. 

Η έμπνευση είναι τα πάντα και προέρχεται από τα πάντα. Μία εικόνα, μία λέξη, ένα τυχαίο συμβάν, ένα συναίσθημα, ένα τραγούδι, όλα μπορούν να γεννήσουν μια νέα ιστορία και η μαγεία έγκειται στο πόσο διαφορετικό μπορεί να είναι το αποτέλεσμα από το αρχικό έναυσμα. Ομολογώ ότι μεγάλη μου έμπνευση αποτελεί το σινεμά, για αυτό ο τρόπος γραφής μου είναι συνήθως πολύ κινηματογραφικός. Θαυμάζω τρομερά τον Παπαδιαμάντη, τον Καζαντζάκη και τον Εμπειρίκο. Μου φαίνεται απίστευτο πόσο μπροστά ήταν από την εποχή τους, χώρια το άπιαστο ταλέντο στη γραφή». 

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης ξέρει να παίρνει ρίσκα και είναι σαφές ότι το διασκεδάζει. Zει και εργάζεται στη Σουηδία. Ταξιδεύοντας με το τρένο από το Έρεμπρο προς τη Στοκχόλμη, συνάντησε τυχαία τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αποφάσισε να αφηγείται τις ιστορίες του. 

«Γράφω για να περνάω καλά και για να περνάει καλά ο κόσμος που με διαβάζει. Η έμπνευση είναι κάτι στιγμιαίο, μία ιδέα που είτε θα οδηγήσει στην ανάπτυξη μίας ιστορίας, είτε θα εξελίξει διαφορετικά τη γραμμή της πλοκής, από αυτή που είχα σχεδιάσει αρχικά. Σίγουρα δεν είναι η κινητήρια δύναμη της συγγραφής. Συνήθως, επηρεάζομαι από καταστάσεις που συναντώ είτε στην προσωπική μου ζωή, είτε στον κύκλο των γνωστών μου, ωστόσο προσπαθώ να το κρατάω στο μίνιμουμ, ώστε οι ήρωες του βιβλίου να έχουν τη δική τους ζωή και να μην αποτελούν απλά την προέκταση υπαρκτών προσώπων.

Αυτή τη περίοδο, περιμένω να εκδοθεί η τέταρτη περιπέτεια του Άντερς, η οποία θα ανοίξει μία δεύτερη τριλογία του Έρεμπρο και μία ιστορία εκτός σειράς, για την οποία είμαι ιδιαίτερα ενθουσιασμένος, καθώς μόλις την ολοκλήρωσα». 

Η Εύη Κορώνη είναι 28 ετών και γεννήθηκε στην Καβάλα. Είναι απόφοιτη της Ανωτέρας Δραματικής σχολής «Βασίλης Διαμαντόπουλος». Την ίδια εποχή και παράλληλα με τις σπουδές της στο θέατρο, άρχισε να γράφει άρθρα σε διάφορα περιοδικά και blogs της πόλης. Το 2016 κέρδισε το πρώτο βραβείο καλύτερης LGBT ταινίας στο «Direct Monthly Online Film Festival», (USA) για την μικρού μήκους ταινία «Η διόρθωση» (The Correction). Το 2017, κυκλοφόρησε τη πρώτη ποιητική συλλογή της «Ήσουνα κάποτε εδώ». Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου γράφτηκε κάπου μεταξύ της εφηβικής και μετεφηβικής περιόδου της ζωής της.

«Η ποίηση για εμένα είναι ξέσπασμα. Κάθε άνθρωπος που γράφει, σίγουρα έχει το δικό του τρόπο να αρχίσει, να περιγράφει και να κλείσει το ποίημα του. Έχει τις δικές του επιρροές, τα δικά του θέματα –το δικό του λόγο-, το δικό του χαρακτήρα. Συνήθως, όταν αρχίζω να γράφω, έχει προηγηθεί κάτι το οποίο μου έκανε εντύπωση, με προβλημάτισε και μου τράβηξε την προσοχή. Στη συνέχεια ακολουθεί "το ξέσπασμα", έτσι το λέω εγώ. 

