«Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω;», σίγουρα πολύ καλύτερα από ό,τι πέρασες εδώ κάτω, όπου «λιθοβολήθηκες» όπως κανείς άλλος έλληνας καλλιτέχνης, προσπάθησες να παλέψεις τους δαίμονές σου, φυλακίστηκες και στο τέλος κατηγορήθηκες για βιασμό και απόφασισες να μας γυρίσεις την πλάτη δίνοντας τέλος στη ζωή σου... Ήταν 17 Μαρτίου 1988 και ήσουν μόνο 39 χρόνων. Τόσο άντεξες.

Απροσάρμοστος, ανένταχτος, αντισυμβατικός, εναλλακτικός κάτι περισσότερο από αναρχικός, είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που σου έχουν δώσει όλα αυτά τα χρόνια και είμαι σίγουρη ότι δεκάρα δεν δίνεις, αλλά ευχαρίστως θα μας τους έτριβες και στα μούτρα. Εσύ ήσουν απλά ο Νικόλας -ουχί Νίκος ούτε Νικόλαος- Άσιμος με γιώτα παρακαλώ, εκ του Ασημόπουλος όπως ήταν το πραγματικό σου επώνυμο, γεννηθείς το 1949 στη Θεσσαλονίκη από τον Λάζαρο και τη Μαρία, κάτοικος Κοζάνης. 

Η πρώτη φορά που υπογράφεις ως Άσιμος και δηλώνεις εμμέσως πλην σαφώς ότι ούτε... ασημώνεσαι, ούτε εξαγοράζεσαι είναι το 1966 όταν στέλνεις τους εξελληνισμένους στίχους του γαλλικού τραγουδιού «Monsieur Cannibal» στον Νίκο Μαστοράκη για τη στήλη του στην εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος».

Η καλλιτεχνική σου φύση και η ανήσυχη προσωπικότητά σου δεν σε αφήνουν να πάρεις το πτυχίο σου από τη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. στο οποίο εισήχθης τα πέτρινα χρόνια του 1967, που και ξύλο έφαγες και στα κρατητήρια οδηγήθηκες και αφού παίρνεις την πρώτη σου κιθάρα, όντας αυτοδίδακτος μουσικός, το 1972 μας συστήνεσαι ως τραγουδοποιός και το 1973 κατεβαίνεις στην Αθήνα και στις μπουάτ της Πλάκας όπου συνεργάζεσαι με καλλιτέχνες όπως ο Σάκης Μπουλάς, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Πάνος Τζαβέλας και άλλοι.

Ένας άνθρωπος που συνεχώς συγκρούεται με το κατεστημένο δεν θα μπορούσε φυσικά να ανεχτεί τον εαυτό του φαντάρο υπηρετώντας τη «μαμά πατρίδα», έτσι να σου θυμίσω, όπως εσύ ο ίδιος περιγράφεις στο βιβλίο σου «Αναζητώντας Κροκάνθρωπους», μια ιδιωτική έκδοση που τυπώνεις σε 1.500 αντίτυπα το 1980 και διακινείς ο ίδιος όπως και τις περίφημες κασέτες σου, ότι προσποιείσαι τον ψυχοπαθή και καταφέρνεις να αποφύγεις τη στράτευση, στην οποία είσαι αντίθετος, παίρνοντας απαλλαγή με το αποκαλούμενο «τρελόχαρτο». Δεν ξέρω αν σε αυτό βοήθησαν και τα μαθήματα υποκριτικής που είχες πάρει, η εικόνα σου -που εμένα πάντα θα μου θυμίζει σαν κάποιον που ξέμεινε από το Woodstock- ή η «πετριά» που πράγματι είχες... Και ποιος δεν έχει, θα μου πεις...

Απορρίπτοντας τις κοινωνικές συμβάσεις και επιταγές, το 1976 κάνεις μια κόρη εκτός γάμου, τη Λίλιαν, από την ελεύθερη σχέση που διατηρείς με τη Λίλιαν Χαριτάκη. 

Μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη για τα ελληνικά δεδομένα έχεις καθιερωθεί σε καλλιτέχνη του δρόμου, δίνεις αυτοσχέδιες παραστάσεις, φτιάχνεις την Exarchia Square Band για να ακολουθήσουν οι «Νικόλας Άσιμος και οι Εναπομείναντες», γράφεις τραγούδια και τα ηχογραφείς μόνος σου σε ερασιτεχνικές κασέτες τις οποίες διακινείς ο ίδιος στα Προπύλαια, στο Μοναστηράκι, στο Πολυτεχνείο στην Πατησίων και φυσικά στα Εξάρχεια. Από τον Σεπτέμβριο του 1978 έως τον Μάρτιο του 1987 κυκλοφορείς συνολικά 8 παράνομες κασέτες με πρώτη την «Παράνομη Κασέτα Νο 000001 - Με το βαρέλι που για να βγει το σπάει» που πρωτοκυκλοφορεί σε 500 αντίτυπα προς 100 δραχμές έκαστη και έως την Άνοιξη του 1983 ζεις στην περίφημη «υπόγα» του 'Ασιμου, χρονιά που ανοίγεις στην Καλλιδρομίου 55 και το φημισμένο σου «χώρο προετοιμασίας» όπου γράφεις, συνθέτεις, πουλάς βιβλία, περιοδικά, τα χειρόγραφα, τις κασέτες σου και ό,τι άλλο τραβάει την προσοχή σου. Σύντομα περάσματά σου γίνονται και σε κινηματογραφικές ταινίες: «Ο δράκουλας των Εξαρχείων», «Τα βαποράκια» και το «Ρεμπέτικο» το 1983, το «Όνειρο Αριστερής Νύκτας» το 1987, κ.ά.

