«Ο αγνός εραστής» είναι μια ελεγεία του Αμερικανού συγγραφέα Ντέιβιντ Πλαντ για τον επί σαράντα χρόνια σύντροφό του, τον Έλληνα ποιητή και εκδότη Νίκο Στάνγκο, την κοινή τους ζωή και το τραγικό τέλος της. Μια μακρά σε διάρκεια ερωτική αφιέρωση, μια σχεδόν σωματική και συγκινητική σπουδή πάνω στο θέμα της απώλειας και του πένθους, της μνήμης και της φαντασίωσης. 


O Άρης Λάσκος

Πείτε μας δυο λόγια για την παράσταση.
«Ο αγνός εραστής» είναι η θεατρική διασκευή του ομώνυμου βιβλίου του Ντέιβιντ Πλαντ που εκδόθηκε σε μετάφραση του Ηλία Μαγκλίνη το 2014. Το βιβλίο είναι ουσιαστικά τα απομνημονεύματα της σχέσης δύο αντρών, του συγγραφέα και του συντρόφου του επιμελητή εκδόσεων και ποιητή Νίκου Στάγκου, όπως καταγράφηκαν πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του τελευταίου το 2004. Πρόκειται για μια πολύ προσωπική καταγραφή του ανθρώπου που έμεινε πίσω, του ανθρώπου που «επέζησε» και μια προσπάθεια – μέσω της συγγραφής – να διαχειριστεί αυτήν την τρομακτική απώλεια. Πώς ξυπνάς μόνος σε ένα διπλό κρεβάτι μετά 38 χρόνια συμπόρευσης στη ζωή; Πώς κατευνάζεις τις φυσικές σου ορμές, τις συνήθειες που απέκτησες όλα αυτά τα χρόνια; Πως διαχειρίζεσαι το κλείσιμο της πόρτας; 

Κι ενώ αυτά στο βιβλίο εξιστορούνται γραμμικά, από έναν άνδρα αφηγητή, (τον συγγραφέα), στην παράσταση οι αφηγητές πολλαπλασιάζονται: είναι τέσσερις, δύο άνδρες και δύο γυναίκες. Γιατί τελικά αυτή η αφοπλιστική ερωτική αφιέρωση του Πλαντ προς τον σύντροφό του δεν είναι μια ιστορία δυο ομοφυλόφιλων μόνο. Είναι κυρίαρχα μια ιστορία για την αγάπη και το πένθος. Όλων μας. Και η ιστορία αυτή επί σκηνής – ακριβώς όπως λειτουργεί και η μνήμη – εκτυλίσσεται ανάκατα: εποχές μπλέκονται, ξεκινάει από το τέλος και πηγαίνει προς τα πίσω, με διαρκείς όμως παρεκβάσεις. Σαν ένα παιχνίδι του μυαλού, σαν μια λογική διεργασία που προσπαθεί εναγωνίως να απαντήσει στο ερώτημα «Τι ήταν αυτός ο άνθρωπος για μένα / τι ήμουν εγώ για εκείνον», για να μπορέσει τελικά να αποδεχθεί το ύστατο γεγονός, την απώλεια, και ίσως να πάει ένα βήμα παρακάτω.

Με ποια κριτήρια διαλέξατε το έργο;
Καταρχάς επειδή η συναισθηματική φόρτιση που μου προκάλεσε ήταν τέτοια που – φανταστείτε – δεν μπόρεσα να το τελειώσω με μιας. Το άφησα και το ξαναέπιασα μήνες μετά. Τότε κατάλαβα ότι αυτό το βιβλίο και κυρίως ο τρόπος που είναι γραμμένος έχει κάτι το οικουμενικό. Συχνά λέγαμε με τον συνεργάτη μου Κορνήλιο Σελαμσή που συνέθεσε τις μουσικές της παράστασης πως το έργο αυτό είναι ένα ρέκβιεμ για τα πάντα: για τα νεανικά μας χρόνια, τις πρώτες σχέσεις του καθενός μας, τα χαμένα μας όνειρα, τους συντρόφους και τους φίλους που πέρασαν από τις ζωές μας, τα σπίτια στα οποία μείναμε. Όλα. Έπειτα ήταν ένα πολύ προσωπικό στοίχημα: κουράστηκα να βλέπω «τέλειες» παραστάσεις στο ελληνικό θέατρο, φορμαλιστικές, με αυστηρό σχήμα και μορφή, που όμως δεν είναι προσωπικές. Ήθελα λοιπόν να δω πως μεταφέρεται επί σκηνής μια τόσο ακραία προσωπική και ίσως συναισθηματική ιστορία, χωρίς να γίνει μελοδραματική ή παλιακή. Να μιλήσουμε επί σκηνής με ειλικρίνεια. Ανοιχτοί και διάφανοι. Και να αφήσουμε το κοινό να συγκινηθεί και να συμπαρασυρθεί. Όχι εμείς, οι ερμηνευτές. Οι επί σκηνής. Αλλά οι από κάτω. Ακριβώς δηλαδή όπως ο Ντέιβιντ έγραψε ένα βιβλίο στο οποίο μιλά συνεχώς για τον Νίκο Στάγκο, έτσι κι εμείς να κάνουμε αυτήν την παράσταση και να μιλήσουμε για κάποιον άλλον, να μην προβάλλουμε τους σκηνικούς μας εαυτούς (πόσο καλοί ηθοποιοί ή σκηνοθέτες είμαστε), αλλά την ιστορία. 

