Την ιστορία του κοριτσιού που πήρε το όνομά της από έναν χαρακτήρα σε ένα βιντεοπαιχνίδι, μπορεί και να την έχεις διαβάσει. Η Βιολέτα Σαραφιανού χρειαζόταν εξαρχής ένα ψευδώνυμο και εγένετο...Nalyssa Green. Από το 2010 μέχρι και σήμερα, έχουν μεσολαβήσει για εκείνη δύο αγγλόφωνα άλμπουμ, ενώ το τελευταίο που ονομάζεται «Μπλουμ» και πειραματίζεται με τον ελληνικό στίχο έχει ήδη αποσπάσει ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Σήμερα, μοιράζει τον χρόνο της μεταξύ τραγουδοποιίας -όπως την χαρακτηρίζει, σύνθεσης μουσικής για θεατρικές παραστάσεις, αλλά και dj sets. Κάπου στο ενδιάμεσο, βρήκε χρόνο να μου διηγηθεί την πιο πρόσφατη δισκογραφική της περιπέτεια. 

Στο «Μπλουμ», μου άρεσε πολύ το κρυμμένο λογοπαίγνιο της πτώσης, της βύθισης, αλλά και της άνθισης που σημαίνει αντίστοιχα η λέξη Bloom στα αγγλικά. Δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο στόχο για αυτό το άλμπουμ. Τα κομμάτια σιγά σιγά μου έρχονταν και όταν μαζεύτηκαν αρκετά, ήταν ξεκάθαρο ότι αποτελούσαν μία ενότητα και ότι θα έπρεπε να γίνουν ένας δίσκος.

Μετά το «The Seed» του 2012, είχα μερικά αγγλόφωνα κομμάτια που έφταναν για τον επόμενο αγγλόφωνο δίσκο, αλλά κάπως η ζωή τα έφερε έτσι ώστε να μην γίνει αυτό το βήμα. Είχα μερικές ακόμη υποχρεώσεις πέραν της τραγουδοποιίας δηλαδή, που μπορεί να έπαιξαν τον ρόλο τους. Πάντως, τα περισσότερα από τα τραγούδια του «Μπλουμ» που έχουν ελληνικό στίχο τα έγραψα το 2015 και από τότε φτιάχνονταν. Πέρασε ο καιρός χωρίς να το καταλάβουμε.


Φωτογραφία: Μαρίζα Καψαμπέλη

Γενικά παίρνω τον χρόνο μου. Γράφαμε τον δίσκο δύο χρόνια περίπου ανάλογα με το πώς νιώθαμε, όχι σε καθημερινή βάση. Βέβαια, δεν είναι ακριβώς diy, γιατί παρόλο που δεν χρησιμοποιήσαμε πολύ στούντιο, ο παραγωγός μου είναι επαγγελματίας και καλώς ή κακώς κι εγώ έχω πίσω μου εμπειρία χρόνων. Το diy όντως σε εμάς έχει την έννοια του χειροποίητου, όχι του ερασιτεχνικού.

Η ηχογράφηση δε μου είναι ευχάριστη, οπότε συνήθως πηγαίνω σε ωραία μέρη ή κάπου σπιτικά, την κάνω με ανθρώπους που αγαπώ. Θέλω να είναι πιο ελεγχόμενο «γλυκό», η εκάστοτε διαδικασία λειτουργεί διαφορετικά για τον καθένα. Δηλαδή θα μπορούσε και με έναν άλλο τρόπο να υπάρχει πολλή αγάπη σε έναν δίσκο. Το να το κάνεις εκτός επαγγελματικών χώρων και με έναν τρόπο πιο οικείο και ζεστό, πιστεύω πως προσφέρει στο αποτέλεσμα. Το αντίθετο με τρομάζει πάρα πολύ και δε μπορώ να αποδώσω. Στο live από την άλλη, δεν έχω πρόβλημα. 

Υπάρχουν κι άλλοι καλλιτέχνες που ξεκίνησαν από τον αγγλόφωνο στίχο και κάποια στιγμή αποφάσισαν ότι θέλουν να μιλήσουν στην μητρική τους γλώσσα. Προσωπικά ανέκαθεν μου άρεσε το ελληνικό τραγούδι, άκουγα δηλαδή και είχα κάνει αρκετές απόπειρες τα τελευταία χρόνια να γράψω κι εγώ, όχι με ιδιαίτερη επιτυχία ούτε με ιδιαίτερη ζέση. Πώς έγινε το κλικ; Υποψιάζομαι ότι έχει να κάνει και με την συνεργασία μου με τον Μανώλη Φάμελλο πριν από 4 χρόνια που κάναμε μία σειρά συναυλιών μαζί, οπότε μπήκα στην διαδικασία να τραγουδήσω ελληνικά και αυτό μάλλον κάτι ξύπνησε μέσα μου.

Εκτός από το ότι υποκειμενοποιούνται πιο εύκολα, όταν μιλάς αγγλικά στο ελληνικό κοινό είναι σα να φοράς μια μάσκα, έχεις μια ασφάλεια, μια απόσταση. Στα ελληνικά αυτό δεν υπάρχει, τελείωσε. Δεν μπορείς να καλυφθείς από πουθενά, λες κάτι και ο άλλος το ακούει στην γλώσσα που μιλάει μέσα στο κεφάλι του. Οπότε από τη μία δεν είναι πολύ βολικό γιατί εκτίθεσαι αρκετά ξαφνικά, αλλά από την δημιουργική πλευρά είναι πολύ πιο έντονο.

