Για έναν εστιάτορα και για έναν μάγειρα, δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να πάρει ένα αστέρι Michelin. Μάλλον, υπάρχει. Τα δύο και τα τρία αστέρια Michelin. Χωρίς βέβαια αυτό να αποτυπώνει ότι το εστιατόριο είναι καλό ή κακό, καθώς υπάρχουν και γούστα, δείχνει ότι υπάρχει ποιότητα και γίνεται σοβαρή και δημιουργική δουλειά. 

Τα βραβεία όμως δεν δίνονται ούτε για τους μαγείρους, ούτε για τα εστιατόρια. Ο Οδηγός Michelin ξεκίνησε το 1900 ως οδηγός για τους αυτοκινητιστές, ώστε να βρίσκουν τα καλά εστιατόρια στη Γαλλία και ήταν και είναι μία έκδοση της εταιρείας ελαστικών Michelin. 

Πλέον, οι γαστρονομικοί επιθεωρητές της Michelin θερίζουν σχεδόν όλο τον πλανήτη και προτείνουν τα καλύτερα εστιατόρια του κόσμου. Υποτίθεται ότι το προσωπικό δεν γνωρίζει ποιοι είναι όταν επισκέπτονται το εστιατόριο, αλλά αυτό είναι ένας μύθος.

Το 2009 ο New Yorker, έγραψε ότι η Michelin φτάνει μέχρι τα άκρα για να διατηρήσει την ανωνυμία των επιθεωρητών της. Είναι γεγονός ότι πολλά από τα κορυφαία στελέχη της εταιρείας δεν έχουν συναντήσει ποτέ έστω και έναν από τους κριτές. Μάλιστα, οι αξιολογητές καλούνται να μην αποκαλύπτουν την επαγγελματική τους ταυτότητα  ακόμη και στους γονείς τους ενώ χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η Michelin έχει απαγορεύσει στους κριτές να μιλούν σε δημοσιογράφους. 

Οι κριτικοί συντάσσουν τις εκθέσεις στις ετήσιες συναντήσεις σε κάποιο από τα γραφεία της Michelin ανά τον κόσμο.  προσφέροντας στα εστιατόρια τρία, δύο, ένα ή κανένα αστέρι. Ο πρωτοπόρος της nouvelle cuisine στη δεκαετία του ’60, Paul Bocuse, είχε πει ότι ο οδηγός Michelin είναι ο μοναδικός που αξίζει. Στη Γαλλία, η κυκλοφορία του οδηγού προκαλεί φρενίτιδα στα μέσα ενημέρωσης, ανάλογη με εκείνη που προκαλεί η απονομή των βραβείων Όσκαρ.

Τα πέντε κριτήρια που βρίσκονται στο μικροσκόπιό τους είναι: 

  1. Η ποιότητα προϊόντων 
  2. Οι καθαρές γεύσεις και οι μαγειρικές τεχνικές
  3. Η προσωπικότητα του σεφ
  4. Αν τιμή ανταποκρίνεται στην ποιότητα και τη γεύση
  5. Η σταθερότητα των πιάτων στις επισκέψεις που κάνουν 

Φυσικά δεν τους αφήνει αδιάφορους η εσωτερική διακόσμηση, το σέρβις, η λίστα κρασιών, ακόμη και η ποιότητα των σερβίτσιων και των ποτηριών. 

Το σημερινό σύστημα βαθμολογίας με ένα, δύο ή τρία αστέρια έχει καθιερωθεί από το 1933 και αυτά μεταφράζονται ως: 

  • Ένα αστέρι: Πιάτα υψηλής ποιότητας, που αξίζουν κάποιος περνώντας να κάνει μία στάση για δείπνο
  • Δύο αστέρια: Έξοχα πιάτα, που αξίζουν να επισκεφτείς το εστιατόριο ακόμη και αν δεν βρίσκεται κοντά στην περιοχή σου
  • Τρία αστέρια: Εξαιρετικά πιάτα, που αξίζουν ένα ολόκληρο ταξίδι για να τα δοκιμάσεις

Το 1997 για πρώτη φορά μπήκε στον οδηγό η κατηγορία «Bid Gourmand», που σημαίνει ότι ένα εστιατόριο μπορεί να μην αξίζει αστέρι, αλλά αξίζει οπωσδήποτε μία επίσκεψη, καθώς το φαηγτό του είναι πολύ γευστικό!