Ποια θέματα της σύγχρονης ναρκισσιστικής κοινωνίας και καθημερινότητας καυτηριάζει;
Ακριβώς αυτήν την ιδιώτευση που άρχισα να σκιαγραφώ πιο πάνω. Έχουμε γίνει ιδιώτες. Άτομα. Μόνοι μας. Ζούμε στην εποχή της προσωπικότητας και όχι της κοινωνίας. Του εαυτού και όχι της συνύπαρξης. Και δε μιλάω για το γάμο ή τη συμβίωση. Ή μάλλον ακόμα και μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ζούμε και υπάρχουμε για εμάς, διεκδικούμε για εμάς, ζητάμε για μας. Πώς θα ήταν άραγε αν ζούσαμε για κάποιον άλλον; Αν αφιερώναμε ό,τι κάναμε σε κάποιον άλλον; Αν αφιερωνόμασταν ολόκληροι σε κάποιον; Κι αν όχι σε κάποιον άνθρωπο, σε κάποια ιδέα, σε κάποιον σκοπό. Ξέρω πως κατά βάθος ό,τι κι αν κάνουμε είναι ιδιοτελές – το κάνουμε για να νιώσουμε εμείς καλύτερα πρώτα. Κι όμως, πιστεύω ότι έστω με αυτήν τη συνείδηση του τρόπου ύπαρξής μας, μπορούμε να υπάρχουμε για κάποιον άλλο. Να προσφέρουμε αυτό που κάνουμε σε κάποιον άλλον. Στον θεατή ας πούμε εν προκειμένω. Για να το πω όπως κάποτε είπε στον Ντέιβιντ Πλαντ ο Νίκος Στάγκος (και είναι μια φράση που πάντα με συγκινεί στην παράσταση): «Δικό σου ή δικό μου μην αφήσεις ποτέ αυτές τις λέξεις να μπουν ανάμεσά μας»…

Σε ποια ενδεχομένως ανακάλυψη ή αποκάλυψη σάς οδήγησε το κείμενο, ακόμα για τον ίδιο σας τον εαυτό;
Ότι πιστεύω ακόμα στον απόλυτο έρωτα, στην απόλυτη αγάπη. Και στη σχέση. Δύο ανθρώπων, μια σχέση που δημιουργεί τους δικούς της νόμους, κανόνες και γλώσσα. Και δεν οφείλει να μοιάζει με καμία άλλη. Που γεννιέται, ζει και πεθαίνει μέσα σε αυτούς τους δύο ανθρώπους που την ορίζουν. Και ότι είμαι ρομαντικός με αυτή την έννοια που δίνουμε όλοι στη λέξη αυτή. Αθεράπευτα κιόλας.

