Ο Γιάννης Σπάθας, ο κιθαρίστας των Socrates που έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σάββατο σε ηλικία 69 ετών, είχε συγκριθεί στη δεξιοτεχνία με τον Τζίμι Χέντριξ και τον Ρίτσι Μπλάκμορ των Deep Purple. Πολλοί Έλληνες δημιουργοί εμπνεύστηκαν από το ταλέντο του και ένας από αυτούς, ο Νίκος Πορτοκάλογου, μίλησε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» για την πρώτη φορά που είδε τον Γιάννη Σπάθα να παίζει με τους Socrates στη Νέα Σμύρνη.

«Ξαφνικά ένα κυριακάτικο πρωινό στα 12 μου βρέθηκα στον κινηματογράφο “Ελση” στη Νέα Σμύρνη και νόμιζα ότι είδα τον ίδιο τον Χέντριξ. Είχα αρχίσει να ακούω μουσικές – Χέντριξ,   Beatles, Rolling Stones, Ντίλαν. Ολο αυτό δηλαδή που συνέβαινε στη Βρετανία και στην Αμερική μέσα από τα βινύλια που έφερνε ο αδελφός μου στο σπίτι. Αργότερα θυμάμαι πόσο μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει το δικό του δημοτικό τραγούδι “Mountains” (σ.σ.: 1976).

Ο Γιάννης συνέχισε να με εντυπωσιάζει και με τους δίσκους που έκανε ως συνθέτης αλλά και ως ενορχηστρωτής όπως τα “Ζεστά ποτά” των Κατσιμίχα ή το άλμπουμ με την Ελένη Βιτάλη. Ηταν ένας μουσικός, ένας κιθαρίστας – από τους λίγους – που κατάφεραν στο “ξενόφερτο” – μια λέξη που κυριαρχούσε τότε στη δεκαετία του ’70 και του ’80 – όργανο που λέγεται ηλεκτρική κιθάρα να δώσει ελληνική ταυτότητα.

Με την ιδιοφυΐα του και τη δεξιοτεχνία του προχώρησε με τον τρόπο των παραδοσιακών οργανοπαικτών, οι οποίοι πήραν το κλαρίνο, ένα καθαρά γερμανικό όργανο, κατασκευασμένο για συμφωνική ορχήστρα για τη δυτική μουσική, και το μεταμόρφωσαν. Μέχρι τότε οι Ηπειρώτες ή οι Μακεδονίτες παίζανε με ζουρνά ή με γκάιντες την παραδοσιακή μουσική τους και τα τραγούδια τους. Ανακάλυψαν μέσα από τις φιλαρμονικές που υπήρχαν σε διάφορες πόλεις, ειδικά στα Επτάνησα, ένα όργανο πολύ προχωρημένο τεχνολογικά το οποίο τους έδινε άπειρες δυνατότητες. Το κλαρίνο για παράδειγμα στο ηπειρώτικο δεν έχει καμία σχέση με το κλαρινέτο που ακούγεται σε μια συμφωνική. Και όμως είναι το ίδιο όργανο.

Το ίδιο συνέβη και με την ηλεκτρική κιθάρα. Είναι ένα όργανο που το εισαγάγαμε μέσα από το ροκ εν ρολ και οι περισσότεροι Έλληνες κιθαρίστες παίζανε προσπαθώντας να μιμηθούν τους αμερικανούς rockers ή τους βρετανούς. Ο Γιάννης λοιπόν επινόησε έναν δικό μας τρόπο, καθαρά ελληνικό. Είναι η τεράστια προσφορά του».