Το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (Αργυρός Λέοντας) που κέρδισε το «Favourite» του Γιώργου Λάνθιμου ήταν μία ακόμη διάκριση για τον - διεθνή πια - Έλληνα σκηνοθέτη. Για χρόνια μαζί με τον μόνιμο συνεργάτη του στο σενάριο, Ευθύμη Φιλίππου, συγκέντρωναν βραβεία στα μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, φτάνοντας και μέχρι το κόκκινο χαλί των Όσκαρ.

Το «Favourite» ήταν η πρώτη «σόλο» ταινία του Λάνθιμου, ως «σκηνοθέτης προς ενοικίαση». Η πρώτη από πολλές που θα ακολουθήσουν, καθώς η ματιά και η «τρέλα» του εκτιμώνται ιδιαίτερα στα διεθνή κινηματογραφικά κυκλώματα.

Ο Γιώργος Λάνθιμος, που γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα, είναι γιος του μπασκετμπολίστα Αντώνη Λάνθιμου, που έπαιζε στον Α.Ο. Παγκρατίου και την Εθνική Ελλάδος τις δεκαετίες του '60 και του '70. Σπούδασε κινηματογραφική και τηλεοπτική σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Εξασκήθηκε με διαφημιστικά σποτ και βιντεοκλίπ τραγουδιών του Σάκη Ρουβά («Θέλεις ή δεν θέλεις», «Άντεξα» κ.ά), της Δέσποινας Βανδή («Δέκα εντολές») και άλλων. Ειδικά το βιντεοκλίπ του «Θέλεις ή δεν θέλεις» φέρνει στο νου τον «Κυνόδοντα» που θα ακολουθούσε 11 χρόνια μετά.

Το 2001 συν-σκηνοθέτησε με τον Λάκη Λαζόπουλο την κωμωδία «Ο καλύτερός μου φίλος» και την επόμενη χρονιά γύρισε την πρώτη μικρού μήκους ταινία του (μετά από τη σπουδαστική στη Σχολή Σταυράκου) «Uranisco Disco». Μέχρι να γυρίσει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, την «Κινέττα» του 2005, μεσολάβησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας, όπου ο Λάνθιμος ήταν μέλος της ομάδας που σχεδίασε τις τελετές έναρξης και λήξης. Το 2002 είχε πραγματοποιήσει και την πρώτη του θεατρική σκηνοθεσία στο «DDD» του Δημήτρη Δημητριάδη. Ακολούθησαν άλλες τρεις, με πιο πρόσφατη τον «Πλατόνοφ» του Τσέχοφ για το Εθνικό Θέατρο του 2010.

Η «Κινέττα», με τους Άρη Σερβετάλη, Ελευθερία Ράντου και Κώστα Ξικομηνό, προβλήθηκε στα κινηματογραφικά φεστιβάλ του Τορόντο (παγκόσμια πρεμιέρα), της Θεσσαλονίκης και του Βερολίνου. Όταν κυκλοφόρησε στις αίθουσες λίγοι την είδαν, λιγότεροι την εκτίμησαν. Εμπεριέχει ωστόσο όλα τα στοιχεία που έκαναν τις επόμενες ταινίες του Λάνθιμου να ξεχωρίσουν.

 

Η πρώτη από αυτές ήταν ο «Κυνόδοντας» του 2009, με τους Χρήστο Στέργιογλου, Μισέλ Βάλεϊ, Αγγελική Παπούλια, Χρήστο Πασσαλή, (την πρόσφατα και πρόωρα χαμένη) Μαίρη Τσώνη και Άννα Καλαϊτζίδου. Ήταν η ταινία που τον καθιέρωσε πρώτα στο διεθνές και μετέπειτα στο ελληνικό κινηματογραφικό στερέωμα. Έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Καννών, όπου κέρδισε το πρώτο βραβείο του παράλληλου διαγωνιστικού τμήματος «Ένα Κάποιο Βλέμμα» και το Βραβείο Νεότητας. Η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου της απένειμε πέντε βραβεία το 2010, ενώ η προβολή της σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και η διανομή της σε αγορές του εξωτερικού την έφερε μέχρι τα βραβεία Όσκαρ.