Tα ποιήματα, είναι εσύ που τα γράφεις, άρα, έχουν ας πούμε το χαρακτήρα σου. Υπάρχει ρεαλισμός στα ποιήματα μου, αλλά είμαι λάτρης και της "μαγείας", του ρομαντισμού. Κάποια ποιήματα μου είναι σκληρά, λίγο άγρια όπως είναι και η καθημερινότητά μας. Το σίγουρο είναι πως φαίνονται μέσα οι ευαισθησίες μου.

Η ποιήτρια που θαυμάζω περισσότερο είναι η Κατερίνα Γώγου. Άλλαξε τον μέχρι τότε κόσμο μου. Μετά έχω αρκετούς αγαπημένους ποιητές. Ο Καρυωτάκης, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, η Πολυδούρη και ο Βασίλης Αμανατίδης, τον οποίο είχα καθηγητή στη δραματική σχολή και μου έδωσε «τροφή» και ένα ωραίο χτύπημα στην πλάτη για να συνεχίσω να γράφω».

Ο Αναστάσιος Γεωργιού γεννήθηκε στην επαρχία Πάφου, στις 18 Μαίου 1994. Ξεκίνησε να γράφει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Γιατί να ονειρευτώ;» κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. Με το «Γιατί να ονειρευτώ;» έλαβε μέρος στο διαγωνισμό βραβείου Public και στα  Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας Κύπρου για εκδόσεις του έτους 2016. Με το «Αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο» συμμετείχε στο διαγωνισμό παιδικής λογοτεχνίας 2015 του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου όπου και βραβεύτηκε. Σήμερα, πραγματοποιεί σπουδές νομικής στη Γαλλία, στο Πανεπιστήμιο της Λυών, ενώ έχει τελειώσει το το τρίτο του βιβλίο με τίτλο «Ο θάνατος της έμπνευσης» κι αν όλα πάνε καλά θα κυκλοφορήσει το 2018. 

«Γράφω γιατί απλά κανείς δεν κάθεται να με ακούσει. Είναι ο πιο άμεσος τρόπος που έχω στη διάθεση μου για να πω όσα θέλω να πω. Ταυτόχρονα, γράφοντας και βλέποντας τους φόβους και τους προβληματισμού μου να παίρνουν ζωή μπορώ πιο εύκολα να πάρω και εγώ δύναμη και να τους ξορκίσω. Έτσι μένουν μόνο τα όνειρα και ο πόθος μου να τα ακολουθήσω. Για μένα, η έμπνευση είναι μια στιγμή όπου θα δημιουργήσει στο μυαλό την ανάγκη του να στείλει μήνυμα στους φρουρούς της φυλακισμένης κάπου βαθιά μέσα μας ψυχής για να την αφήσει να απελευθερώσει για μερικά λεπτά τα κρυμμένα της μυστικά.

Η μεγαλύτερη ανατροπή στην ιστορία της ζωής μου νομίζω είναι ακριβώς το γεγονός πως έχει πολλές ανατροπές. Περίμενα πως θα ζούσα μια βαρετή ζωή όπως οι πλείστοι εκεί έξω, αλλά να που τελικά ποτέ της δεν γίνεται τέτοια. Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι στον εαυτό μου δεν θα άλλαζα τίποτα. Η αλλαγή έστω και ενός χαρακτηριστικού μας νομίζω πως αποδομεί ολόκληρο το είναι μας. Δεν είμαι τέλειος. Κανείς δεν είναι τέλειος. Αλλά έμαθα να αγκαλιάζω, να αγαπώ και να προσπαθώ να εξελίξω αυτό που είμαι».

Η Μαριανίνα Ζώτου γεννήθηκε το 1991 στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ασχολείται με τη μετάφραση και τη συγγραφή. Από τότε που θυμάται τον εαυτό της είναι με ένα μολύβι στο χέρι, άλλοτε γράφοντας για άλλους κόσμους κι άλλοτε ζωγραφίζοντάς τους. Κάπως έτσι, ένα φθινοπωρινό πρωινό, γεννήθηκαν στο μυαλό της δυο πολιτείες χωρισμένες από βουνά. Το «Πέρασμα στη Ναβίντια» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα και το πρώτο μέρος της τριλογίας των Ιστοριών του Έγκενθαρ. Αυτή τη περίοδο, είναι στο τελευταίο «φρεσκάρισμα» της συνέχειας της τριλογίας της, ενώ μόλις άρχισε να δουλεύει πάνω σε μια ολοκαίνουρια ιστορία. 

