Φτάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα στο Θέατρο Κιβωτός, όπου φέτος υποδύεται τον καθηγητή Μάρκους που μόνο καθηγητής δεν είναι στη «Συμμορία των Πέντε». Πριν συναντήσω τον Θανάση Τσαλταμπάση και κάνοντας το απαραίτητο διαδικτυακό stalking ώστε να αποφασίσω τί θα τον ρωτήσω για να μη βαρεθούμε και οι δύο, σκεφτόμουν πως πρέπει να είναι από εκείνους τους ανθρώπους που τουλάχιστον στην δουλειά τους πάντα ξέρουν τί θέλουν. Σα να έρχονται στη ζωή με συγκεκριμένες οδηγίες χρήσης και προδιαγραφές ώστε να μη χρειάζεται καθόλου να αμφιταλαντευτούν για το μέλλον ή τις επιλογές τους. Ξεκινώντας την κουβέντα μας, επιβεβαιώθηκα. Ο Θανάσης παράτησε πριν κάμποσα χρόνια τις σπουδές του στο τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών στην Κοζάνη, όπως και όλες τις παράλληλες καλλιτεχνικές δραστηριότητές του εκεί μέσα σε μια νύχτα, για να γίνει ηθοποιός στην Αθήνα. «Κανείς δεν ξαφνιάστηκε όταν είπα ότι θα γίνω ηθοποιός. Οι περισσότεροι που με ήξεραν, είπαν "πολύ καλά θα κάνεις"», μου εξηγεί.

Και πώς έγινε το κλικ και τα παράτησες όλα για να κατέβεις κάτω;
Πήρα την απόφαση μέσα σε ένα βράδυ. Τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή μου, τα έχω αποφασίσει έτσι. Εννοείται ότι μου είχε περάσει πολλές φορές από το μυαλό, όμως ήμουν κάπως αναβλητικός. Εκεί απλά σκέφτηκα ότι δεν θέλω να χάσω άλλο χρόνο και αν χρειαστεί θα επιστρέφω για να δίνω μαθήματα. Τα περισσότερα παιδιά που δεν είναι από Αθήνα, το θέμα της δραματικής σχολής το βλέπουν λίγο σαν βουνό. Προσωπικά, προετοιμάστηκα, έδωσα στη σχολή Θεοδοσιάδη, πέρασα και μπήκα, τόσο απλά.

Κάποιος εκτός χώρου, ίσως σκεφτόταν ότι τα λες ωραία, αλλά υπάρχει και το «μετά» στην εκάστοτε σχολή.
Κοίταξε, εγώ δεν αισθανόμουν ποτέ ότι πρέπει να «δικτυωθώ». Αν ο καλλιτέχνης έχει την «πρώτη ύλη», την πλάσει και την κάνει «κόσμημα» από απλό χρυσό, τότε δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Είμαι ως και αρνητικός με τις επί τούτου δημόσιες σχέσεις για να πετύχεις σε μια δουλειά. Τώρα, -γιατί κι εγώ εκ των πραγμάτων πια θεωρούμαι «δικτυωμένος- θέλω η δύναμή μου να είναι το πώς είμαι πάνω στην σκηνή.


Ως καθηγητής Μάρκους στην θεατρική παράσταση «Η Συμμορία των Πέντε»

Στα πρώτα βήματά σου όμως, σε ενοχλούσε όταν έβλεπες κάποιους άλλους να μην λειτουργούν όπως περιγράφεις;
Όχι, απλά πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου. Πάντα η απειρία διογκώνει μέσα μας διάφορα ερωτήματα και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να πράξω κι εγώ αναλόγως. «Μήπως έτσι πορεύονται όλοι;» Μετά όμως σκέφτηκα πως δεν είναι σωστό να αλλάξω τον εαυτό μου, δεν θα μου πήγαινε. Αυτά ευτυχώς κάπου λύνονται στην πορεία, οπότε συνέχισα να δουλεύω και η δουλειά μου έφερε ό,τι μου έφερε. Και όσο προσπαθώ θα μου φέρνει.

