Όλο και κάπου θα είδες την είδηση του θανάτου του, πιθανότατα όμως να την προσπέρασες. Και ποιος να σε κατηγορήσει για αυτό, όταν ο ίδιος ο Τζέιμς Ίνγκραμ έδειχνε να νοιάζεται από λίγο έως καθόλου για τα φώτα της δημοσιότητας. Στον κανόνα που θέλει τους καλλιτέχνες να ζουν πίνοντας κοκτέιλ ματαιοδοξίας, ο 66άχρονος τραγουδιστής της R'n'B δεν αποτελούσε μία ακόμη επιβεβαίωση. Τουλάχιστον η πορεία του από το ξεκίνημά του μέχρι τις τελευταίες του στιγμές αυτό αποδείκνυε. 

Λένε πως το ταλέντο -αν υπάρχει- «φωνάζει» από μόνο του. Κανείς δεν ξέρει αν ο Τζέιμς Ίνγκραμ ήταν ευλογημένος με τόση αυτογνωσία ώστε να μην ανησυχεί, ωστόσο αθόρυβα προσπαθούσε εξαρχής να κάνει αυτό που τον ευχαριστούσε και μόνο. Αφού το κατάφερνε στο πλαίσιο των επιδιώξεών του, όλα δούλευαν ρολόι. Ταυτόχρονα βέβαια, μια τέτοια ολιγάρκεια συχνά μεταφράζεται και ως ολιγωρία ή ανεπάρκεια από τα ανταγωνιστικά όρνια που έχουν ως αυτοσκοπό την κορυφή. 

Ανώτερος; Χορτασμένος; Ευτυχισμένος; Αρκούμαστε στα στοιχεία συνδυάζοντάς τα με γεγονότα. Για παράδειγμα, για έναν καλλιτέχνη που δεν κυνηγούσε την επιτυχία ή τον μοδάτο ήχο με το τουφέκι, το ότι 19 τραγούδια του κατά καιρούς φιγούραραν στα αμερικανικά charts -R'n'B και μη- είναι σοβαρή ένδειξη της αποδοχής που απολάμβανε από το κοινό. Ήταν η περίοδος που η soul κατέκλυζε τα ραδιόφωνα με πρωτοστάτες τους Τζέφρι Όσμπορν, Λούθερ Βάντρος, Τζορτζ Μπένσον, Ντενίς Γουίλιαμς και άλλους. Σαφέστατα, ορόσημο στην εκτόξευσή της καριέρας του αποτέλεσε το ντουέτο του με την Πάτι Όστιν το 1981 «Baby Come to Me». Πρόκειται για το αντίστοιχο viral της εποχής εκείνης καθώς έγινε γνωστό μέσα από την σειρά General Hospital ένα χρόνο μετά την επίσημη κυκλοφορία του άλμπουμ της Όστιν «Every Home Should Have One». Εξίσου καλή πορεία είχε και το «How Do You Keep The Music Playing» που έγραψε ο Ίνγκραμ με τον Μισέλ Λεγκράν -ο οποίος παρεμπιπτόντως, «έφυγε» την ίδια εβδομάδα. Το συγκεκριμένο single βοήθησε περισσότερο τον Ίνγκραμ ως προς την καθιέρωση της ιδιαίτερης μουσικής του ταυτότητας, απομακρύνοντάς τον και επισήμως από οποιοδήποτε ψήγμα φολκλόρ που μπορεί να κουβαλούσε ακόμη την εν λόγω περίοδο η «μαύρη» μουσική. 

Στα '70s που άφησε πίσω του το Οχάιο για την Ιθάκη παύλα Λος Άντζελες, τα πράγματα ήταν θολά ως προς την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει. Ναι, είχε καλό υλικό για να χρησιμοποιήσει, αυτό της φωνής του. Είχε επίσης και μπόλικη ενέργεια να διοχετεύσει, κάτι που έκανε μέσω της μπάντας του Revelation Funk, όμως το φως στο τούνελ φάνηκε όταν εντάχθηκε στο δυναμικό της δισκογραφικής εταιρείας του τρισμέγιστου Ρέι Τσαρλς στο κομμάτι της παραγωγής. Για την ακρίβεια, τον «τσίμπησε» ο Κουίνσι Τζόουνς -που τότε σάρωνε μέσω του Μάικλ Τζάκσον και του περίφημου Off The Wall του- διότι στο demo του για το ιστορικό πια τραγούδι Just Once διέκρινε «χρυσό». Πολύ σωστά φυσικά, αφού του χάρισε το πρώτο του Grammy για R'n'B ερμηνεία, και μία υποψηφιότητα την επόμενη χρονιά ως πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη. 

