Συνοψίζοντας μέσα σε λίγες λέξεις το φαινόμενο Milli Vanilli, θα λέγαμε ότι ήταν από φωνή... κορμάρες. Και πιθανόν να μην πέφτουμε από τα σύννεφα σήμερα, δεδομένου ότι τέτοια περιστατικά δίνουν και παίρνουν, αλλά στον αθώο κόσμο των 80s, τη στιγμή που είχαν πουλήσει 7 εκατομμύρια αντίτυπα του ντεμπούτου άλμπουμ τους και κερδίσει Grammy πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη, ήταν αδιανόητο να μην τραγουδούν οι ίδιοι. Σαν σήμερα λοιπόν και συγκεκριμένα πριν από 30 χρόνια, το πρώτο τους άλμπουμ «All or Nothing», όπως τιτλοφορούνταν στην Ευρώπη δηλαδή, κυκλοφόρησε χαρίζοντάς τους αρχικά τα πάντα, για να τους τα πάρει με τόκο λίγο καιρό αργότερα. 

O «ενορχηστρωτής»
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Γερμανός παραγωγός και συνθέτης Φρανκ Φαριάν, ο οποίος έκανε καριέρα ως ιδρυτικό μέλος και φωνή των πασίγνωστων Boney M. Παραδόξως είχε ένα βίτσιο· έφτιαχνε μπάντες των οποίων επιμελούνταν ολοκληρωτικά χωρίς ωστόσο να φαίνεται κάπου το όνομά του. Η τακτική του αυτή προφανώς και δημιούργησε διάφορα προβλήματα, με το σκάνδαλο των Milli Vanilli να είναι το πιο τρανταχτό. Ο Φαριάν είχε πάντα την τάση να προσλαμβάνει performers πριν από τα live σόου. Ακόμα και στους Boney M, οι περισσότεροι πίστευαν ότι τραγουδούσε ο Μπόμπι Φάρελ μαζί με τις κυρίες του συγκροτήματος, αλλά όπως και στους Milli Vanilli, ο Φαριάν ήταν η φωνή εξαρχής. 


Φωτό: Alan Light

Η άνοδος 
Έτσι έγινε λοιπόν και με τους Φαμπρίς Μόρβαν και Ρομπ Πιλάτους. Χορευτές και μοντέλα και οι δύο, πρωτοσυναντήθηκαν κάπου στο Λος Άντζελες για να ξαναβρεθούν αργότερα στο Μόναχο. Αυτό που τους έδεσε ήταν ο ρατσισμός και η απομόνωση που βίωσαν στις πόλεις που μεγάλωσαν, το Παρίσι (Μόρβαν) και το Μόναχο (Πιλάτους). «Ο Μάικλ Τζάκσον ήταν τόσο δημοφιλής όσο δεν θα πίστευε κανείς στη Γερμανία. Άνοιξε τις πόρτες για τη μαύρη κουλτούρα εκεί. Ύστερα ήρθε ο Πρινς. Η ραπ και η χιπ χοπ έγιναν αποδεκτές, αλλά ο Μάικλ το ξεκίνησε όλο. Όταν ήμουν 16, ξαφνικά ήταν εντάξει να είσαι μαύρος στη Γερμανία. Ήταν τρέντι, ήταν σχεδόν διασκεδαστικό. Πριν από αυτό, το να είσαι μαύρος ήταν σκληρή δουλειά», είχε δηλώσει εκείνη την εποχή ο Πιλάτους. 

Όταν πρωτοσκαρφίστηκε το πρότζεκτ των Milli Vanilli, ο Φαριάν δοκίμασε τον Μπόμπι Φαρέλ στα φωνητικά και παρόλο που έγινε κανονικά η ηχογράφηση, αντικατέστησε την φωνή με τη δική του. Αργότερα, βρήκε τους Πιλάτους και Μόρβαν και τους έβαλε να υπογράψουν συμβόλαιο που τους υποχρέωνε να φτιάξουν 10 τραγούδια μαζί του μέσα σε έναν χρόνο. Στην πρώτη μεγάλη επιτυχία του Girl You Know It's True στα γερμανικά charts, ο Τσαρλς Σο βγήκε δημοσίως να διεκδικήσει τα δικαιώματά του για το ραπ μέρος του τραγουδιού, αλλά με συνοπτικές διαδικασίες 150.000 δολάρια του έκλεισαν το στόμα μια και καλή. Η εκδοχή του Σο βέβαια, υποστηρίζει ότι δέχθηκε απειλές από τον Φαριάν και μόνο. 

Οι κατηγορίες για το lip-sync μπορεί να συνεχίστηκαν, αλλά μεσολάβησε η κυκλοφορία του ολοκληρωμένου άλμπουμ στην Ευρώπη στις 14 Νοεμβρίου του 1988 και στις Η.Π.Α τον Φεβρουάριο του 1989 από την θρυλική Arista, οπότε δεν υπήρχε πια γυρισμός. Τα «Girl You Know It's True», «Blame It On the Rain», «Baby, Don't Forget My Number» και «Girl I'm Gonna Miss You» έγιναν τεράστιες επιτυχίες, καθιστώντας σχεδόν υποχρεωτικές πια τις live εμφανίσεις του γκρουπ. Έτσι, κάπου στο Κονέκτικατ, σε μία εμφάνιση για λογαριασμό του MTV, υπήρξαν οι πρώτες ενδείξεις ότι δεν τραγουδούσαν οι Μόρβαν και Πιλάτους, καθώς η κασέτα κόλλησε στη φράση Girl you know it's με αποτέλεσμα ο Πιλάτους να φύγει από τη σκηνή πανικοβλημένος.