Υπάρχουν περιορισμοί που βάζεις στον εαυτό σου σε σχέση με την επιλογή των ρόλων που παίζεις;
Αν μπορούσα να μιλήσω με τον εαυτό μου και να μη με ακούσει κανείς, θα έλεγα ότι μπορώ να κάνω τα πάντα. Αλλά επειδή δεν πρέπει να το πω αυτό…

Δε συμφωνώ, δεν είναι κακό να έχεις αυτοπεποίθηση, ίσα ίσα.
Θέλω να πω πως ένας πραγματικός ηθοποιός πρέπει να έχει μεγάλη πίστη και αυτοπεποίθηση. Και θάρρος και καλώς εννοούμενο θράσος. Οπότε το μόνο που δεν θα μπορούσα να κάνω για παράδειγμα είναι να παίξω κάποιον που έχει γιγαντισμό (γέλια)! Εκτός κι αν όλοι οι άλλοι δίπλα μου είναι πιο κοντοί από μένα (γέλια), είναι κάποια πράγματα που αντικειμενικά δεν γίνονται. Αυτό εννοούσες;

Αυτό ναι.
Την δουλειά μου την βλέπω σαν παιχνίδι και μόνο μέσα από πολύ κόπο ξέρω ότι θα βγάλω το καλύτερο αποτέλεσμα, οπότε θέλω γενικά να δυσκολεύομαι. Όμως, δεν το βλέπω κάθε φορά αυτό σα μια σκιά, σαν ένα τέρας που λένε κάποιοι «Δε φοβάστε τη σύγκριση;». Όχι, τίποτα δεν φοβάμαι, γουστάρω να παίζω σαν ένα παιδί που θέλει να παίζει.

Πάντως, ο ρόλος του δήθεν καθηγητή Μάρκους στην Συμμορία των Πέντε στην οποία πρωταγωνιστείς στο Θέατρο Κιβωτός, μου φάνηκε από εκείνους που έχεις αβίαστα.
Ο ρόλος ήταν λόγια σε ένα χαρτί. Εσύ είδες το αποτέλεσμα και θεωρείς ότι αυτός είναι ο ρόλος. Όμως αυτό που είδες βγαίνει με τον ηθοποιό, τον σκηνοθέτη και το υπόλοιπο team να συμπορεύονται, οπότε δεν είναι ότι υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο παίζεται ο καθηγητής Μάρκους. Ίσως η αίσθηση που σου δημιούργησε είναι ότι είδες τα «μονοπάτια» που θα έβλεπες πιο εύκολα από εμένα.


Ο θίασος της θεατρικής παράστασης «Η Συμμορία των Πέντε»

Αυτό ναι, σου βγήκε τόσο φυσικά σε σημείο να φαντάζει ότι τον έχεις τον ρόλο έτσι κι αλλιώς, που μεταξύ μας αυτό αυτόματα εξαίρει τις ικανότητές σου.
Στόχος της κωμωδίας έτσι κι αλλιώς είναι να χαλαρώνει τον θεατή και να μην αισθάνεται τη δυσκολία που τραβάει εκείνη τη στιγμή ο ηθοποιός. Αλίμονο αν ερχόταν το κοινό και σκεφτόταν «αχ τί περνάει το πουλάκι μου εκεί πέρα, τί δύσκολο, πώς το κάνει;». Αυτό υπάρχει, αλλά ειδικά στην κωμωδία δεν πρέπει να φαίνεται καθόλου. Για μένα αυτή η παράσταση είναι μια κούρσα δίωρου σπριντ.

