«Γενικά για εμάς θεωρούν ότι όλα είναι γήπεδο, μπάλα και τέτοια. Δεν είναι αντιπροσωπευτική η εικόνα που έχει ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού για εμάς. Υπάρχει πολλή ευαισθησία στο αθλητικό ρεπορτάζ. Αλλά δυστυχώς ο κόσμος έχει μια άλλη εικόνα», υπογραμμίζει κατά τη διάρκεια της συνέντευξής μας, ο γνωστός αθλητικός δημοσιογράφος Γιάννης Κυφωνίδης,

«Το Σημάδι» της δικής του ευαισθησίας το βρίσκουμε μέσα στον τελευταίο δίσκο που μας άφησε κληρονομιά ο αλησμόνητος Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και έχει τίτλο «Ψέμα στο Ψέμα».

Ο Λαυρέντης πήρε τους στίχους του Γιάννη Κυφωνίδη, τους «έντυσε» με τη μουσική του και τους... σημάδεψε με τη φωνή τη δική του και εκείνη του Μίλτου Πασχαλίδη.

«Ευλογημένος, τυχερός. Είναι τιμή μου» μου αναφέρει κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας ο Γιάννης Κυφωνίδης, για τη συνεργασία αυτή στο πρώτο του στιχουργικό εγχείρημα που βλέπει το φως της δημοσιότητας, γιατί ο στιχουργός Κυφωνίδης έχει κι άλλα τραγούδια στα σκαριά.

Πότε ξεκίνησε να γράφει, πώς γνώρισε τον Λαυρέντη και πώς έφτασαν στα χέρια του οι στίχοι του Γιάννη Κυφωνίδη; Ο ίδιος τι μουσική ακούει και ποιοι άλλοι θα ήθελε να τραγουδήσουν τους στίχους του; Όλες οι απαντήσεις και ακομα περισσσότερες στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Με «Το Σημάδι» κάνετε το ντεμπούτο σας στη δισκογραφία και συγκεκριμένα στον τελευταίο δίσκο που μας άφησε κληρονομιά ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας.
«Το Σημάδι» είναι τραγούδι που «γεννήθηκε» και βγήκε στον αέρα, γιατί πρέπει να σου πω ότι έχουν «γεννηθεί» κι άλλα πράγματα, «κυοφορούνται» θα έλεγα και περιμένουν τη σειρά τους. Αυτό λοιπόν είναι το πρώτο που είδε το φως της μέρας.

Πώς προέκυψε λοιπόν;
Από εσωτερική ανάγκη. Η πρωταρχική εσωτερική μου ανάγκη ήταν να γράφω στίχους και το κάνω χρόνια αυτό. Αλλά είχα μια συστολή στο να τους επικοινωνήσω. Παρότι ήταν πάντα στο μυαλό μου. Επειδή ακούω μουσική από μικρός, μου άρεσε η ιδέα να εμπλακώ σε ένα κομμάτι της μουσικής και περισσότερο με τους στίχους, να πω την αλήθεια. Πάντα μάθαινα ποιοι γράφουν τους στίχους. Μου άρεσε. Δεν ασχολήθηκα με κάποιο όργανο, επίσης από φωνή λίγα πράγματα, οπότε αυτός ήταν ο δρόμος ο δικός μου στο τραγούδι. Έτσι μεγάλωσα. Κυρίαρχο ρόλο στη ζωή μου πάντα έπαιζε ο αθλητισμός και η μουσική. Να παρακολουθώ τα αθλητικά και τα μουσικά δρώμενα από μικρό παιδί.