Στην προσωπική μου ζωή, είμαι αρκετά φλύαρη και έχω αρκετούς φίλους. Και στα τραγούδια ακόμα, λέω, λέω λέω… Μόνο οι τίτλοι των τραγουδιών μου είναι μικροί.Σκεφτόμουν μήπως έπρεπε να βάλω παραπάνω λέξεις, ασχολήθηκα λίγο με αυτό, αλλά κατέληξα στο ότι ήταν κάπως ξεκάθαροι εξαρχής. Ο τίτλος πάντως, είναι πάρα πολύ σημαντικός για να φτιάξεις μία βάση. Είτε με πολλές είτε με λίγες λέξεις, σίγουρα κατευθύνεις τον ακροατή.

Το πρώτο κομμάτι του «Μπλουμ», το «Αιγάλεω» είναι πιο παλιό. Περνούσα πάντα από το Αιγάλεω, είναι μια εικόνα που την έχω. Μ’ αρέσει η γειτονιά του, η λέξη σαν λέξη, το βουνό από πίσω…Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα τραγούδια ήρθαν μέσα σε ένα καλοκαίρι, ήταν σα να άνοιξε η βρύση. Πίσω από την σειρά συνειδητά δεν υπάρχει κάποια γενική ιστορία, ασυνείδητα δεν το αποκλείω.  Αυτό άλλωστε, μου αρέσει πάρα πολύ σε ό,τι έχει να κάνει με την τέχνη. Ο καθένας βρίσκει, διαβάζει την δική του ιστορία μέσα σε αυτήν. Δε με ενδιαφέρει να κάνω κάτι απόλυτα σαφές και ξεκάθαρο. Το μαγικό είναι να μπορέσει να ξυπνήσει καινούργια πράγματα ή πράγματα που συνέβησαν κάποτε. Δεν κάνω όμως τίποτα επίτηδες.

Δεν κινούμαι αποκλειστικά σε χαμηλά bpm, νομίζω πως είμαι κάπου στη μέση. Τα κομμάτια μου είναι κυρίως mid tempo, εκτός από δυο τρεις μπαλάντες. Δεν είναι rave ή psychedelic, αλλά νομίζω ότι έχω αρκετά γρήγορα και δυναμικά κομμάτια επίσης. Προφανώς, δεν κάνω χορευτική μουσική, τα πολλά bpm δεν είναι η φάση μου.

Δεν μου έχουν πει ότι είμαι η θηλυκή έκδοση των Stereo Nova, όχι. Κάτι σχετικό διάβασα την πρώτη εβδομάδα που βγήκε ο δίσκος. Εννοείται πως είναι πολύ μεγάλη μου τιμή να με βάζει κάποιος στην ίδια πρόταση με τους Stereo Nova. Κατά τη δική μου άποψη δεν υπάρχει κάτι πάρα πολύ συγγενικό στη μουσική μας, εκτός από την γενικότητα του ελληνικού στίχου με μία πιο εναλλακτική και μοντέρνα προσέγγιση. Γενικά όμως πιστεύω πως οι Stereo Nova είναι από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες που έχει βγάλει η Ελλάδα. Στον Κωνσταντίνο Βήτα έχω μία λατρεία απερίγραπτη.
 

Κατά καιρούς μου έχουν πει ότι θυμίζω διάφορους καλλιτέχνες, μερικούς δεν τους έχω ακούσει καν. Δεν είναι άσχημο να θυμίζεις κάτι σε κάποιον, ειδικά αν είναι κάτι που τον αφορά. Συνήθως μου λένε τους Mazzy Star, αν και δεν έχω ασχοληθεί καθόλου με την μπάντα. Ίσως επειδή η φωνή μου είναι κάπως γλυκιά και πρίμα.

Επιτυχία είναι λίγο από όλα όσα μου ανέφερες: Να ζεις από τη μουσική, να κάνεις τη μουσική και τα lives που θέλεις, να έχεις youtube views και streams, να έχεις αναγνωρισιμότητα. Θα ήθελα να τα έχω όλα αυτά, ποιος δεν θα το ήθελε; Ευτυχώς, λογοκρισία στη μουσική δεν έχω ζήσει, κάνω αυτά που θέλω. Προφανώς θέλω να με ακούει ο κόσμος, να τον αφορά αυτό που κάνω και να υπάρχει εξέλιξη. Είμαι πολύ τυχερή που η δουλειά μου έχει να κάνει με την τέχνη που υπηρετώ: Γράφω μουσική για το θέατρο και το βρίσκω εξίσου δημιουργικό.

Η μουσική που κάνω δεν είναι εμπορική και άρα ξεκινάει με περισσότερες δυσκολίες. Από την άλλη γενικότερα η μουσική περνάει μία άχαρη περίοδο κατά την οποία έχουν ξεπεραστεί τα παλαιότερα format και δεν έχουμε περάσει εξ ολοκλήρου στα επόμενα. Δηλαδή το cd δεν πουλάει, και στην Ελλάδα τουλάχιστον δεν έχουμε τη νοοτροπία ότι πρέπει να πληρώσουμε αυτό που ακούμε διαδικτυακά. Ωστόσο πιστεύω πως αυτό θα φτιάξει στο μέλλον.

Θα με ενδιέφερε πολύ να γράψω μουσική για ταινίες, να δουλέψω με εικόνα και ήχο. Τώρα που μου το είπες μου ήρθε η Σοφία Κόπολα στο μυαλό. Έχει μία αισθητική και ένα δικό της «σύμπαν» που πιστεύω ότι θα ταίριαζε η μουσική μου εκεί.

Για την ώρα, έχω δύο παραστάσεις μέσα στον Δεκέμβριο που δουλεύω την μουσική τους. Στις 24 Νοεμβρίου θα κάνω το live της επίσημης παρουσίασης του «Μπλουμ» στο Ρομάντσο. Θα πούμε από κοντά τα υπόλοιπα, έτσι;