Εντωμεταξύ, πάνω που όλοι στον κόσμο ασχολούνται με τον προφεσόρε στο Casa De Papel εσύ κάνεις κάτι παρόμοιο, έναν δήθεν καθηγητή – εγκέφαλο συμμορίας.
Όταν μου προτάθηκε ο ρόλος, εκτός από το ότι ήθελα να δουλέψω με τον Γιάννη Κακλέα, έβλεπα εκείνη την περίοδο την συγκεκριμένη σειρά. Και το σκέφτηκα αυτό, λες και είναι το timing του τέτοιο. Ακόμη και τα γυαλιά που έχω διαλέξει να φοράω, είναι σαν του προφεσόρε.

Ποιος ρόλος σου μέχρι τώρα σε δυσκόλεψε περισσότερο από όλους;
Κάθε ρόλος είναι πολύ απαιτητικός. Έχω κάνει για παράδειγμα τον Ιώβ, έναν μονόλογο τραγικού ήρωα σε σκηνοθεσία του Τσέζαρις Γκραουζίνις και ξαφνικά κάποιοι με ανακάλυψαν εκτός της κωμωδίας, είτε του σιναφιού είτε κριτικοί και από τότε έχει αλλάξει η ρότα των πραγμάτων που μου προτείνονται. Εγώ βέβαια, ήμουν αυτός που ήμουν πάντα. Οπότε σε κάθε ρόλο προσπαθώ να δυσκολεύομαι.

Όταν συνέβη αυτό, δεν αισθάνθηκες κάπως αδικημένος;
Όσο περνάει ο καιρός στη δουλειά, φιλοσοφώ πράγματα που στην αρχή ίσως να με πείραζαν. Έχω πάρει απόφαση ότι πρόκειται για μία δουλειά που έχει την αδικία στη φύση της -όχι η δουλειά καθεαυτή, αλλά όλα τα «τριγύρω».

Σε ποιο επίπεδο βλέπεις αδικία;
Τώρα πια δεν αναγνωρίζω καμία αδικία. Κοιτάζω ο εαυτός μου να είναι ευχαριστημένος, να ξέρω ότι δίνω τα πάντα σαν ηθοποιός και σαν άνθρωπος και να ψυχαγωγώ τον κόσμο. Δεν αφήνω να με αδικούν, διεκδικώ όσο μπορώ ό,τι μου αναλογεί. Ελπίζω να καταλαβαίνεις πώς στα λέω γιατί ίσως ακούγομαι κάπως απόλυτος. Στον ρόλο πάντως αυτό, έψαξα και βρήκα τα «best of» μου και δυσκολεύτηκα επίτηδες.

Ουσιαστικά δηλαδή δεν σου πολυαρέσουν οι μανιέρες.
Δε μ’ αρέσουν οι κακές μανιέρες, γιατί η μανιέρα έχει και θετική έννοια. Μανιέρα είχε και ο Σαρλό και ο Χορν και ο Ρόουαν Άτκινσον… Τί μανιέρες όμως!  Η επανάληψη δε μου αρέσει οπωσδήποτε και μου αρέσει να εκπλήσσω τον εαυτό μου και άρα και το κοινό.

Δυσπιστία έχεις βιώσει ως προς το εύρος των υποκριτικών σου ικανοτήτων; «Αυτός μπορεί να κάνει μέχρι εκεί ή κάτι τέτοιο»;
Ναι και στις αρχές με πείραζε, αλλά έχω πια μια πολύ μεγάλη λίστα που τη γράφω και τη βάζω σε… ωραίο σημείο. (γέλια) Οπότε εκεί μένουν, εγώ ξέρω πόσο προσπαθώ και πόσο αγαπώ αυτό που κάνω και επίσης μία κριτική την δέχομαι όταν έχει επιχειρήματα. Πατάω πολύ γερά στα πόδια μου, ξέρω τι κάνω. Νομίζω ότι είμαι πιο καλός στη δουλειά μου από ό,τι στη ζωή μου. Είμαι όμως πολύ ανοιχτός να δεχτώ απόψεις με επιχειρήματα. Μην μπερδευτείς, το «ξέρω τί είμαι» δε σημαίνει ότι με θεωρώ τέλειο. Ξέρω και τα ελαττώματά μου, αυτό εννοώ.

