Τι δουλειά είχε ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν στην Αθήνα του 1841, να ζωγραφίζει μία καμήλα με φόντο τον ναό του Ηφαίστου στο Θησείο; Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί πρώτα πρώτα τι δουλειά είχε η καμήλα στο Θησείο, αλλά τα συμπαθέστατα ζώα ήταν ένα συνηθισμένο θέαμα στους δρόμους της πρωτεύουσας τον 19ο αιώνα. Μάλιστα, όσο απομακρυνόταν κανείς προς την ενδοχώρα, συναντούσε συχνά καραβάνια καμηλών που μετέφεραν προϊόντα από πόλη σε πόλη. Το σκηνικό αυτό συνεχιζόταν και μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ενώ η Άμφισσα ήταν ένα από τα μέρη όπου συντηρήθηκε για περισσότερα χρόνια η εκτροφή τους.

Ας επιστρέψουμε όμως στο Θησείο και τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ο Δανός παραμυθάς έφτασε στη χώρα μας τον Μάρτιο του 1841, στο πλαίσιο των ταξιδιών του ανά την Ευρώπη που έκανε με τη χρηματοδότηση του βασιλιά Φρειδερίκου ΣΤ', για τη σύνθεση ταξιδιωτικών ημερολογίων. Οι εντυπώσεις του από τη Σύρο, που ήταν ο πρώτος του σταθμός, τον Πειραιά και την Αθήνα, παρουσιάζονται μαζί με σκίτσα του στην έκθεση «Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια περιηγητών από το Βορρά» που φιλοξενείται στη Βιβλιοθήκη Βορείων Χωρών, πίσω από το Μουσείο της Ακρόπολης.


Μια καμήλα, και στο βάθος ο ναός του Ηφαίστου στο Θησείο (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, 1841)

Ο Άντερσεν ήταν ένας μόνο ανάμεσα στους πολλούς περιηγητές από τον Βορρά που ταξίδεψαν στην Ελλάδα τους τελευταίους τρεις αιώνες και μαρτυρίες τους φιλοξενούνται στην ίδια έκθεση. Πριν περάσουμε σε μερικούς από αυτούς, ας δούμε τι άλλο του έκανε εντύπωση στον Άντερσεν από την Αθήνα του 1841: «Η Αθήνα μου φάνηκε τόσο μικρή όσο μια κωμόπολη της Δανίας, σαν την Helsingør, κι έμοιαζε με μια πόλη που την είχαν χτίσει βιαστικά, μόνο για την αγορά που τώρα γινόταν. Αυτά που λένε εδώ παζάρια είναι συνηθισμένοι φιδωτοί δρόμοι με ξυλόσπιτα και στις δύο άκρες, όπως σε μια δανέζικη αγορά. Τα μαγαζιά είναι στολισμένα με σάρπες, πολύχρωμες κάλτσες, ολόκληρες φορεσιές και παπούτσια από μαροκινό δέρμα. Φαίνονταν βέβαια λίγο χοντροκομμένα και παρδαλά. Εδώ θα βρεις κρέατα, φρούτα, φέσια, εδώ μπορείς να αγοράσεις παλιά και καινούρια βιβλία. […] Η Αθήνα έχει μερικά ελληνικά ή μάλλον τουρκικά καφενεία κι εκτός απ’ αυτά ένα καινούριο ιταλικό, τόσο μεγάλο και κομψό, που θα έκανε εντύπωση ακόμα και στο Αμβούργο και στο Βερολίνο».

«Το πιο πυκνοκατοικημένο μέρος της Αθήνας απλώνεται κάτω από την Ακρόπολη και γύρω χτίζεται η καινούρια πόλη. Ο ξένος μπορεί εδώ να δει την Αθήνα να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Το καινούριο παλάτι του βασιλιά χτίζεται ανάμεσα στην πόλη και τον Υμηττό. Είναι ένα μαρμάρινο κτήριο, που κάθε του πέτρα είναι ένα κομμάτι πεντελικό μάρμαρο. Ο προθάλαμος είναι κιόλας στολισμένος με πορτραίτα των Ελλήνων ηρώων της Επανάστασης. Το Πανεπιστήμιο χτίζεται τώρα και μάλιστα από ένα Δανό», συνεχίζει ο μεγάλος παραμυθάς. 


