4 απίθανες ιστορίες που αποδεικνύουν ότι δεν θα υπάρξει ποτέ άλλο φεστιβάλ σαν το Γούντστοκ

4 απίθανες ιστορίες που αποδεικνύουν ότι δεν θα υπάρξει ποτέ άλλο φεστιβάλ σαν το Γούντστοκ

Δεν είναι τυχαίο ότι 50 χρόνια μετά, μιλάμε ακόμη για το Γούντστοκ. Ένα τριήμερο (15-18 Αυγούστου 1969) φεστιβάλ-μύθος, ορόσημο της εποχής των «παιδιών των λουλουδιών», γεμάτο από ροκ μουσική την εποχή που αυτή είχε ακόμη σημασία, μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο και να αποτελέσει αντίσταση στις εξουσιαστικές δυνάμεις της εποχής: τους γονείς, τους πολιτικούς, τη στράτευση και αποστολή σε μια μακρινή χώρα (Βιετνάμ) για έναν πόλεμο που δεν ήθελε κανείς.

Δισεκατομμύρια λέξεις έχουν γραφτεί όλα αυτά τα χρόνια για τον κόσμο (πάνω από 400.000 με τους 100.000 να έχουν αγοράσει εισιτήριο και τους υπόλοιπους να μπαίνουν τζάμπα) τους καλλιτέχνες, τους διοργανωτές, το σεξ, τα ναρκωτικά... Από όλα αυτά κρατάμε τις 4 ιστορίες που ακολουθούν και αποδεικνύουν ότι δεν θα ξαναδούμε άλλο φεστιβάλ σαν το Γούντστοκ.

«Παίξε κι άλλο, δεν έχει έρθει κανείς ακόμη»

«Παίξε κι άλλο, δεν έχει έρθει κανείς ακόμη»

Όταν ήρθε η ώρα να ξεκινήσει το φεστιβάλ, στις 4 το απόγευμα της Παρασκευής 15 Αυγούστου, δεν είχε φτάσει ακόμη στο χώρο κανείς καλλιτέχνης, εκτός από τον Ρίτσι Χέιβενς! Ο λόγος; Οι ουρές των ακινητοποιημένων αυτοκινήτων στους επαρχιακούς δρόμους γύρω από την πόλη Μπέθελ έφταναν τα 32 χιλιόμετρα. Ανάμεσα σε αυτούς που είχαν κολλήσει ήταν και το συγκρότημα Sweetwater που υποτίθεται πως θα άνοιγαν το φεστιβάλ.

Οι διοργανωτές είπαν στον Χέιβενς, που ήταν προγραμματισμένο να πει μόνο τέσσερα τραγούδια, να βγει στη σκηνή και να καθυστερήσει όσο μπορεί. Εκείνος βγήκε στις 5 το απόγευμα, είπε τα τέσσερα τραγούδια «τραβώντας» τα όσο μπορούσε, αλλά από τα παρασκήνια του έλεγαν «παίξε κι άλλο». Είπε όλα τα δικά του τραγούδια και μετά έπιασε τις διασκευές των Beatles: «With a Little Help From My Friends» και «Strawberry Fields Forever» με λίγο από «Hey Jude». Όταν πάλι δεν τον άφησαν να φύγει από τη σκηνή, άρχισε να αυτοσχεδιάζει στην κιθάρα, επαναλαμβάνοντας τη λέξη «Freedom». 

Το τραγούδι που γεννήθηκε εκείνη τη στιγμή έγινε από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, ο ίδιος έγινε σταρ χάρη στην εμφάνισή του στο Γούντσοκ και όταν πέθανε, 44 χρόνια μετά, οι στάχτες του σκορπίστηκαν ακριβώς σε αυτό το σημείο...

Καμία αστυνόμευση, πολλά ναρκωτικά, ελάχιστο φαγητό, και δεν άνοιξε ρουθούνι...

Καμία αστυνόμευση, πολλά ναρκωτικά, ελάχιστο φαγητό, και δεν άνοιξε ρουθούνι...

Στο Γούντστοκ δεν υπήρχε καμία αστυνόμευση. Οι διοργανωτές είχαν συμφωνήσει με αστυνομικούς της πολιτείας της Νέας Υόρκης να εργαστούν ως σεκιούριτι εκτός ωραρίου, αλλά λίγες ημέρες πριν το φεστιβάλ η αστυνομία ανακοίνωσε στα μέλη της ότι αυτού του είδους η εργασία απαγορευόταν. Η μοναδική αστυνομική παρουσία ήταν από τις γύρω περιοχές, και περιορίστηκε στον έλεγχο της κυκλοφορίας στους δρόμους, χωρίς να πατήσει πόδι στο χώρο διεξαγωγής.

Τα ναρκωτικά κυκλοφορούσαν ελεύθερα, ένας πάγκος είχε στηθεί για μαριχουάνα, ένας άλλος για LSD, κόσμος περιφερόταν πουλώντας κάθε είδους χάπια. Από την άλλη μεριά, το φαγητό εξαντλήθηκε από την πρώτη ημέρα, όπως είναι λογικό να συμβεί όταν έχεις πουλήσει εισιτήρια σε 100.000 κόσμου και έρχονται τετραπλάσιοι και βάλε. Η εταιρεία Food for Love που είχε αναλάβει το κέιτερινγκ δεν είχε εμπειρία σε τόσο μεγάλες διοργανώσεις. Άρχισαν να καταφθάνουν δωρεές από συλλόγους – σάντουιτς, κονσέρβες, φρούτα, δημητριακά – ενώ έγιναν και κάποιες επιδρομές σε διπλανές φάρμες για καλαμπόκι. Όμως πολλοί δεν ήθελαν να χάσουν τη θέση τους και προτίμησαν να μείνουν νηστικοί για δύο ημέρες.