Τί θα ορίζατε ως σύγχρονα δεσμά και σε τί γίνονται αυτόπτες μάρτυρες οι θεατές;
Πρώτα από όλα την οικονομική στενότητα. Πώς να δημιουργήσεις όταν πάντα σκέφτεσαι το ταμείο; Και δεν μιλώ μόνο για μας τους καλλιτέχνες, γιατί η δημιουργία υπάρχει παντού. Πώς θα δημιουργήσεις οικογένεια όταν δεν «βγαίνεις» να συντηρηθείς μόνος σου; Ξέρετε πόσα ζευγάρια υπάρχουν που δεν έχουν σπίτι να συνευρεθούν σεξουαλικά και επιλέγουν ξενοδοχεία και αυτοκίνητα; Όταν λοιπόν ο έρωτας και η δημιουργικότητα έχουν γίνει βραχνάς, νομίζω πως οι θεατές, όπως και όλοι μας, γινόμαστε αυτόπτες μάρτυρες σε μια συσσωρευμένη ένταση, σε ξεσπάσματα θυμού: ο κόσμος έχει γίνει πιο ακραίος, απότομος, αγενής. Είναι έκφανση κι αυτό της ιδιωτικότητας που αναφέραμε πιο πριν. Και δείτε το και κοινωνικά: άνοδος της ακροδεξιάς, φόβος, συντήρηση, φράχτες. Ο κόσμος περιχαρακώνεται και δεν ακούει. Κλείνει τα αυτιά του. (Ίσως και) για αυτό στην παράστασή μας κυριαρχούν οι χαμηλοί τόνοι και οι «μαλακές» ηχοχρωματικές περιοχές: πιστεύω βαθιά πως ο σύγχρονος θεατής μπαίνει «κατακερματισμένος», «διασπασμένος» στη θεατρική αίθουσα. Χρειάζεται – όπως ένα παιδί σε σκοτεινό δωμάτιο – να τον πάρεις από το χέρι, να του κερδίσεις εκ νέου την εμπιστοσύνη και να τον κάνεις να πιστέψει πως ναι, μπορεί να ακούσει. Μια ιστορία κάποιου άλλου. Που τελικά ίσως και να μην είναι τόσο άλλος. 

Ποιες είναι οι ουτοπικές προσδοκίες του σύγχρονου ατόμου και με ποια μέσα θα καταφέρει να διατηρήσει την ταυτότητα του κάτω από τις σημερινές αντίξοες συνθήκες; Ποιες δυνάμεις οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε για να προχωρήσουμε στο δρόμο μας;
Σε μια εποχή κρίσης και βαθιάς απαισιοδοξίας – όσο κι αν οι δείκτες άλλα μας λένε – δεν νομίζω πως το άτομο προσδοκά ουτοπίες. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Ακριβώς επειδή οι ιδεολογίες έχουν καταρρεύσει και δεν υπάρχει όραμα – ουτοπία όπως το θέτετε εσείς – έχουμε φτάσει εδώ που είμαστε. Όταν λοιπόν δεν ενατενίζεις το «αδύνατο», το «άπιαστο», όταν κλείνεσαι στο σπίτι σου δεν μπορείς να έχεις ταυτότητα. Αν αναλογιστούμε πότε κανείς ενηλικιώνεται συμβολικά – όταν φύγει από τους γονείς, από την πατρική εστία -, μπορούμε να αντιληφθούμε πως η όποια ταυτότητα (προσωπική, ιδεολογική, κοινωνική, επαγγελματική, κ.ο.κ.) κερδίζεται και διατηρείται μέσα από το «άνοιγμα», το ταξίδεμα. Αν δεν δεις άλλους κόσμους, δεν συγκριθείς μαζί τους, αν δεν τεθείς αντιστικτικά απέναντί τους, δεν θα καταλάβεις τί είναι αυτό που σε ορίζει. Χρειάζεται λοιπόν ησυχία (μέσα στην τόση φασαρία), υπομονή, αντοχή και διαρκή επαγρύπνηση και αναζήτηση. Των ορίων μας, των «υλικών» μας, αλλά και των άλλων. Ανθρώπων, κοινωνιών, συστημάτων.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η πιο υπερεκτιμημένη αρετή;
Δεν πιστεύω ότι το ουσιαστικό αρετή μπορεί να συνοδεύεται από το επίθετο «υπερεκτιμημένος – η». Είναι όλες απαραίτητες. Αγάπη, συγχώρεση, δικαιοσύνη, μακροθυμία, σωφροσύνη, γνώση, πνευματική εγρήγορση (αναφέροντας μερικές από τις αριστοτελικές, τις συμπαντικές, τις επτά ή τις τέσσερις). Μπορεί κάποια να θεωρηθεί λιγότερο χρειαζούμενη;