Δρόμος της Αθήνας (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, 1841)

«Αθήνα, άθλια μικρή πόλη»

Άλλοι περιηγητές από τις Βόρειες Χώρες ήταν πολύ πιο... αυστηροί με την Αθήνα. Για παράδειγμα: «Άθλια μικρή πόλη. Αν δεν υπήρχε η Ακρόπολη θα ένιωθες προδομένος. Στους πρόποδες της Ακρόπολης βρίσκονται  μερικά άθλια σπιτάκια άναρχα τοποθετημένα, άτεχνα, άγευστα  και χωρίς καμμιά πολυτέλεια, γεμάτα άθλια ανατολίτικα  καφενεία, καπνοπωλεία και κρεοπωλεία με δρόμους φιδωτούς  και γεμάτους σκόνη» (Oskar von Kraemer, Φινλανδία, 1858) 

«Εδώ στην Αθήνα κτίζονται πάρα πολλά σπίτια, τα περισσότερα όμως είναι κακές κατασκευές. Επειδή υπάρχει έλλειψη στέγης, τα ενοίκια είναι πολύ ακριβά. Τα κεραμίδια είναι τόσο κακότεχνα τοποθετημένα, ώστε όταν βρέχει δυνατά τη νύχτα πρέπει να έχει κανείς ανοικτή ομπρέλα πάνω από το κρεβάτι του. Πριν από δύο εβδομάδες μια νύχτα, είχε τέτοια καταιγίδα που ποτέ άλλοτε δεν είχα δει. Η βροχή έπεφτε σαν καταρράκτης, οι δρόμοι είχαν γίνει ποτάμια και τα νερά έμπαιναν στα σπίτια, κυρίως στις χαμηλές γειτονιές. Από το ρεύμα του νερού παρασύρθηκαν τέσσερα-πέντε σπίτια» (Christian Hansen, Δανία, 1835)


Μοναστηράκι (Martinus Rørbye, 1835)

«Κατεβαίνουμε την οδό Ερμού προς τον σταθμό. Θυμίζει κι αυτός δρόμο της Ανατολής λόγω της κίνησης και της έλλειψης τάξης. Εδώ βλέπει κανείς βρομιά, βουνά από σκουπίδια, μια ψόφια γάτα ή ένα σκύλο εδώ κι εκεί. Εκεί μεγαλώνουν και τιμωρούν τα παιδιά τους, μαγειρεύουν, ζυμώνουν, κάθονται στα πεζοδρόμια και οι περαστικοί προσπαθούν να αποφύγουν εμπόδια και ανθρώπους. Δεν είναι ασυνήθιστο να συναντήσεις ένα γαϊδούρι ή μια κατσίκα ξαπλωμένα στη μέση του δρόμου, τα οποία δεν δίνουν καμιά σημασία στις ευγενικές κουβέντες σου ούτε στις κλωτσιές. Στα ηλιόλουστα σημεία κάποιοι παίρνουν έναν μεσημεριανό υπνάκο, στη σκιά αναζητούν λίγη δροσιά καθισμένοι στην άκρη των πεζοδρομίων με τα πόδια στον δρόμο. Λένε ότι από τον Μάιο μέχρι τον Αύγουστο οι άνθρωποι κοιμούνται στους δρόμους. Οι Έλληνες ζούσαν πάντα στο ύπαιθρο». (Jac Ahrenberg, Φινλανδία, 1878)

Πάντως, υπήρξαν και κάποιοι που τους θύμισε... Σκανδιναβία (!). Και η Αθήνα αλλά – κυρίως – η υπόλοιπη χώρα. «Παράξενη εντύπωση σε έναν Σκανδιναβό κάνει το γεγονός ότι η Αθήνα θυμίζει πολλές φορές Σκανδιναβία. Εδώ μπορείς να βρεις, εκτός από ράφτη από την Κοπεγχάγη, κι ένα ξενοδοχείο που λέγεται “Δανιμαρκία”, γλυπτά του Τούρβαλτσεν και του Μολίν, χειρόκτια από το Σκόνε της Σουηδίας,  κι όλα αυτά στην Αθήνα των προγόνων μας». (Jac Ahrenberg, Φινλανδία, 1878).