«Έχω την τύχη να έχω δύο γονείς που αγαπούν και οι δύο το διάβασμα και με δίδαξαν να έχω την ίδια αγάπη και σεβασμό προς τα βιβλία. Το γράψιμο για μένα είναι μια λύτρωση. Όταν γεννιέται στο μυαλό μου η ιδέα για μια ιστορία, δε φεύγει με τίποτα. Συνέχεια προστίθενται κι άλλες λεπτομέρειες, χαρακτήρες και πλοκές, μέχρι που πρέπει όλα αυτά να τα βάλω στο χαρτί για να ησυχάσω. Η ιστορία απαιτεί να ειπωθεί και, πριν από οποιονδήποτε άλλο, πρέπει να την αφηγηθώ στον εαυτό μου. 

Βρίσκω ότι η έμπνευση συχνά βρίσκεται στα πιο συνηθισμένα πράγματα παρά σε κάτι συνταρακτικό, αρκεί να επικεντρωθείς σε κάτι που δεν είχες προσέξει νωρίτερα. Μ’ αυτή την έννοια η έμπνευση είναι ίσως μια αλλαγή στην αντίληψη.

Οι πραγματικοί ήρωες για μένα είναι αυτοί που βγαίνουν από τη βολή τους για να βοηθήσουν κάποιον άλλο χωρίς αντάλλαγμα, είτε αψηφούν τις φλόγες για να σώσουν κάποιον είτε δίνουν νερό στα αδέσποτα το κατακαλόκαιρο. Δυστυχώς, υπάρχουν πλέον υπερβολικά πολλοί άνθρωποι που σκέφτονται πρώτα "τι έχω εγώ να κερδίσω αν βοηθήσω". Νομίζω πως αυτή είναι η πραγματική κρίση της εποχής μας».

Ο Δημήτρης Μελικέρτης γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατόπιν δημιουργική γραφή σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο University of Warwick, στο πλαίσιο του οποίου και δίδαξε το αντικείμενο. Ζει στο Λονδίνο, όπου και ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στη Δημιουργική Γραφή και Έρευνα Βάσει Πρακτικής στο Royal Holloway, University of London.

Έχει μεταφράσει στην ελληνική τα τρία παιδικά βιβλία της σειράς «Το φανταστικό ημερολόγιο της Μπεατρίς», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Διηγήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες στην Αγγλία, διαδικτυακά και στην προσωπική του ιστοσελίδα, ενώ το 2013 ήταν υποψήφιος για το λογοτεχνικό βραβείο Cowley στην Αυστραλία. Ο «Γιγαντοκυνηγός» είναι το πρώτο του βιβλίο και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

«Τα βιβλία που μου άλλαξαν τη ζωή είναι αυτά του πατέρα μου. Προς διευκρίνιση, χρησιμοποιώ το ψευδώνυμο Μελικέρτης για τις πρώτες εντυπώσεις, στο εξώφυλλο. Είμαι γιος του συγγραφέα και ποιητή Γιάννη Καλπούζου. Το να έχεις έναν συγγραφέα μέσα στο σπίτι σου (πόσο μάλλον όταν μεγαλώνεις δίπλα του και ο χαρακτήρας σου διαμορφώνεται κοντά του) σημαίνει ότι βιώνεις τα βιβλία του με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’ ότι ένας αναγνώστης.

Βιώνεις τον δημιουργό κατά τη διάρκεια που εργάζεται, βλέπεις το έργο σε διαφορετικές μορφές, μοιράζεσαι σε ένα βαθμό τον κόπο, την έξαρση, την απογοήτευση, την επιτυχία του, εισπράττεις τις χαρές και τις ανησυχίες του, εμπειρίες που δεν μπορείς να αποσυνδέσεις από το καθαρά λογοτεχνικό προϊόν. Ζεις τα βιβλία του σε ένα άλλο επίπεδο.