Έχεις πάθει ποτέ overdose από ό,τι ζεις;
Μια φορά μόνο. Είχαν έρθει οι γονείς μου από Θεσσαλονίκη, ήταν ήδη πέντε ημέρες εδώ, έμεναν στο σπίτι μου και δεν τους είδα ούτε ένα λεπτό. Ήταν ένα πενταήμερο που δεν πήγα καθόλου σπίτι γιατί ήμουν μεταξύ γυρισμάτων και θεάτρου. Γύρισα σε κάποια στιγμή και είδα τη μάνα μου να κλαίει γιατί σκεφτόταν την κούρασή μου και θυμάμαι ότι όταν είχαν φύγει είχα λίγο φρικάρει. Εκείνη την περίοδο κιόλας είχα δύο κινητά και είπα… «Τώρα σας πετάω και τα παρατάω όλα;». Πέταξα το ένα κινητό, συγκεντρώθηκα, σκέφτηκα… Τότε ήταν και τα πρώτα μου χρόνια στην Αθήνα που ακόμα δεν ήξερα πώς να κουμαντάρω τον χρόνο μου. Τώρα αποζητώ τον ποιοτικό χρόνο για μένα, γιατί έτσι είμαι καλός και στη δουλειά μου.

Έχεις καταλάβει ποτέ ότι κάποιοι μπορεί να σε βλέπουν σαν γελωτοποιό;
Το αισθανόμουν κι αυτό στις αρχές. Σιγά σιγά με την στάση μου, την πορεία μου και τις επιλογές μου αυτό άλλαξε, ακόμα και από τον κόσμο. Έχει συνειδητοποιήσει κι από τις συνεντεύξεις ότι είμαι ηθοποιός και ότι αλλιώς είμαι όταν παίζω κι αλλιώς στη ζωή μου. Έχει δει κι άλλες επιλογές, εκτός των πολύ «λαϊκών» κωμικών.

Πώς το διαχειρίζεσαι πια;
Είναι διαφορετική και η στάση μου όταν με πλησιάζουν. Τους το δηλώνω με ευγένεια με τον τρόπο μου, το βλέμμα, οπότε ακόμα κι αν με πλησιάσουν με αυτήν την αίσθηση, δεν φεύγουν με αυτήν. Στην αρχή πίστευα ότι έπρεπε να ικανοποιήσω τον καθένα, το ένιωθα πολύ έντονα από τον κόσμο ότι έπρεπε να λέω αστεία ή να κάνω τον καραγκιόζη. Δεν το έκανα ποτέ, αλλά αναρωτιόμουν αν έπρεπε να το κάνω. Όμως δεν είμαι έτσι, και γι’ αυτό ωθήθηκα να κάνω αυτήν τη δουλειά, γιατί μέσω αυτής εκφράζω όσα δε μπορώ να εκφράσω άνετα στη ζωή μου. Άρα δεν ήμουν ποτέ ένας τέτοιου τύπου γελωτοποιός.

Έχεις κάποιο παράδειγμα να μου πεις στο οποίο κάποιος ξεπέρασε τα όρια… οικειότητας;
Έχει τύχει να είμαι σε ένα μαγαζί και από την άλλη γωνία να σηκώνεται ο μάγκας πατέρας μιας οικογένειας φωνάζοντας «Έλα ρε εδώ πέρα» ή το άλλο «Πού ‘σαι ρε μ…;»… Ξέρεις πόσα τέτοια έχουν συμβεί, ειδικά στις αρχές;

Ίσως να έφταιγαν κατά κάποιον τρόπο και οι διαφημίσεις, δεν ξέρω.
Έφταιγαν;… χμμ δεν ξέρω. Όλα είναι στο πρόγραμμα. Στον κωμικό υπάρχει αυτό το πράγμα, και αν παρατηρήσεις συχνά οι κωμικοί έχουν μία τάση να απολογούνται γι’ αυτό που κάνουν. Κι εγώ μέσα, μπορεί να το έκανα και σήμερα. Όπως αντίστοιχα και ηθοποιοί που έχουν γίνει γνωστοί μέσα από άλλα είδη, έχουν την τάση να προσπαθούν να κάνουν τους άλλους σε μια παρέα να γελάσουν για να δείξουν ότι είναι και αστείοι.

