Ξεψαχνίζεις την ιστορία του Γερμανού Hauschka και περιμένεις να βρεις ότι προέρχεται από μουσική οικογένεια ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων. Παραδόξως, το πιάνο κέντρισε το ενδιαφέρον στον Volker Bertelmann σε ηλικία 9 ετών όταν το άκουσε σε... εκκλησιαστική λειτουργία. Έκτοτε, έκανε μαθήματα για δέκα χρόνια, ενώ πέντε χρόνια μετά την πρώτη επαφή με το μουσικό όργανο, έφτιαξε μία ροκ μπάντα, μπλέχτηκε με τη σύνθεση μουσικής για τηλεόραση, ενώ παράλληλα δάνειζε τη φωνή του σε διάφορα μουσικά πρότζεκτς. Ωστόσο, δεν ήταν ξεκάθαρο για εκείνον ακόμη πως έπρεπε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική· οι σπουδές του ξεκίνησαν από την ιατρική, κατευθύνθηκαν ύστερα στα οικονομικά για να τα παρατήσει σε κάποια στιγμή και να αφιερωθεί επιτέλους στη μεγάλη του αγάπη.

Βέβαια, ακόμα και τότε, δεν καταστάλαξε εύκολα, αφού η πρώτη του δισκογραφική απόπειρα λεγόταν God’s Favorite Dog και ήταν ένα hip hop (!) ντουέτο που είχε φτιάξει με τον ξάδερφό του. Παρότι δεν τα πήγαν καθόλου άσχημα για μία τριετία (1992-5), κάτι στην όλη διαδικασία δεν έμοιαζε σωστό για τον Hauschka. To «σαράκι» του πειραματισμού τον έτρωγε, ώσπου περίπου μία δεκαετία μετά «ανακάλυψε» το προετοιμασμένο πιάνο (prepared piano) για το οποίο έγινε ευρέως γνωστός. 

Ως συνθέτης, τραγουδοποιός και πειραματικός μουσικός λοιπόν, δεν του αρκεί να παίζει με τον συμβατικό τρόπο το πιάνο. Τοποθετεί μέσα στο όργανο χαρτί, βόλους, μπαγκέτες και άλλα αντικείμενα πάνω στις χορδές ώστε να παράγουν ασυνήθιστους, συχνά τυχαίους ήχους, που οδηγούν σε απρόσμενα αποτελέσματα. Αν θυμάσαι όσα είχαμε πει παλαιότερα για τους Grandbrothers - που σαφώς έχουν διανύσει μέχρι σήμερα πολύ λιγότερα μουσικά χιλιόμετρα- ίσως σε βοηθήσει.

Στο δελτίο τύπου για την αποψινή του sold out παράσταση στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, διαβάζεις: «Για τον Hauschka, κάθε μουσικό έργο είναι μια στιγμιαία καταγραφή των δραστηριοτήτων του, εδώ και τώρα. Όπως και στην πεζοπορία, που συχνά το νόημα της διαδρομής αποκαλύπτεται όταν κοιτάμε πίσω, έτσι και με τις συνθέσεις του Hauschka: Συχνά, όταν στρεφόμαστε πίσω, στη διαδικασία της δημιουργίας, τότε αντιλαμβανόμαστε πλήρως τη σημασία της μουσικής του.»

Όταν του δώσεις περισσότερη σημασία, θα καταλάβεις πως όλα τα παραπάνω ίσως κιόλας απορρέουν από την «δίψα» του για εξέλιξη. Σα να έχει πολύ λίγη αίσθηση της αναγνώρισης που απολαμβάνει, είναι σα να έχει μπει σε έναν αυτόματο πλοηγό που θέλοντας και μη έχει κάποιες προγραμματισμένες στάσεις που λέγονται διακρίσεις, υποψηφιότητες και βραβεία. Παρεμπιπτόντως, το soundtrack της ταινίας Lion (2016) ήταν υποψήφιο για Όσκαρ, Χρυσή Σφαίρα και BAFTA, ενώ επίσης έχει επενδύσει μουσικά τα φιλμ Hotel Mumbai (2018), Adrift (2018), In Dubious Battle (2016), Exodus (2016) και Praia do Futuro (2014), αλλά και τη νέα αμερικανική τηλεοπτική μίνι σειρά Patrick Melrose (2018) με πρωταγωνιστή τον Μπένεντικτ Κάμπερμπατς,

Αν έχασες λοιπόν την εμφάνισή του στο Reworks Festival το 2017, πάρε μία γεύση από όσα μπορείς να περιμένεις για απόψε (αν έχεις προλάβει την προκράτηση της ελεύθερης εισόδου φυσικά.)