Εδώ και χρόνια, έγραφα αλλά δεν τα επικοινωνούσα. Έχουν γίνει διάφορα τα τελευταία χρόνια. Καθένας, μεγαλώνοντας λίγο αρχίζει και τα βρίσκει με τον εαυτό του και αρχίζει να μην φοβάται να εκθέσει το συναίσθημά του αλλά ούτε να ψάξει να βρει το δρόμο να επικοινωνήσει αυτό που θέλει. Γιατί ήθελα να το επικοινωνήσω. Μου έφυγε λίγο η συστολή, είχα γνωρίσει ανθρώπους της μουσικής από τη διαδρομή μου στη δημοσιογραφία κυρίως, με διάφορους τρόπους. Δηλαδή άλλους τους είχαμε καλεσμένους σε εκπομπές σε κανάλια που ήμουν εγώ, όπως με τον Μίλτο Πασχαλίδη, τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, τον Μπάμπη Στόκα. Με άλλους ήμουν μαζί στο protagon όπως με τον Πάνο Μουζουράκη και τον Οδυσσέα Ιωάννου. Επίσης παρακολουθούσα πολύ και τις μουσικές σκηνές της Αθήνας, γιατί εγώ τελείωσα το λύκειο στη Θεσσαλονίκη και ήρθα για σπουδές στην Αθήνα και παρέμεινα. Μεγάλωσα με όλη αυτή τη σκηνή της Θεσσαλονίκης: Ξύλινα Σπαθιά, Τρύπες, κλπ. Τώρα στα 48 μου αποφάσισα να το εκθέσω και να το επικοινωνήσω με έναν άνθρωπο που ξέρει. Ήθελα να πάρω το έναυσμα και την ώθηση από κάποιον που ξέρει. Είχα στείλει στίχους στον Οδυσσέα Ιωάννου τον οποίο θεωρώ έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους στιχουργούς και εκείνος μου είπε ότι του άρεσαν πολύ και να το ψάξω. Ήθελα να το ψάξω μόνος, δεν ζήτησα βοήθεια, αν και θα ήταν διατεθειμένος να το κάνει.

Τον Λαυρέντη τον είχα γνωρίσει μέσω του τένις είναι η αλήθεια. Έβλεπε πάρα πολύ τένις, τον είχαμε καλέσει και σε μια εκπομπή και διατηρήσαμε αυτή την επαφή. Του έστειλα λοιπόν κάποιους στίχους και ένα από αυτά τα έκανε τραγούδι. Μου είπε ότι επειδή του βγήκε λίγο «κρητικό» θα το έλεγε με τον Μίλτο Πασχαλίδη τον οποίο ήξερα επίσης από πριν αρκετά καλά. Και αυτόν μέσω της ενασχόλησης με τον αθλητισμό. Όπως είναι γνωστό ο Μίλτος είναι ΑΕΚ, τον είχαμε καλέσει σε εκπομπές, ντέρμπι, τον γνώριζα μέσω του ρεπορτάζ κλπ. Έτσι έγινε αυτή η ηχογράφηση στις 25 Μαΐου με σκοπό να κυκλοφορούσε το άλμπουμ του Λαυρέντη τον Οκτώβριο. Δυστυχώς, μας πρόλαβαν οι εξελίξεις... Μας πήραν όλη τη χαρά να το ζήσουμε όλοι μαζί αυτό, νιώθω όμως μεγάλη τιμή και ευλογία και που βγήκε στη δημοσιότητα. Ευλογημένος γιατί στιχουργικά το πρώτο πράγμα που βλέπει το φως της ημέρας είναι σύνθεση του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και το τραγουδάει ο ίδιος με τον Μίλτο Πασχαλίδη. Νομίζω είμαι πολύ τυχερός σε αυτό. Ο Μίλτος θα το βάλει στο πρόγραμμά του στο Σταυρό του Νότου, είμαι υπόχρεος σε όλους, δεν έχω παράπονο που το πρώτο μου τραγούδι έγινε με αυτούς τους συντελεστές, θα έπεφτε το ταβάνι να με πλακώσει αν είχα. 

Στα χέρια του Λαυρέντη πως έφτασαν οι στίχοι σας;
Ο Λαυρέντης τότε είχε έναν πολύ δικό του άνθρωπο τον Κωνσταντίνο Μπαλαγούρα και όπως ανέφερα τον Οδυσσέα Ιωάννου που μου έδωσε την ώθηση να συνεχίσω να γράφω και να τα επικοινωνήσω. Ο Κωνσταντίνος χέρι με χέρι τα πήγε στον Λαυρέντη. Εκείνος μετά με πήρε τηλέφωνο, ήπιαμε έναν καφέ, μου είπε ότι του άρεσαν δυο-τρία αλλά ήθελε να κάνει το συγκεκριμένο και έτσι πήρε το δρόμο του.