Στη δική μου περίπτωση, εκτός από την τύχη να μαθητεύω στη γραφή δίπλα στον πατέρα μου, έχω το προνόμιο να έχω βιώσει από δεύτερο χέρι μια εμπειρία χρόνων πάνω στο αντικείμενο και στα εκδοτικά πράγματα, η οποία θεωρώ ότι προσθέτει στο οπλοστάσιό μου». 

Η Ελπίδα Ισμαήλ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1990. Είναι απόφοιτη της Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών, αλλά το πάθος της είναι η φωτογραφία, η συγγραφή, η ιππασία και τα σκυλιά της. Το πρώτο της βιβλίο «Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία» το έγραψε, όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών και εκδόθηκε πέντε χρόνια αργότερα, το 2009, από τις εκδόσεις Κέδρος. Το «Φως των αστεριών» είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της.

«Γράφω για να εκφράζω τα συναισθήματα μου και να τα μοιράζομαι μαζί με κομμάτια της ζωής μου με αλλους ανθρώπους. Εμπνευση για μένα ειναι η ικανότητα να εκφράζω τις σκέψεις μου στο χαρτί, να κάνω τα συναισθήματα λέξεις, να ξεμπερδεύω το μυαλό μου όταν είναι μπερδεμένο. Εμπνέομαι από τη ζωή μου και τη ζωή των γύρω μου, τα βιώματα μου και τα όνειρά μου.

Σίγουρα, ξεχωρίζω τα βιβλία του Harry Potter. Για χρόνια δεν ήθελα να τα διαβάσω γιατί δε μου αρέσουν οι ιστορίες φαντασίας, όταν τα ξεκίνησα, όμως, δε μπορούσα να τα αφήσω από τα χέρια μου. Χάθηκα σε αυτόν τον κόσμο και μου ήταν δύσκολο να πιστέψω οτι δεν είναι πραγματικός. Γεμάτα έντονα συναισθήματα, μου κράτησαν συντροφιά αρκετό καιρό και μπορεί να μην άλλαξαν τη ζωή μου, αλλά σίγουρα μεταμόρφωσαν αμέτρητα βράδια που μου είχαν κρατήσει συντροφιά».

Ο Στέφανος Παρχαρίδης γεννήθηκε στην Καβάλα, ενώ τα τελευταία δέκα χρόνια κατοικεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Γεωπόνος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και παίζει ερασιτεχνικά πιάνο. Του αρέσει να γράφει ιστορίες που έχουν ως βάση διάφορα κοινωνικά προβλήματα και ανισότητες. Στον ελεύθερο χρόνο του ακούει την αγαπημένη του μουσική αγναντεύοντας τη θάλασσα, προσδοκώντας ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα. Αυτήν την περίοδο δουλεύει επάνω στο δεύτερο βιβλίο του με ενα θέμα που είναι δυστυχώς ευρέως γνωστό στην ελληνική κοινωνία, τη σεξουαλική κακοποίηση. 

«Μεγάλωσα κυρίως διαβάζοντας ότι έπεφτε στα χέρια μου. Αν μπορώ, όμως, να ξεχωρίσω ένα είδος είναι αυτό της αστυνομικής λογοτεχνίας. Γενικότερα, από πολύ παλιά με ξετρελαίνει ότι έχει δράση. Από έλληνες συγγραφείς, θαυμάζω πολύ την κυρία Λένα Μαντά γιατί την έχω γνωρίσει από κοντά. Είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. Ο τρόπος που μιλάει στο κοινό σε κάνει να θες να την ακούς για ώρες. Από το εξωτερικό, ομολογώ, πως μου αρέσει ο Dan Brown, του οποίου δηλώνω και θαυμαστής. Ένα βιβλίο που ξεχωρίζω είναι το «κελάρι της ντροπής» της Χρυσηίδας Δημουλίδου. Ένα σκληρό μυθιστόρημα, αλλά ταυτόχρονα και ρεαλιστικό. 

