Τρία χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο του Θάνου Ανεστόπουλου, τον ιδρυτή του  θρυλικού ροκ συγκροτήματος Διάφανα Κρίνα. Ο τραγουδιστής έφυγε από τη ζωή, νικημένος από τον καρκίνο σε ηλικία 49 ετών.

Το Μάιο του 2015 ο ίδιος είχε αποκαλύψει δημόσια την άνιση μάχη που έδινε για τη ζωή του και μέσα από το λογαριασμό του στο facebook είχε αναφέρει ότι έπασχε από επιθετικής μορφής μεταστατικό καρκίνο των οστών.

Ένα χρόνο μετά, και λίγους μήνες πριν αφήσει την τελευταίο του πνοή, ο Ανεστόπουλος, είχε δώσει στην υπογράφουσα μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις της ζωής του. Σε εκείνη τη συζήτηση ο Θάνος Ανεστόπουλος μεταξύ άλλων σημείωνε ότι πρέπει να ζούμε την κάθε μας μέρα σαν να είναι η τελευταία:

«Δεν μπορούμε να γράφουμε εμείς τη ζωή στα σενάρια. Τα κρυφοκοιτάγματα προς τα πίσω προς, τα δημιουργηθέντα παρελθόντα, εμπεριέχουν πάντα μια νοσταλγία. Και η νοσταλγία πολλές φορές μοιάζει με μία μπάλα από τσιμέντο δεμένη στα πόδια του παρόντος. Τελικά το θέμα μήπως είναι να θλιβόμαστε, να χαιρόμαστε και να ζούμε την κάθε παροντική μας μέρα σαν να είναι η τελευταία;».

Ενώ για την επιλογή του να δημοσιοποιήσει το σοβαρό πρόβλημα της υγείας του, εξηγούσε: «Μέσω της εξωτερίκευσης αυτού του προσωπικού μου προβλήματος υγείας θέλησα να περάσω ένα μήνυμα ελπίδας κατ’ αρχήν προς άλλους συμπάσχοντες, πως μπορούμε να αισθανθούμε καλύτερα και να αναπνέουμε καλύτερα χωρίς να κρύβουμε οτιδήποτε μας κάνει κοινωνικά να φαινόμαστε ελλιπέστεροι. Σε μία ρατσιστική κοινωνία η οποία ρίχνει στον Καιάδα της εύκολα το ανθρώπινο κομμάτι της που νοσεί αντιμετωπίζοντας το με λύπηση και με φόβο, χρειάζεται να σηκώνουμε το ανάστημα μας και να μπορούμε να ανακοινώνουμε ελεύθερα το κάθε πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε γιατί είναι πρόβλημα όλων. Και κάποια στιγμή ο καθένας μας μπορεί να βρεθεί στην ίδια θέση».

Πως θα περιέγραφε ο ίδιος τη μάχη που έδινε τότε...; Πώς θα την αποτύπωνε πάνω σε έναν καμβά; Η απάντηση που βγήκε από τα χείλη του Θάνου ήταν: «Σαν ένα πληγωμένο κρίνο που κατευθύνεται στο σημείο που βγαίνει ο ήλιος».

Είχε πει ο Νίτσε «να θυμάσαι τη θνητότητά σου»… Αφού το σκέφτηκε μερικά λεπτά απάντησε: «Ναι, όντως. Και με την ευκαιρία της νόσου μου το βιώνω και το αντιλαμβάνομαι πλέον αυτό αληθινά. Η ενθύμηση της θνητότητας μου πλέον ξεκινάει από το κάθε πρωί που θα ξυπνήσω. Όταν κάποιος είναι καλά, νιώθει καλά, περνάει καλά νομίζει ότι είναι στην κορφή ενός βουνού – ότι είναι βασιλιάς, ότι είναι αθάνατος. Μέχρι παραδείγματος χάρη ένα πρόβλημα υγείας να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα και στην ενθύμηση αυτή της θνητότητας του. Είναι ένα διαρκές, διαχρονικό, ωραίο μάθημα αυτό».

Πώς όμως αντιμετώπιζε τότε το πρόβλημα της υγείας του σήμερα και πώς «ξόρκιζε» τους δαίμονές του; «Προσπαθώ να ζω την καθημερινότητα μου από ‘κει που την είχα αφήσει. Δηλαδή όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι», εξηγούσε ο Ανεστόπουλος.
 
Όσο για τη θέση της θρησκείας και του Θεού στη ζωή του, η απάντηση ήταν ακαριαία: «Άλλη ερώτηση παρακαλώ… ο Θεός αυτοκτόνησε χθες».

Το τελευταίο διάστημα της ζωής του ο Θάνος το μόνο που ήθελε ήταν να περνάει στιγμές με το γιο του: «να πάμε μαζί να δούμε σινεμά», έλεγε απλά. 

Ο Θάνος Ανεστόπουλος, δυνατός, έδωσε μάχη μέχρι το τέλος: «Δεν έχω διάθεση για απολογισμούς, αλλά μόνο για ζωή», απαντούσε με αφοπλιστική ειλικρινεία...