Ο Μίλτος Πασχαλίδης και ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του τραγουδιού

Ήσασταν παρών στην ηχογράφηση;
Ήμουν ναι, έγινε στις 25 Μαΐου. Μου είχε πει ο Λαυρέντης ότι θα το γράψουν με τον Μίλτο ένα Σάββατο στις 12:15. Καταλαβαίνεις ότι θυμάμαι λεπτομέρειες γιατί είναι πραγματικά μαγικό για εμένα. Μου είχε πει «έλα κατά τις 12:15», είχε ένα δικό του στούντιο. Εγώ πήγα στις 12 μου λέει «νωρίς ήρθες». Του απαντώ «με τέτοιο άγχος που είχα κανονικά θα έπρεπε να έρθω κάτω από το σπίτι σου και να χτυπάω τις πόρτες». Ήταν μια μαγική διαδικασία και πολύ συγκινητική. Καθένας έχει ανθρώπους που τους ακούει πάρα πολύ. Εμένα ήταν στο φάσμα όλων αυτών των ακουσμάτων που είχα. Και ο Λαυρέντης και ο Μίλτος. 

Παλαιότερα άκουγα περισσότερο ξένα, ξέρεις hard rock, heavy metal. Οι πρώτοι που μου άλλαξαν λίγο το μυαλό και άρχισα να στρέφομαι προς την ελληνική μουσική ήταν οι αδερφοί Κατσιμίχα όταν έβγαλαν τα «Ζεστά Ποτά» τη δεκαετία του ΄80. Τον θεωρώ εμβληματικό δίσκο και ότι αυτός δημιούργησε τη μετέπειτα γενιά των τραγουδοποιών δηλαδή τον Λαυρέντη, τον Μίλτο, τον Θαλασσινό, τους Πυξ Λαξ, τον Περίδη, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη. Ήταν πρωτοπόροι οι Κατσιμίχα. Είχα τρέλα με τον Χάρη και τον Πάνο. Και μετά άρχισα να ακούω κι όλα τα άλλα. Τώρα ακούω περισσότερο ελληνικά είναι η αλήθεια. Αλλά ακούω και ξένα. Περισσότερα ελληνικά αυτού του ύφους όμως ακούω και πιο ποπ, ροκ. Και λαϊκά ακούσματα μπορεί να έχω. Νομίζω ο καθένας μπορεί να ξεχωρίσει κάποια καλά πράγματα σε όλα τα είδη της μουσικής. Αλλά αν μου πεις τι θα βάλω να ακούσω στο αυτοκίνητο μου, θα σου πω ότι περισσότερο θα βάλω τέτοια. 

Θυμάστε τη στιγμή που μάθατε για το θάνατο του Λαυρέντη;
Θυμάμαι πάρα πολύ χαρακτηριστικά. Ήμουν στο αυτοκίνητο και άκουσα sport-fm. Νομίζω Μαρία Ζαφειράτου και Αλέξανδρο Τσουβέλα γιατί ήταν πρωί. Και δεν το πίστευα. Σταμάτησα σε μια γωνία με το αυτοκίνητο και άρχισα να ψάχνω τα sites. Ήταν σοκαριστικό. Δεν πρέπει να είχε περάσει μια εβδομάδα που είχαμε μιλήσει. Έκανε την περιοδεία του, για αυτό και ο δίσκος θα έβγαινε τον Οκτώβριο, έπρεπε να τελειώσει την περιοδεία με τον Νίκο Πορτοκάλογλου. Είχε κάνει τις ηχογραφήσεις του από πριν για να είναι έτοιμος. Το άκουσα και λίγο αργότερα επικοινώνησα με δικούς του ανθρώπους. Ήταν πολύ δύσκολα.

