Έβαλα στη λίστα του player μου μερικά τραγούδια του για να γράψω αυτό το κείμενο με τη σωστή μουσική υπόκρουση και επιτέλους κατάλαβα γιατί μου αρέσει τόσο πολύ ο Jon Allen. Θεωρητικά η χροιά του δεν έχει καμία σχέση με αυτήν του Terry Callier, ωστόσο η θετική ενέργεια που ξεχειλίζει ακόμα και από τις μπαλάντες του μου τον θυμίζει πάρα πολύ.

Σχεδόν μία δεκαετία στα δισκογραφικά δρώμενα, ο Βρετανός Allen δεν είναι αυτό που λέμε πασίγνωστος στη μάζα, ακριβώς επειδή είναι αρκετά πρωτοπόρος στο είδος του. Οι Αμερικανοί θα γνωρίσουν ολίγη country στον ήχο του, οι Ευρωπαίοι θα τον ξεχωρίσουν για την περίεργη μείξη της soul με τα blues, ενώ κάπου στο φως αχνοφαίνεται και λίγη soft rock, έτσι για το αλατοπίπερο.  

Κουβαλώντας το μικρόβιο της μουσικής από πολύ νωρίς, πειραματιζόταν γράφοντας μουσική σε κασέτες, έπαιζε μουσική σε διάφορες μπάντες, για να περάσει εν τέλει από ακρόαση στο Institute of Performing Arts (LIPA) στο Λίβερπουλ. Εκεί, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ διέκρινε στη μουσική του αυτό το «κάτι» που χρειάζεται σε έναν καλλιτέχνη για να πάει μπροστά. 

Η συνέχεια ήρθε φυσικά· το τραγούδι του Going Home έπαιξε σε μία διαφήμιση και κάπως έτσι, το 2009 ο Allen βρέθηκε με το δισκογραφικό συμβόλαιο και πρώτο άλμπουμ (Dead Man's Suit) στα χέρια. Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα αργήσαμε να τον πρωτοακούσουμε, ενδεχομένως να βοήθησε πολύ περισσότερο το τέταρτό του άλμπουμ Blue Flame που σαρώνει στο Spotify ξεπερνώντας τα 5 εκατ. ακροάσεων. 

Κάλλιο αργά παρά ποτέ λοιπόν, και αφού κατά καιρούς έχει συνοδεύσει ονόματα όπως οι Dionne Warwick, Mark Knopfler, KT Tunstall, Seal, και Damien Rice στις περιοδείες τους, ήρθε η ώρα για να μας επισκεφθεί. Αν με ρωτάς, είναι από τα lives που δεν χάνονται με τίποτα μέχρι να αποχαιρετήσουμε και επισήμως το γεμάτο 2018...

*Ο Jon Allen εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα απόψε στην Κεντρική Σκηνή του Σταυρού του Νότου. Περισσότερα, εδώ