Σοκ έχει προκαλέσει ο αιφνίδιος θάνατος της 73χρονης Ζωής Λάσκαρη. Η ηθοποιός άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της στο Πόρτο Ράφτη, βυθίζοντας σε άφατη θλίψη τον καλλιτεχνικό κόσμο της χώρας. Σύμφωνα με πληροφορίες, πέθανε στον ύπνο της, κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Η «Ζωίτσα», όπως την αποκαλούσαν οι παλιότεροι, υπήρξε μία από τις πιο γοητευτικές παρουσίες του παλιού, καλού ελληνικού κινηματογράφου, με τους θαυμαστές της να κάνουν λόγο για μια «εύθραυστη ομορφιά» κι ένα κορίτσι που πάντα κέρδιζε τους άλλους με το χαμόγελό του. 

Γεννημένη τον Δεκέμβριο του 1944 στη Θεσσαλονίκη,  δεν είχε εύκολα παιδικά χρόνια, καθώς έχασε τον πατέρα της όσο ήταν ακόμα βρέφος, ενώ και η αγαπημένη της μητέρα έφυγε από τη ζωή πολύ νέα. «Ήμουν 8 μηνών όταν έχασα τον πατέρα μου και 7 ετών όταν έχασα τη μάνα μου. Έκανα σχέσεις με μεγαλύτερους άνδρες γιατί ουσιαστικά στους συντρόφους έψαχνα πάντα τον πατέρα μου, που τον έφαγαν οι κομμουνιστές με τσουγκράνα». 

Το «εισιτήριό» της για τον κόσμο του θεάτρου και του κινηματογράφου υπήρξε η νίκη της στα καλλιστεία του 1959, όπου αναδείχθηκε Σταρ Ελλάς, ενώ εκείνη τη χρονιά συμμετείχε και στα καλλιστεία για την ανάδειξη της Μις Υφήλιος.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης εντόπισε μέσω των καλλιστείων τη νεαρή καλλονή και την επέλεξε για πρωταγωνίστρια στην ταινία του «Κατήφορος». Ο ίδιος, μαζί με τον Φιλοποίμην Φίνο, της άλλαξαν το όνομα από Κουρούκλη σε Λάσκαρη για να μην την μπερδεύουν με την διάσημη τότε τραγουδίστρια, Ζωή Κουρούκλη, που ήταν ξαδέλφη της. 

Η εικόνα που διαμόρφωσε μέσα από τις ταινίες της ήταν αυτή μιας δυναμικής και μοιραίας γυναίκας, ενώ αποτελούσε το κρυφό απωθημένο πολλών αντρών. Πρωταγωνίστησε σε πολύ μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες και σε όλα τα είδη ταινιών, την χρυσή περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου. «Μερικοί το προτιμούν κρύο», «Νόμος 4000», «Κορίτσια για φίλημα», «Στεφανία», «Μια κυρία στα μπουζούκια», «Οι θαλασσιές οι χάντρες» είναι ορισμένες από τις ταινίες που συμμετείχε. 

Συνεργάστηκε με μεγάλα και αγαπημένα ονόματα, όπως Ρένα Βλαχοπούλου, Ντίνος Ηλιόπουλος, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Μαίρη Χρονοπούλου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Φαίδων Γεωργίτσης και Νίκος Κούρκουλος. «Δεν χρωστάω σε κανέναν παρά μόνο στον Φίνο. Και ίσως και σε μερικούς αγαπημένους ανθρώπους, που έτσι κι αλλιώς δεν θα μου ζητήσουν τίποτα και ποτέ πίσω. Αυτό είναι η πρώτη αρχή της μαγκιάς, να μην είσαι υποθήκη κανενός».

Μετά την πτώση του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου στα μέσα της δεκαετίας του 1970, στράφηκε αποκλειστικά στο θέατρο έχοντας εκτός των άλλων συνεργαστεί με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Από τότε, έπαιξε σε πολλές παραστάσεις κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Το 1997 έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην Επίδαυρο ως Ελένη στις «Τρωάδες» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη. Τα δύο τελευταία χρόνια πρωταγωνιστούσε στη παράσταση «Νύφη Κουράγιο» στο Πολυχώρο Αθηναΐς σε σκηνοθεσία και σενάριο του Νίκου Μουτσινά. 

Η προσωπική της ζωή πάντα απασχολούσε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και πολλές σχέσεις της είχαν συζητηθεί, κυρίως αυτή με τον Τόλη Βοσκόπουλο. Στη συνέχεια, έρχεται στη ζωή της ο Πέτρος Κουτουμάνος, με τον οποίο παντρεύονται το 1967. Από τον συγκεκριμένο γάμο απέκτησε την πρώτη της κόρη, τη Μάρθα. Λίγα χρόνια αργότερα, ο γάμος της τελειώνει και εκείνη παντρεύεται τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο. Δύο χρόνια μετά, η Ζωή Λάσκαρη φέρνει στον κόσμο την δεύτερη κόρη της, την Μαρία-Ελένη.

«Έχω ερωτευτεί μέχρι θανάτου. Έχω πέσει στα πατώματα, έχω φάει κλοτσιές, έχω φάει κέρατο. Γιατί ερωτευόντουσαν την Λάσκαρη κι όχι τη Ζωή. Ξυπνούσαν και έλεγαν: "τι σταρ είναι αυτή να μαγειρεύει, να πλένει και να φροντίζει το σπίτι;"», έχει αναφέρει σε παλιότερη συνέντευξή της. 

Η Λάσκαρη πάντα είχε μια απεριόριστη εκτίμηση στα άτομα που ήξεραν τη σωστή στιγμή για να βάζουν τελεία. Όπως έκανε και η ίδια. Η ζωή της ήταν γεμάτη επιτυχίες, έρωτες, πάθη, φιλίες και απώλειες. Αυτό που την σημάδεψε ήταν ο θάνατος του Βλάσση Μπονάτσου, του συζύγου της κόρης της, Μάρθας, και πατέρα της αγαπημένης της εγγονής, Ζένιας, που έφυγε από τη ζωή εξαιρετικά πρόωρα και ξαφνικά.

«Όλα έχουν κέρδος στη ζωή. Και τα άσχημα και τα καλά. Αρκεί να βουτάς με τα μούτρα και να μη φοβάσαι, γιατί τότε η ζωή είναι χαμένη. Σαν να μην έζησες, σαν να ήσουν περαστικός κι έφυγες. Θέλει πολλή τόλμη. Στο κάτω κάτω, γιατί ζούμε; Γιατί να φοβόμαστε μην πονέσουμε; Δεν πονάμε πιο πολύ όταν δεν ζούμε τα πράγματα;», έχει αναφέρει σε συνέντευξή της.