Ο Λαυρέντης ήταν πολύ δοτικός, ανιδιοτελής. Δεν είχε ανασφάλειες. Εμπιστευόταν και νέους ανθρώπους, και αν του άρεσε κάτι σε τραγουδιστή, είτε σε στιχουργό ή σε συνθέτη ακόμα και του ζητούσαν να τραγουδήσει ένα τραγούδι του το έκανε. Δεν φοβόταν ότι θα βγει ένας καινούριος, θα μας πάρει τη δουλειά κλπ., κάποιοι έχουν και τέτοια. Δεν ήταν ιδιοτελής, ήταν ασφαλής με το έργο του και είχε κάνει πάρα πολλά πράγματα που αγαπούσε ο κόσμος, αγαπούσε ο ίδιος και δεν έλεγε όχι στο να γίνει ακροατής κάποιων πραγμάτων αν του άρεσαν. Εγώ για παράδειγμα του έδωσα τέσσερα τραγούδια, ένα ήθελε να βάλει, ένα του άρεσε πιο πολύ, επέλεξε «Το Σημάδι». Και το έκανε. Μπορεί να ήταν λίγο βλοσυρός στη σκηνή αλλά είχε πολύ χιούμορ. 

Τι μηνύματα λαμβάνετε από όσους το έχουν ακούσει μέχρι τώρα;
Πάντα, επειδή είναι μια διαδικασία που κυοφορείται κάποιους μήνες έχεις κάποιους πρώτους ακροατές, κάποιους φίλους, το δικό σου τον κύκλο που θα το ακούσει. Ήταν πολύ θετικά αυτά που άκουσα. Και εξακολουθούν να είναι. Γενικά είμαι πολύ χαρούμενος. Και ένα τραγούδι να ήταν που θα το άκουγαν 100 άνθρωποι εγώ ευτυχισμένος θα ήμουν. Χωρίς να θέλω να το παίξω ότι δεν θέλω να επικοινωνηθεί σε μεγαλύτερο κοινό. Είμαι δημοσιογράφος, είναι το επάγγελμά μου, η δουλειά μου, η αγάπη μου, γράφω επειδή θέλω να γράφω και βρίσκουν το δρόμο τους, χωρίς να έχω το άγχος της επιβίωσης. Γιατί οι καλλιτέχνες από ό,τι κατάλαβα ξοδεύουν πάρα πολύ χρόνο να εκπονήσουν πνευματικά έργα και πλέον η πνευματική περιουσία δεν αποτιμάται σε χρήματα για να επιβιώσεις. 

Περιμένατε να ακούσετε ένα τέτοιο αποτέλεσμα ή το είχατε φανταστεί αλλιώς;
Εμένα μου αρέσει πολύ, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς. Είναι μεγάλη η χαρά όταν το πιάνει ένας τέτοιος συνθέτης και το τραγουδάει ένας τέτοιος τραγουδιστής. Δεν θέλω να το κρίνω. Μου αρέσει από εκεί και πέρα ο κόσμος θα το κρίνει. Εγώ έχω τη χαρά που έγινε αυτό το πράγμα και το θεωρώ ευλογία και τιμή μεγάλη. Και είναι μια απόδειξη για εμάς τους αθλητικούς συντάκτες, αν και έχει αποδειχτεί και άλλες φορές. Γενικά για εμάς θεωρούν ότι όλα είναι γήπεδο, μπάλα και τέτοια. Στη βάση της η αθλητική δημοσιογραφία έχει πάρα πολλά αξιόλογα και καλά παιδιά με ευαισθησίες και δεν το λέω για να την εξαγνίσω. Παιδιά που ακούν πολλή μουσική, που βλέπουν κινηματογράφο, θέατρο. Δεν είναι αντιπροσωπευτική η εικόνα που έχει ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού για εμάς.  
 