Κι όμως, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν υπήρξε κανένα σοβαρό περιστατικό βίας. Τα ιατρικά περιστατικά αφορούσαν κυρίως κακά τριπ από χρήση παραισθησιογόνων και κοψίματα στα πόδια, καθώς οι περισσότεροι είχαν επιλέξει να περπατούν ξυπόλητοι. Δύο νέοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους: ένας 18χρονος από  υπερβολική δόση ναρκωτικών, και ένας 17χρονος που κοιμόταν σε  σλίπινγκ μπαγκ που είχε καλυφθεί με λάσπη. Ο οδηγός ενός τρακτέρ που συνέλεγε σκουπίδια δεν τον είδε και τον πάτησε.

Το πιο επικό τηλεγράφημα όλων των εποχών

Το πιο επικό τηλεγράφημα όλων των εποχών

Δύο συγκροτήματα που ήταν προγραμματισμένο να εμφανιστούν στο Γούντστοκ δεν πήγαν ποτέ. Οι Jeff Beck Group είχαν καλή δικαιολογία, γιατί διαλύθηκαν λίγες ημέρες πριν από το φεστιβάλ. Το άλλο συγκρότημα ήταν οι Iron Butterfly, που εκείνη την εποχή είχαν γνωρίσει μεγάλη επιτυχία με το (κομματάρα, είναι η αλήθεια) «In-A-Gadda-Da-Vida».

Όμως τα μέλη του συγκροτήματος από το Σαν Ντιέγκο αποδείχθηκαν μεγάλες ντίβες, καθώς την τελευταία στιγμή ο μάνατζέρ τους έστειλε το εξής τηλεγράφημα στους διοργανωτές του Γούντστοκ: «Θα πετάξουμε μέχρι το ΛαΓκουάρντια (σ.σ. αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης). Θα έχετε ελικόπτερα έτοιμα να μας παραλάβουν. Θα πετάξουμε απευθείας στη συναυλία. Θα παίξουμε αμέσως, και μετά θα μας γυρίσετε πίσω».

Τότε ο υπεύθυνος σκηνής του φεστιβάλ, Τζον Μόρις, σήκωσε το τηλέφωνο και υπαγόρευσε το εξής τηλεγράφημα – απάντηση: «Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω μέχρι να έρθετε και να ξεκαθαρίσετε την κατάστασή σας, γνωρίζοντας ότι έχετε προβλήματα, θα πρέπει να βρείτε άλλο μέσο μεταφοράς, εκτός αν σχεδιάζετε να μην έρθετε». Προσέξτε όμως ποιες λέξεις σχηματίζουν τα πρώτα γράμματα κάθε αράδας:

F or reasons I can’t go into
U ntil you are here
C larifying your situation
K nowing you are having problems

Y ou will have to find
O ther transportation
U nless you plan not to come.

Το απόλυτο highlight ήρθε στις 9 το πρωί της Δευτέρας, όταν είχαν φύγει σχεδόν όλοι

Το απόλυτο highlight ήρθε στις 9 το πρωί της Δευτέρας, όταν είχαν φύγει σχεδόν όλοι

Ο μεγάλος σταρ του Γούντστοκ ήταν ο Τζίμι Χέντριξ, που πήρε τα περισσότερα χρήματα (οι φήμες λένε από 18 έως 26.000 δολάρια τη στιγμή που το μεγαλύτερο ποσό που είχαν δώσει σε άλλους οι διοργανωτές ήταν 15.000 δολάρια) και είχε την απαίτηση να εμφανιστεί τελευταίος, κλείνοντας το φεστιβάλ. Όμως αντί για Κυριακή βράδυ, λόγω βροχών, καθυστερήσεων και κάθε είδους προβλημάτων, ο Χέντριξ ανέβηκε στη σκηνή στις 9 το πρωί (!) της Δευτέρας, όταν οι περισσότεροι από τους 400.000 θεατές είχαν φύγει και είχαν μείνει «μόνο» κάπου 25.000 κόσμου.

Ο Χέντριξ έπαιξε κάπου δύο ώρες, το μεγαλύτερο σε διάρκεια σετ στην καριέρα του, και τρέλανε κόσμο όταν έπαιξε στην κιθάρα του τον εθνικό ύμνο των ΗΠΑ, το «The Star Spangled Banner». Επειδή όλα τα μέσα ενημέρωσης είχαν αποχωρήσει από το προηγούμενο βράδυ, κανείς άλλος δεν πήρε χαμπάρι την κορυφαία στιγμή του φεστιβάλ μέχρι που προβλήθηκε στους κινηματογράφους το ντοκιμαντέρ «Woodstock» (με βοηθό σκηνοθέτη και μοντέρ τον Μάρτιν Σκορσέζε, παρακαλώ) την επόμενη χρονιά.