Κάθετη τομή του Πανεπιστημίου Αθηνών (H.C. Hansen, 1842)

«Η Θεσσαλία και τα τερπνά Τέμπη θύμιζαν εντελώς Σουηδία στους χειμωνιάτικους μήνες. Το ίδιο ήταν κι όλα τα νησιά και τα παράλια που συναντήσαμε κατεβαίνοντας από την Κωνσταντινούπολη ως εδώ». (Jacob Jonas Björnståhl, Σουηδία, 1779)

«Τα δασάκια ψιθυρίζουν, το νερό κυλά γρήγορα μουρμουρίζοντας. Πόσο δροσερά και αναζωογονητικά είναι όλα! Βρίσκομαι στο σπίτι Σουηδών και αισθάνομαι σαν να είμαι σε σουηδικό έδαφος, αναπνέοντας τον καλοκαιρινό αέρα της Σουηδίας. Για μένα δεν υπάρχει καλύτερος στον κόσμο!» (Fredrika Bremer, Σουηδία, 1859)

Οι εντυπώσεις από τους Έλληνες


Έλληνας έμπορος (M. Rørbye, 1835) 

Ενδιαφέρον έχει να δούμε και τις – αντικρουόμενες πολλές φορές – απόψεις τους για τους Έλληνες: «Οι ντόπιοι είναι ένας σκληραγωγημένος λαός και εργάζονται σκληρά, γεγονός που αποτελεί μεγάλο προτέρημα για την ανόρθωση της χώρας. Εξασκούν όλα τα επαγγέλματα όπως σαγματοποιοί, χαλκοματάδες, υφάντρες, ράφτες, χτίστες και πάρα πολλοί είναι έμποροι» (Anthon Frederic Tscherning, Δανία, 1828)

«Είναι δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο, να γίνεις αρεστός στους Έλληνες. Oι απαιτήσεις τους δεν έχουν όρια. Αν τους δώσεις δύο δραχμές, πιστεύουν πως θα έπρεπε να πάρουν τρεις, κι αν τους δώσεις τρεις, θα απαιτήσουν τέσσερις κ.λπ» (Wilhelm Lagus, Φινλανδία, 1852)

«Μπορεί κανείς να λέει, να γράφει και να αποδεικνύει οτιδήποτε θέλει, π.χ. ότι οι αρχαίοι Έλληνες είναι νεκροί, ότι η αρχαιότατη φυλή στο σύνολό της έχει εξαφανιστεί ή έχει αναμιχτεί με άλλες και ότι η τωρινή είναι εντελώς διαφορετική. Ωστόσο είναι βέβαιο και σαφές γι’ αυτούς που έχουν μείνει κάποιο χρονικό διάστημα ανάμεσα στους σύγχρονους Έλληνες και από την ιστορία γνωρίζουν τους αρχαίους, ότι πρόκειται για έναν και τον αυτό λαό, ότι έχουν τις ίδιες αρετές, τα ίδια ελαττώματα, τις ίδιες ιδιοτροπίες και τον ίδιο τρόπο ζωής καθώς επίσης και ότι έχουν ουσιαστικά την ίδια γλώσσα» (Fredrika Bremer, Σουηδία, 1859) 

«Όταν αρχίσεις να γνωρίζεις τους Έλληνες καλύτερα, καταλαβαίνεις ότι είναι γενναίοι και έξυπνοι άνθρωποι που ως έθνος έχουν μέλλον μπροστά τους. Το πέπλο αμορφωσιάς που σε μεγάλο βαθμό ακόμα κρέμεται από πάνω τους είναι απλώς μια φυσική συνέπεια των αιώνων σκλαβιάς και καταπίεσης που προηγήθηκαν. Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες είναι προικισμένοι έμποροι – υπάρχει ένα ρητό στην Ανατολή ότι χρειάζονται τρεις Εβραίοι για να ξεγελάσουν έναν Έλληνα, αλλά δύο Φράγκοι για να κάνουν παζάρι με έναν Εβραίο» (Ingvald Martin Undset, Νορβηγία, 1883)

Το κορίτσι με τους τρεις αγαπητικούς

Και ολοκληρώνουμε με κάποιες περιγραφές για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία: «Στο σπίτι έγινε ένα επεισόδιο ανάμεσα στην υπηρέτρια και τον σπιτονοικοκύρη μας, επειδή το κορίτσι ερωτοτροπούσε όχι με έναν αλλά με τρεις αγαπητικούς. Φαίνεται πως τα βράδια σκαρφάλωναν στον τοίχο της πίσω αυλής και ανέβαιναν στο διαμέρισμά μας. Έτσι παίρνουν το αίμα τους πίσω οι Ελληνίδες, αφού η χώρα τους τους επιβάλλει τέτοια σεμνότητα» (Wilhelm Lagus, Φινλανδία, 1852)