Ωστόσο, το Νοέμβριο του 1982 κυκλοφορεί από τη Minos ο μοναδικός σου δίσκος -πριν αποφασίσεις να μας «αφήσεις» μια και καλή- των 33 στροφών με τίτλο «Ο Ξαναπές». Συγκλονιστική, κατά γενική ομολογία, η ερμηνεία της Χαρούλας Αλεξίου στο «Παπάκι», ενώ συμμετέχουν ακόμα οι Βασίλης Παπακωνσταντίνου και Αθηναϊκή Κομπανία. 

​​​​​​Τον Απρίλιο του 1987, ένα χρόνο πριν τη μεγάλη σου «έξοδο», δια στόματος Βασίλη Παπακωνσταντίνου στέλνεις «χαιρετίσματα στην εξουσία» με 5 τραγούδια σου στον δίσκο του «Χαιρετίσματα»: «Ο σάλιαγκας κι ο μάλιαγκας», «Αγαπάω κι αδιαφορώ», «Θα 'ρθω να σε βρώ», «Θα νικήσουμε (Venceremos)», «Καταρρέω».

Ωστόσο, η διαδρομή Καλλιδρομίου-αστυνομικό-τμήμα-Δαφνί γίνεται συχνό φαινόμενο, όπως και το ξύλο, το ηλεκτροσόκ και οι ενέσεις. Η χαριστική βολή για την ήδη κλονισμένη ψυχική και σωματική σου υγεία έρχεται με την κατηγορία του βιασμού από μια κοπέλα. Συλλαμβάνεσαι, προφυλακίζεσαι, στο μεταξύ εκείνη έχει αποσύρει τις κατηγορίες, η οικογένειά σου καταβάλλει το ποσό της εγγύησης και αποφυλακίζεσαι από τις φυλακές Κορυδαλλού, αλλά το κακό έχει γίνει και χάνεις το μυαλό και τον εαυτό σου. Μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής κάνουν λόγο για βία προς τα αδέσποτα ζώα τα οποία σκοτώνεις και μετά προσπαθείς να αναστήσεις, ενώ σε ένα από τα γράμματα που αφήνεις πριν αυτοκτονήσεις τους ζητάς και συγχώρεση. Ταυτόχρονα επιτίθεσαι και στους περαστικούς με τη μαγκούρα σου ή χειροδικώντας. 

Αποτέλεσμα όλων αυτών να οδηγηθείς με τη βία σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική και να βγεις από εκεί σε τραγική κατάσταση από τα ψυχοφάρμακα που σου χορηγούνται, το βάρος της δίκης και την κατακραυγή σου ως βιαστή. Δέχεσαι επιθέσεις και χλευασμό. Απομονώνεσαι, άλλωστε οι πάντες σχεδόν σε αποφεύγουν. Βυθίζεσαι στο σκοτάδι του μυαλού σου και αποφασίζεις να λυτρωθείς, να την κάνεις, «να τρέξεις στις καλαμιές και τα λιβάδια, να ξαναγίνεις καβαλάρης». Ένας από τους λιγοστούς ανθρώπους που εμπιστεύεσαι μέχρι το τέλος είναι ο Νίκος Ζερβός. Του τηλεφωνείς, του λες ότι αποφάσισες το «φευγιό», αλλά εκείνος δεν σε παίρνει στα σοβαρά. 

Τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Μαρτίου 1988 περνάς το σκοινί στο λαιμό σου, εκεί στο «χώρο προετοιμασίας» της Καλλιδρομίου και γράφεις το τέλος... Στον ίδιο χώρο βρίσκουμε 6 χειρόγραφα κείμενά σου που εξηγείς τους λόγους της αυτοκτονίας σου, τη συγχώρεση από τα ζωάκια και την εντολή «Θάψτε με κάπου αν γίνεται ήσυχα ή καλύτερα κάψτε με και σκορπίστε με».

Η κηδεία σου γίνεται το απόγευμα της Παρασκευής 18 Μαρτίου 1988 στο νεκροταφείο της Καλλιθέας όπου 200 περίπου άτομα έρχονται να σου πουν «αντίο». Η κηδεία σου γίνεται με έξοδα του Βασίλη Παπακωνσταντίνου ο οποίος λίγο αργότερα τοποθετεί στο μνήμα σου μια μαρμάρινη επιτύμβια στήλη με τους στίχους από τον «Μπαγάσα». Ίσως με κάποιο τρόπο έχεις μάθει ότι το έργο σου έχει αναγνωριστεί μετά θάνατον, έχει διαδοθεί από επώνυμους και ανώνυμους που από νωρίς ήδη σου είχαν γυρίσει την πλάτη και έχεις ανακηρυχθεί ως ο «πρώτος άγιος των Εξαρχείων».