Δηλαδή εσύ αυτοπροσδιορίζεσαι ως κωμικός;
Πιστεύω πως είμαι και κωμικός. Τώρα είναι χάρισμα; Είναι κάτι που είχα εντοπίσει από πολύ μικρός και φρόντιζα για την εξέλιξή του και έχω φτάσει να έχω αυτούς τους κώδικες; Δεν ξέρω. Νομίζω ότι είμαι και κωμικός, φύσει θέσει, αλλά όχι μόνο κωμικός. Στα λέω όπως τα νιώθω.


Από την ταινία «Περιμένοντας Τη Νονά»

Έχεις πιάσει τον εαυτό σου να συμβιβάζεται για αυτήν την δουλειά;
Οπωσδήποτε, κάθε μέρα είναι ένας συμβιβασμός. Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ένα παιδί που παίζει με απόλυτα επαγγελματικούς όρους που σημαίνει ότι συμβιβάζεται, προσαρμόζεται με πράγματα και πρέπει να είναι ευέλικτος. Δεν έχω κάνει όμως ποτέ συμβιβασμούς που έχουν έρθει κόντρα με τις ηθικές μου αξίες.

Στις 17 του μήνα, έκανε πρεμιέρα η ταινία «Περιμένοντας τη Νονά» στην οποία πρωταγωνιστείς. Τί θεωρείς ότι λείπει από τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο και πλην ελαχίστων εξαιρέσεων γενικά ο κόσμος δεν τον προτιμά στις αίθουσες;
Ο κινηματογράφος είναι ένα πολύ ακριβό σπορ. Θέλει και τα μέσα να προωθηθεί, δεν είναι το ίδιο με το θέατρο που αν τρεις φίλοι ηθοποιοί έχουν ένα ωραίο έργο στήνουν μία παράσταση που μπορεί να πάει καλά ή όχι. Στο κινηματογράφο χρειάζεσαι τα τεχνικά μέσα και το ανθρώπινο δυναμικό, από τη μηχανή μέχρι τους ανθρώπους που δουλεύουν, το μοντάζ, την αίθουσα προβολής… Για να κάνεις μία απλή εμπορική ταινία θέλεις μισό εκατομμύριο. Κι όταν ο παραγωγός από το εισιτήριο παίρνει 1,5 ευρώ, θέλει 300.000 κόσμου για να βγει η παραγωγή, όχι για να έχει κέρδος. Συν τη μάστιγα του ότι κατεβάζουμε ταινίες παράνομα που στοιχίζει πάρα πολύ σε μια τόσο μικρή αγορά που είναι η Ελλάδα.

Ο κόσμος γιατί απαξιώνει τόσο τις ελληνικές ταινίες;
Ο κόσμος δεν έχει άδικο… Αρπαχτές πολλές φορές γίνονται, μαζεύονται ό,τι celebrities υπάρχουν και λέμε ότι κάναμε ταινία. Ισχύει και αυτό. Από την άλλη -επειδή το έχω ζήσει- πρέπει να πας στις εταιρείες διανομής 20 celebrities για να δεχτούν την ταινία σου. Είναι ένας φαύλος κύκλος που πρέπει να αλλάξει. Παρόλα αυτά, γίνονται και κάποιες ωραίες και φιλότιμες προσπάθειες, έχω ζήσει το πώς γίνεται μία ταινία και δε μπορώ να παραβλέψω την διαδικασία. Ο θεατής βλέπει το αποτέλεσμα και καλά κάνει.