Κοπέλα έξω από τη Θήβα (M. Rørbye, 1835) 

«Ένας άντρας ντυμένος με προβιά και μ’ ένα τσιμπούκι στο στόμα, πήγαινε καβάλα στην ερημιά. Η γυναίκα και η μεγάλη του κόρη έτρεχαν από πίσω του. Η γυναίκα κουβαλούσε στην πλάτη της ένα παιδάκι μέσα σε μια σακούλα. Στο ένα της μπράτσο είχε ένα σιδερένιο τσουκάλι και στο άλλο ένα ασκί κρασί. Το κορίτσι ήταν φορτωμένο με ένα μεγάλο δέμα. Οι φωνές τους ακούγονταν δυνατές και χαρούμενες. Ο άντρας κοίταξε αυστηρά πίσω του κουνώντας το κεφάλι, κέντρισε το άλογό του κι αμέσως η γυναίκα και η κόρη του το έπιασαν απ’ την ουρά, για να μην ξεμακρύνουν. Όλα ήταν πια εντάξει, ο καθένας είχε βρει τη θέση του σύμφωνα με τις συνήθειες. […] Να η Ελλάδα! Αλλά γιατί οι κακές αυτές συνήθειες να βαραίνουν γενιές και γενιές;» (H.C. Andersen, Δανία, 1841)

«Κάτι όμως λείπει από αυτό το παρδαλό πλήθος, οι γυναίκες. Χωρίς να είναι κλεισμένη μέσα στο σπίτι της όπως η Τουρκάλα, η Αθηναία σπάνια βγαίνει έξω. Σ’ αυτό το σημείο θυμίζουν τις αρχαίες προγόνους τους. Τα φορέματά τους είναι ένας εξαιρετικά άβολος συνδυασμός των ενδυμάτων της Ανατολής και της Δύσης. Ένα μικρό ανοιχτό ζιπούνι, φαρδιά μανίκια και φόρεμα à la parisienne κι ακόμα, αν είναι δυνατόν, κρινολίνο. Στον λαιμό και στα χέρια τους κρέμονται ένα σωρό χρυσά και ασημένια κέρματα κι ακόμα σχεδόν όλα τα παλιά ελληνικά νομίσματα» (Jac Ahrenberg, Φινλανδία, 1878)

«Στην Ελλάδα γενικά οι γυναίκες δεν εμφανίζονται στους ξένους, είναι ζήτημα αν τους χαιρετούν κιόλας, αλλά συνεχίζουν τις καθημερινές ασχολίες τους σαν υπηρετικό προσωπικό. Εδώ, η εξαίρεση είναι σημαντική γιατί γενικά οι γυναίκες αντιμετωπίζονται συνήθως άσχημα. Ακόμα και ο αγωγιάτης μου κούνησε το κεφάλι του όταν πριν το Πιάλι [Τεγέα] συναντήσαμε μια γυναίκα που κουβαλούσε στην πλάτη της ένα νεογέννητο παιδί σ’ ένα υφασμάτινο λίκνο και συγχρόνως έσερνε και δύο βόδια. Καθώς το παιδί έκλαιγε πολύ, εκείνη σταμάτησε και κούνησε για λίγο την πλάτη της. Έτσι λίκνισε το παιδί κι αυτό ησύχασε» (Emil Tudeer, Φινλανδία, 1882)

Πληροφορίες
* Η έκθεση «Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια περιηγητών από το Βορρά», καθώς και εκείνη με τίτλο «Σύντομες Επ-αναγνώσεις: Τα τεκμήρια του Νικόλαου Κάλας στη Βιβλιοθήκη των Βορείων Χωρών»  θα φιλοξενούνται έως και την 31η Μαΐου στη Βιβλιοθήκη Βορείων Χωρών (Καβαλλότι 7, πίσω από το Μουσείο της Ακρόπολης). 
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα-Πέμπτη 11:00-16:00, Παρασκευή: 16:00-19:00. Τις επίσημες αργίες, καθώς και τη Μ. Πέμπτη οι εκθέσεις θα παραμείνουν κλειστές.
Οι δύο εκθέσεις πλαισιώνονται από εργαστήρια, ομιλίες και παρουσίαση ανοικτής συλλογής με βιβλία για τους βόρειους ταξιδιώτες στην Ελλάδα.