 

Στην τελετή απονομής των Όσκαρ το 2011 ο Λάνθιμος ατύχησε να έχει απέναντί του ταινίες όπως το «Biutiful» του Αλεχάντρο Γκοσνάλες Ινιάριτου, το «Μέσα από τις φλόγες» του Ντενί Βιλνέβ και, φυσικά, το «Ίσως, άυριο!» της Σουζάνε Μπίερ που τελικά κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Όμως πολλοί «μεγάλοι παίχτες» του Χόλιγουντ και της διεθνούς κινηματογραφικής βιομηχανίας σημείωσαν στην ατζέντα τους το όνομα του Έλληνα σκηνοθέτη. Μερικά χρόνια αργότερα, στην προβολή του «Αστακού» στις Κάννες, η πρωταγωνίστρια Ρέιτσελ Βάις δήλωνε ότι ο «Κυνόδοντας» την είχε ενθουσιάσει: «Η φαντασία του Λάνθιμου με είχε συνεπάρει. Από τον “Κυνόδοντα” ήθελα να πάρω κι εγώ μέρος στον κόσμο του Λάνθιμου». Μέχρι να έρθει η ώρα του «Αστακού», όμως, μεσολάβησαν οι «Άλπεις».

Η ταινία του 2011, με τους Αριάν Λαμπέντ, Αγγελική Παπούλια και Άρη Σερβετάλη έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας, από όπου έφυγε με το βραβείο καλύτερου σεναρίου για τη δουλειά που έκανε ο Ευθύμης Φιλίππου σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη. Μετά από αυτό το ιδανικό ξεκίνημα ταξίδεψε σε πολλά μεγάλα φεστιβάλ.

 

Την ίδια χρονιά, ο Γιώργος Λάνθιμος εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και παραμένει εκεί μέχρι σήμερα. Παντρεύτηκε την Αριάν Λαμπέντ και μελέτησε το επόμενο βήμα του, μακριά από τις δυσκολίες της εργασίας στην Ελλάδα της κρίσης. Ο «Αστακός» (2015) είναι η πρώτη του διεθνής ταινία, μια ιρλανδοβρετανοελληνική συμπαραγωγή με τους Κόλιν Φάρελ, Ρέιτσελ Βάις, Λεά Σεϊντού, Τζον Σ. Ράιλι, Μπεν Γουίσο. Είναι επίσης η πιο επιτυχημένη του τόσο από πλευράς εισπράξεων (στις ΗΠΑ έφτασε να παίζεται σε 540 αίθουσες και ξεπέρασε τα 9 εκατ. δολάρια) όσο και διακρίσεων. Στις Κάννες κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής και μέχρι να φτάσει στο Όσκαρ συγκέντρωσε 20 ακόμη διακρίσεις από όλο τον κόσμο.

 

 

Για το «The killing of a Sacred Deer» ο Λάνθιμος κράτησε τον Κόλιν Φάρελ και έβαλε δίπλα του ένα ακόμη μεγαλύτερο όνομα, τη Νικόλ Κίντμαν. Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στις Κάννες συνοδεύτηκε από το βραβείο σεναρίου.

Στο «The Favourite» κράτησε από τον «Αστακό» τις Ρέιτσελ Βάις και Ολίβια Κόλμαν, προσθέτοντας στο καστ την Αμερικανίδα Έμα Στόουν. Το βραβείο γυναικείας ερμηνείας που κέρδισε η Κόλμαν στη Βενετία θα ενισχύσει το προφίλ του Λάνθιμου ως «σκηνοθέτη ηθοποιών» και θα τον κάνει ακόμη πιο περιζήτητο.

Τα επόμενα σχέδιά του είναι τηλεοπτικά: η τηλεταινία «On Becoming a God In Central Florida» με πρωταγωνίστρια την Κίρστεν Ντανστ και μία - άτιτλη προς το παρόν - σειρά για το Amazon με πρωταγωνιστή τον Κόλιν Φάρελ (για τρίτη φορά!).