Η ιστορία που έχω γράψει θα μπορούσε να συμβεί κυριολεκτικά στο διπλανό σπίτι. Είναι ένα βιβλίο όχι πολύ μεγάλο, με συνεχείς ανατροπές και καταιγιστική δράση. Θεωρώ πως καταπιάνεται με ένα θέμα που έχει χωρίσει τους Έλληνες σε δύο μεγάλες κατηγορίες, κάτι που το κάνει ικανό να διαβαστεί από τον καθένα. Όσοι το έχουν διαβάσει μέχρι στιγμής, έχουν να πουν μόνο θετικά σχόλια. Η χώρα μας είναι ψευτοσεμνότυφη. Όλοι μας λίγο πολύ κατακρίνουμε τους γύρω μας για το τάδε θέμα, αλλά πολλοί κάνουμε τα ίδια στα κρυφά. Ειδικά, όσον αφορά το σεξ, όπου και έγκειται το μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της ψεύτικης συμπεριφοράς. Αν μπορούσαμε να παραδεχτούμε ανοιχτά τι μας αρέσει χωρίς να ντρεπόμαστε, δε θα υπήρχε κανένα πρόβλημα πιστεύω.

Θεωρώ πως ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι της LGBT κοινότητας διαβάζουν και πιστεύω πως θα αυξηθεί ο αριθμός τους τα επόμενα χρόνια. Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, ο αριθμός των ανθρώπων που θέλουν να ανοίξουν το μυαλό τους ανεβαίνει συνεχώς». 

Η Βέρα Πρατικάκη γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ και έκανε το μεταπτυχιακό της στην παγκόσμια Ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Σπούδασε, επίσης, Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Ντέρμπι και πήρε το μεταπτυχιακό της από το Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου. Είναι ψυχοθεραπεύτρια ενηλίκων εκπαιδευμένη στην Γνωσιακή-Συμπεριφορική Προσέγγιση και την Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία και ασχολείται ιδιαίτερα και με την συμβουλευτική γονέων και παιδιών. 

Η μεγάλη της αγάπη είναι η συγγραφή βιβλίων για παιδιά. Το 2011 εξέδωσε το πρώτο της παιδικό παραμύθι «Caterpillar Pauline», προσφέροντας όλα τα έσοδα στη φιλανθρωπική οργάνωση της Αγγλίας BeatBullying. Από τις Εκδόσεις ψυχογιός κυκλοφορούν τα βιβλία «Τα μυστικά της βεντάλιας», «Μήπως είδατε τον Ροδόλφο;», «Το καρυ-κευμένο καλαμαράκι» και «Μήπως είδατε την Νεφερτίτη;». Τον Ιανουάριο περιμένει να εκδοθεί το επόμενο βιβλίο της, που θα λέγεται «Όλα ξεκίνησαν όταν μου έφεραν τον Ζαχαρία». Περιστρέφεται γύρω από την σχέση ανάμεσα στα αδέλφια και είναι πολύ διαφορετικό από τα υπόλοιπα και στο ύφος και στην δομή του.

«Ένα παραμύθι μπορεί να είναι πολύ πολύτιμο για ένα παιδί. Μέσα από την ιστορία μπορεί να μάθει πολλά πράγματα. Για παράδειγμα, του δίνεται η ευκαιρία να έρθει σε επαφή με σημαντικά κοινωνικά θέματα από μια απόσταση ασφαλείας, να αναπτύξει την ενσυναίσθησή του κατανοώντας την οπτική γωνία των διαφορετικών χαρακτήρων και να πάρει ιδέες για να αντιμετωπίσει δυσκολίες της καθημερινότητας. Επίσης, μέσα από τις ιστορίες συχνά εξερευνά διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους σχετίζονται οι χαρακτήρες και έτσι να προβληματιστεί για τον τρόπο που αλληλεπιδρά και ο ίδιος με τους γύρω του.

Ένα παραμύθι το βοηθάει επίσης να αναπτύξει την φαντασία του και να ταξιδέψει σε κόσμους διαφορετικούς, πρωτόγνωρους και έτσι να διευρύνει τα στενά όρια της καθημερινότητάς του και να εξερευνήσει νέες δυνατότητες. Μπορεί να έρθει σε επαφή με άλλες πλευρές του εαυτού του που με κάποιον τρόπο ταυτίζονται με τα χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών και έτσι να εξελιχθεί ως προσωπικότητα και να ανακαλύψει νέα ενδιαφέροντα, νέες ιδέες».