Το αστείο βέβαια της υπόθεσης ήταν ότι κανείς από το κοινό δεν πολυέδωσε σημασία και η συναυλία συνεχίστηκε μετά σα να μην συνέβη τίποτα. Μάλιστα, έναν χρόνο μετά, στις 21 Φεβρουαρίου του 1990, κέρδισαν το grammy για τον πρωτοεμφανιζόμενο καλλιτέχνη της χρονιάς, ενώ οι πωλήσεις τους πια άγγιζαν τα 50 εκατομμύρια. Έκτοτε ωστόσο, είχαν να αντιμετωπίσουν τα μίντια που υποψιασμένα και από το περιστατικό στο Κονέκτικατ, αλλά και από τα πολύ κακά αγγλικά του Πιλάτους δε σταματούσαν τις ενοχλητικές ερωτήσεις και τα διχαστικά δημοσιεύματα. Όταν οι Πιλάτους και Μόρβαν αποφάσισαν να πατήσουν πόδι και να απαιτήσουν από τον Φαριάν να τους αφήσει να τραγουδήσουν, εκείνος αναγκάστηκε να αποκαλύψει στις 12 Νοεμβρίου του 1990 ότι δεν τραγουδούσαν εκείνοι στον δίσκο. Τέσσερις ημέρες αργότερα, τους αφαιρέθηκε το Grammy. 

Αργότερα, ο Φαμπ Μόρβαν εκμυστηρεύθηκε στο Associated Press: «Δεν τραγουδούσαμε στον δίσκο. Αυτό ήταν 100%, οπότε θέλαμε να το επιστρέψουμε. Ήταν το σωστό. Και μέχρι σήμερα έχει διαστρεβλωθεί ως γεγονός ότι δηλαδή μας το πήρε πίσω η διοργάνωση, ενώ στην πραγματικότητα ήμασταν οι πρώτοι που είπαμε "Θέλουμε να το δώσουμε πίσω".» 

Η πτώση
Μετά από όλα αυτά, η κατρακύλα δεν είχε όριο. Η Arista ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ιδέα, άσχετα αν ο μάνατζέρ τους έλεγε ότι είχαν υπογράψει συμβόλαιο με πολύ συγκεκριμένους όρους εμπιστευτικότητας. Οι μηνύσεις έρχονταν από πιθανά και απίθανα μέρη -ξεπέρασαν τις 27 σε αριθμό!- ενώ σύμφωνα με τον νόμο, περίπου 10 εκατομμύρια αγοραστών του περίφημου δίσκου μπορούσαν να διεκδικήσουν επιστροφή χρημάτων λόγω απάτης. Από την πλευρά τους οι Πιλάτους και Μόρβαν πίστευαν αφελώς ότι εφόσον είχαν καταφέρει να κάνουν ασύλληπτες πωλήσεις, θα είχαν όλες τις δισκογραφικές στα πόδια τους. Προσπάθησαν μάλιστα να ξαναχτίσουν την εικόνα τους, διακωμωδώντας εαυτούς ακόμα και μέσω διαφημιστικών, όπως αυτού για την τσίχλα carefree.

Η δισκογραφική τους απόπειρα το 1993 ως Rob & Fab στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία και έτσι ο Πιλάτους πήρε την κάτω βόλτα - έκανε χρήση ναρκωτικών, πραγματοποιούσε ληστείες για να φτάσει ακόμα και την περίοδο της επανένωσής τους με τον Φαριάν το 1997 να μοιράζεται τον χρόνο του μεταξύ φυλακής και κέντρου απεξάρτησης στην Καλιφόρνια. Κάποια χρόνια πριν είχε προηγηθεί και μία απόπειρα αυτοκτονίας, καθώς δε μπορούσε να διαχειριστεί τον σάλο που είχε δημιουργηθεί σε βάρος του ονόματός του. Παρόλο που ο Φαριάν τον έβγαλε από την φυλακή, στο ξεκίνημα της περιοδείας για την προώθηση του νέου τους άλμπουμ, βρέθηκε νεκρός στις 2 Απριλίου του 1998 σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στην Φρανκφούρτη από τον μοιραίο συνδυασμό αλκοόλ και χαπιών. 

Ο Μόρβαν από την πλευρά του, εξακολουθεί να φτιάχνει μουσική -δική του, όλοδική του, όμως η ρετσινιά των haters είναι πολύ ισχυρή για να του επιτρέψει μία νέα καριέρα. Από το 2010 και μετά, μοιράζεται τον χρόνο του μεταξύ Άμστερνταμ και Λος Άντζελες.