Υποψιάζομαι βέβαια, πως, αν έβαζες έναν θεατή να επιλέξει να δει μια ελληνική ταινία του παλιού κινηματογράφου ή μία σύγχρονη, νικήτρια θα έβγαινε η πρώτη.
Σ’ εκείνη την εποχή άνθισε ο ελληνικός κινηματογράφος και τα πράγματα γίνονταν πολύ πιο αυθόρμητα και αγαπησιάρικα. Αυτό παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στην τέχνη, είναι το βασικό συστατικό.

Δηλαδή τώρα εστιάζουμε περισσότερο στο κέρδος εννοείς;
Έχουμε χάσει με έναν τρόπο τον ρομαντισμό μας, τον αυθορμητισμό μας, την κάψα μας… Γίνονται όλα για να γίνουν.

Κι ύστερα βλέπουμε περιπτώσεις όπως ο Λάνθιμος που διαπρέπουν στο εξωτερικό.
Το μεγάλο μας πρόβλημα ήταν, είναι και θα είναι είναι η… κατσίκα του γείτονα. Δεν αντέχουμε τον διπλανό μας, που ξέρουμε ότι είναι άνθρωπος όπως εμείς, να πετυχαίνει πιο πολλά. Στην Ελλάδα παρατηρώ μία περίεργη ζήλεια και με το που κάτι γίνεται στο εξωτερικό ύστερα περνάμε στην ξενολατρεία. Αυτή είναι μια ωραία κουβέντα, αλλά μεγάλη.

Πριν κλείσουμε, θέλω να επιβεβαιώσω και κάτι άσχετο με τα παραπάνω. Πόσες φορές σε έχουν «πρήξει» να πας σε ριάλιτι;
Μέχρι πριν από 1,5-2 χρόνια με είχαν πάρει από όλα, ό,τι υπάρχει στην τηλεόραση. Ε, το τελευταίο χρονικό διάστημα το πήραν μάλλον χαμπάρι ότι δεν θέλω όντως και έχουν σταματήσει.

Δε δελεάστηκες ποτέ θες να μου πεις;
Όχι, δεν είναι κάτι μέσα στα δικά μου θέλω. Τουλάχιστον από αυτά που έχω δει. Θέλω να υπάρχω ως ηθοποιός, μόνο έτσι. Ή αν ήταν μία παρουσίαση τηλεοπτικής εκπομπής που θα αφορούσε το θέατρο ή κάποιο τηλεπαιχνίδι, μπορεί και να το σκεφτόμουν γιατί πάντα ένας ρόλος είναι. Εγώ πάντως, θέλω να υπάρχω ως ηθοποιός.

Ως άνθρωπος πώς θες να υπάρχεις;
Μεγάλο ερώτημα… Το βασικό είναι ότι θέλω να υπάρχω για να αγαπάω και να αγαπιέμαι. Στην τελική αυτός είναι ο στόχος όλων, δεν υπάρχει αλλιώς ζωή. Κι αυτήν τη δουλειά μπορεί να την κάνω τελικά γιατί θέλω να αγαπιέμαι. Γιατί να θέλω να παίζω; Μάλλον γιατί μετά εκλαμβάνω κάτι που το μεταφράζω σαν αγάπη και αυτό μ’ αρέσει. Μάλλον έτσι εξηγείται.

*Ο Θανάσης Τσαλταμπάσης πρωταγωνιστεί στην θεατρική παράσταση «Η Συμμορία των Πέντε» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα στο Θέατρο Κιβωτός, όπως και στην κωμωδία του Νίκου Ζαπατίνα «Περιμένοντας Τη Νονά» που έκανε πρεμιέρα στις 17 Ιανουαρίου και παίζεται αυτές τις ημέρες στους κινηματογράφους.