Η συνεργασία των δυο τους χτίστηκε σχεδόν πηγαία. Ο Ίνγκραμ έγινε απαραίτητος στον Τζόουνς για την κρίσιμη δεκαετία 1979-1989, όταν δηλαδή ο δεύτερος μεσουρανούσε στα μουσικά δρώμενα ως ο καλύτερος παραγωγός «μαύρης» μουσικής. Το 1982, ο Τζόουνς πολύ σοφά έβαλε τον Ίνγκραμ να δώσει νέα πνοή στο «P.Y.T. (Pretty Young Thing)», η απήχηση του οποίου εξαργυρώθηκε από τον Ίνγκραμ ως ελευθερία να έχει περισσότερο «λόγο» και δικαίωμα στις επαγγελματικές του επιλογές. Σε συνέντευξή του στο Associated Press το 1991, δήλωσε σχετικά: «Λέω ότι σπούδασα στο πανεπιστήμιο του Ρέι Τσαρλς και πήγα να μάθω από τον μάστερ, Κουίνσι». Ο Τζόουνς εννοείται πως σε αυτήν του τη διαδρομή ήταν συνοδοιπόρος του, αναλαμβάνοντας την παραγωγή των δίσκων του, ενόσω ο Ίνγκραμ έκανε όλη τη «βρώμικη» δουλειά σε πασίγνωστα κομμάτια της Ντόνα Σάμερ. Ήταν τόσο σημαντική η «υπόγεια» μουσική του δραστηριότητα που κανένα «We Are The World» δε μπορούσε να σταθεί αντάξιο της προσφοράς του, όσο κι αν αυτό μεταδίδεται μέχρι σήμερα.

«Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος ακούει τα τραγούδια μου και λέει "δεν ήξερα ότι το τραγουδούσες εσύ"», παραδέχτηκε κάποτε σε συνέντευξή του. Το κομμάτι της αναγνώρισης μπορεί να μην θεωρούνταν τροχοπέδη από τον ίδιο, εντούτοις δημιουργούσε μόνιμο θέμα με τις υπόλοιπες δισκογραφικές που προσπαθούσαν να τον εξωθήσουν σε πιο ποπ μονοπάτια, βλέποντας σε εκείνον τον καινούργιο Λάιονελ Ρίτσι. Αντίστοιχα όμως, για τα γούστα άλλων εταιρειών δεν ακουγόταν αρκετά «μαύρος» για να πουλήσει σε αυτήν την κατηγορία. «Είναι κατά καιρούς απογοητευτικό όταν βγάζω έναν δίσκο και μου λένε ότι δεν είναι αρκετά μαύρος για να παίξει στα ραδιόφωνα. Είναι σα να λένε στο μαύρο κοινό ότι δεν είναι σημαντικοί, σα να μην ενδιαφέρομαι για αυτούς». 

Κολλημένος σε αυτό το άβολο «μεταίχμιο» θωρακίστηκε στο προφίλ του μουσικού «wingman» που κανείς δε μπορούσε να αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητά του. Οι επιτυχίες συνέχισαν να έρχονται· το ντουέτο του με τον Μάικλ ΜακΝτόναλντ στο Yah Mo B There του απέφερε ένα Grammy, ακολούθησε το 1987 ένα ακόμη με την Λίντα Ρόνσταντ (Somewhere Out There), όσο φυσικά στο ενδιάμεσο έβαζε το λιθαράκι του στους δίσκους των Pointer Sisters και του Τζορτζ Μπένσον. Θα έλεγε κανείς πως όταν ανακάλυψε την «ασφάλεια» των soundtracks, σχεδόν ανακουφίστηκε, βρήκε ένα νέο παιχνίδι. Το όνομά του κρύβεται πίσω από τραγούδια ταινιών όπως «Ο μπάτσος του Μπέβερλι Χιλς», «Το πορφυρό χρώμα», «Οι αγριόγατοι», κ.α για να φτάσει να είναι υποψήφιος για Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού επί δύο συνεχόμενες χρονιές για τις συνθέσεις των The Day I Fall In Love (1993) της Ντόλι Πάρτον και Look What Love Has Done της Patty Smyth. 

Για τους ενδιαφερόμενους, οι υπόλοιπες λεπτομέρειες της μουσικής του δραστηριότητας βρίσκονται παντού στο διαδίκτυο, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις οι φωτεινοί παντογνώστες τύπου wikipedia σώζουν ζωές. Μεταξύ μας, το να παραθέσει κανείς το βιογραφικό του ολόκληρο δεν θα τον κάνει πιο σεβαστό πρόσωπο στα μάτια όσων έχουν μουσική αντίληψη. Όπως το κλισέ που θέλει πίσω από έναν επιτυχημένο άντρα να κρύβεται μία δυναμική γυναίκα, έτσι και στη μουσική υπάρχουν ένα σωρό αφανείς ήρωες όπως ο Τζέιμς Ίνγκραμ, των οποίων το ταλέντο παραμένει κρυμμένος θησαυρός από τα μάτια των πολλών. Δίκοπο μαχαίρι αν το καλοσκεφτείς. Έλαβε όσα άξιζε σε επίπεδο αναγνώρισης; Όχι. Ήταν ευχαριστημένος με όσα είχε κατακτήσει; Δυστυχώς δεν θα το μάθουμε ποτέ.