Μου θυμίζει λίγο την περίπτωση του Μένιου Σακελλαρόπουλου.
Μπράβο ναι. Με τον Μένιο δουλέψαμε μαζί τέσσερα χρόνια και έχω ζήσει τα πρώτα του βιβλία, πώς τα έγραφε, συζητούσαμε και μεταξύ μας και έχει φτάσει τώρα ο Μένιος να έχει 15 βιβλία και να είναι ευπώλητα. Ο Δημήτρης Καρύδας έχει γράψει επίσης βιβλία. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, (θα πέσει τώρα φωτιά να μας κάψει, δεν συγκρίνω κάτι), αθλητικός ρεπόρτερ ήταν και για πολλούς -όπως και για εμένα- έγινε ο κορυφαίος στιχουργός. Ακόμα και σε πιο ποπ ακούσματα, ο Σαμπάνης ήταν αθλητής. Έβγαλε τις ευαισθησίες του και αυτός. Με φίλους μου από τη δουλειά βγαίνουμε στις μουσικές σκηνές να ακούσουμε μουσική. Υπάρχει πολλή ευαισθησία στο αθλητικό ρεπορτάζ. Αλλά δυστυχώς ο κόσμος έχει μια άλλη εικόνα.

Οι στίχοι σας είναι βιωματικοί;
Είναι βιωματικοί ναι. Και μικρότερος που έγραφα και τα τελευταία χρόνια που το ξανάπιασα. Μέχρι πριν από λίγο καιρό που άρχισα να το βλέπω και κάπως αλλιώς. Δηλαδή συνήθως έγραφα πράγματα που έχω ζήσει και που αισθάνθηκα εγώ ο ίδιος. Τώρα έχω αρχίσω να γράφω και λίγο βιωματικά μεν αλλά εξ αντανακλάσεως δηλαδή από το βίωμα ενός φίλου μου, από μια ταινία που είδα, από ένα βιβλίο που διάβασα, από μια φράση που είδα και μου άρεσε και ήθελα πάνω σε αυτή να χτίσω σε κάτι. Αλλά ναι το «Σημάδι» ήταν βιωματικό, ήταν κάτι που είχα γράψει πριν δυο-τρία χρόνια και έφτασε στα χέρια του Λαυρέντη πριν από κανένα χρόνο. Είμαι τυχερός γιατί άλλα τραγούδια -και μεγάλα τραγούδια- μπορεί να έχουν μείνει στα συρτάρια και πέντε και δέκα χρόνια. Σε εμένα έγιναν όλα γρήγορα, για αυτό σου λέω αισθάνομαι πολύ ευλογημένος.

Ποιοι θα θέλατε να τραγουδήσουν στίχους σας;
Ανάλογα με τη μουσική που θα μπει. Δεν περιχαρακώνομαι. Στα άκρα νομίζω δεν θα πήγαινα ποτέ δηλαδή είτε από τη μια πλευρά, προς το λαϊκό άκρο, είτε προς πολύ ειδικά ακούσματα. Αλλά το πεδίο είναι ευρύ. Δεν ξέρεις σε ποια χέρια θα πέσουν οι στίχοι σου, γιατί είναι και μια διαδικασία που σου ζητάνε κάποιοι να τα δουν, μπορεί να τα δείξουν σε άλλους, μπορεί εσύ να τα δώσεις σε έναν καλλιτέχνη του «εντέχνου» και να φτάσει σε έναν ποπ καλλιτέχνη ο οποίος  να βάλει μια μουσική που να σου αρέσει. Οπότε δεν περιχαρακώνομαι πολύ. Νομίζω επίσης ότι οι στίχοι μου δεν ταιριάζουν σε κάποια είδη μουσικής. Αλλά εγώ όπως το σκέφτομαι μπορεί να άκουγα ένα τραγούδι μου τραγουδισμένο από τη Νατάσα Θεοδωρίδου και κάποιο άλλο από τον Μίλτο Πασχαλίδη ή από ένα συγκρότημα πιο ποπ όπως οι Onirama.

Θα βγάλετε κι άλλα τραγούδια;
Ναι υπάρχουν κι άλλα τραγούδια που «κυοφορούνται» αλλά δεν θέλω να πω ακόμα συντελεστές κλπ. Είναι πολύ νωρίς. Κάποια έχουν πάρει μια πρώτη μορφή ηχογράφησης αλλά θέλουν δουλειά ακόμα, ενορχήστρωση, να βγουν την κατάλληλη περίοδο. Αλλά ναι υπάρχουν ναι τρία-τέσσερα στα σκαριά που όσον αφορά τη μελωδική τους γραμμή είναι έτοιμα.

*Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Γιάννη Κυφωνίδη