Και όσον αφορά επόμενα καλλιτεχνικά σας σχέδια;
Καταρχάς να ολοκληρωθούν ωραία οι παραστάσεις του «Αγνού Εραστή» που θα συνεχίζονται έως τις 23 Απριλίου. Έπειτα συνεχίζονται οι παραστάσεις «Ηρόδοτος Δραματικός: Θερμοπύλες» που σκηνοθετώ στο Ίδρυμα Θεοχαράκη για Γυμνάσια και Λύκεια. Πρόκειται για τη διασκευή της ιστορίας της μάχης των Θερμοπυλών όπως την έγραψε ο Ηρόδοτος και όπως τη διασκεύασε ο Γιάννης Λιγνάδης. Στις 15 και 22 Φεβρουαρίου θα παρουσιαστεί και η ενήλικη εκδοχή της παράστασης. Επίσης τον Μάρτιο θα κάνουμε περιοδεία με τις «Χοηφόρους» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Ειρήνης Φαναριώτη σε Πάτρα, Ιωάννινα και Χανιά. Και τέλος στις 20-23 Απριλίου θα παρουσιαστεί στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση η δουλειά που κάνουμε από κοινού με την Αναστασία Γιαννάκη στο 1ο και 2ο ΕΠΑΛ Νέας Φιλαδέλφειας, στα πλαίσια του Onassis Youth Festival 2019.  Είναι η δεύτερή μας χρονιά στο πρόγραμμα αυτό και ανυπομονούμε να δούμε τους φετινούς έφηβους μαθητές μας να ανέβουν στη σκηνή και να μιλήσουν μέσω κυρίως δικών τους κειμένων για τη ζωή τους στην πόλη. Ε, μετά κάποιες διακοπές ελπίζω…

Λίγα λόγια για την παράσταση
Σε μια εποχή καταιγιστική, κατά την οποία ο άνθρωπος «δημιουργεί δεσμούς εξαρχής χαλαρούς, ώστε να μπορούν να λύνονται εύκολα, γρήγορα και δίχως πόνο», πέντε μόλις χρόνια μετά το θάνατο του συντρόφου του, ο Ντέιβιντ Πλαντ καταγράφει μια πολυετή ιστορία αφοσίωσης που διαπερνά όλο το φάσμα της συναισθηματικής διακύμανσης: από την έξαψη της πρώτης φοράς στην απόγνωση. Από το απόλυτο σμίξιμο στην απόλυτη μοναξιά. «Εσύ, εσύ, εσύ» γράφει συνεχώς και συνθέτει ταυτόχρονα τη βιογραφία του συντρόφου του, αλλά και μια αφήγηση της ιστορίας της Ελλάδας από το 1936 (έτος γέννησης του Στάνγκου) έως το 2004, πάντα σε δεύτερο ενικό πρόσωπο. Μια απόλυτη ερωτική αφιέρωση, ένας «εξοντωτικός, τολμηρός, προσωπικός θρήνος», όπως γράφει σχετικά ο Φίλιπ Ροθ. 

Μια παράσταση-αφήγηση όπου, σε αντίθεση με την πραγματική ιστορία, τέσσερις ηθοποιοί, δύο γυναίκες και δύο άνδρες, σχηματίζοντας 4 ζευγάρια (δύο ετερόφυλα και δύο ομόφυλα) εναλλάσσονται διαρκώς επί σκηνής και μιλούν για την αληθινή, ουσιαστική αγάπη, ανεξαρτήτως φύλων, ανεξαρτήτως ηλικίας, ανεξαρτήτως καταγωγής. Στην πλήρη έκφραση και ουσία της. Και τελικά, την ανάγκη έκφρασής της στην άγρια και μοναχική εποχή μας. 

Συντελεστές της παράστασης
Μετάφραση: Ηλίας Μαγκλίνης
Σκηνοθεσία: Άρης Λάσκος
Δραματουργία: Άρης Λάσκος, Κόνυ Ζήκου
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Κορνήλιος Σελαμσής
Σκηνικά - Κοστούμια: Τίνα Τζόκα
Επιμέλεια κίνησης: Μυρτώ Γράψα
Σχεδιασμός φωτισμών: Σεσίλια Τσελεπίδη
Βοηθός σκηνοθέτη: Κόνυ Ζήκου 

Παίζουν οι ηθοποιοί:
Μάνος Βαβαδάκης
Κατερίνα Πατσιάνη
Θάνος Τσακαλίδης
Ειρήνη Φαναριώτη

Πληροφορίες
Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου - Δώμα έως τις 23 Απριλίου
Διάρκεια παράστασης: 70 λεπτά
Μέρες/Ώρες
Δευτέρα 21:15
Τρίτη 21:15
Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό 13€ / Μειωμένο 10€
Εισιτήρια για την παράσταση προπωλούνται στο viva.gr