Πρόσφατα έλαβα το cd των Balthazar στο γραφείο και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι αυτό το άλμπουμ θα αγαπηθεί πολύ από το ελληνικό ραδιόφωνο. Το είχα δηλαδή ήδη διαπιστώσει ακούγοντας κάτι μήνες πριν το «Fever», αλλά ολόκληρος ο ομότιτλος δίσκος είναι η επιβεβαίωση πως μετά από τέσσερα χρόνια «αγρανάπαυσης», η μπάντα βρίσκεται στην πιο ώριμη και ίσως πιο ευδιάθετη φάση της. «Ποιος περιμένει μέχρι τις 25 Ιουνίου και το Summer Nostos Festival του ΙΣΝ όπου και θα εμφανιστούν;», αναρωτήθηκα. Έτσι, παρότι έχω μία ιδιαίτερη αδυναμία στο έτερο ιδρυτικό μέλος, τον Γίντε, βρέθηκα να μιλάω μέσω Skype με τον Μάρτεν Ντεβόλντερ, εξαιτίας του οποίου μέχρι πρόσφατα σιγοτραγουδούσαμε όλοι μανιωδώς Love's A Stranger. Ολίγος επαγγελματικός αλτρουισμός στην υπηρεσία των αναγνωστών του Reader δηλαδή, για τους ευνόητους λόγους. Λίγο πιο πριν, μου είχε τονισθεί μέσω email να μην εστιάσω στον ίδιο ως Warhausόπως κάνουν οι περισσότεροι δημοσιογράφοι») γιατί ο Γίντε (J. Bernardt) είναι ισότιμος (προφανώς), ενώ εκ των υστέρων έμαθα ότι υπάρχει ένα είδος «άρρηκτης συμφωνίας» μεταξύ τους στους Balthazar, να ερμηνεύει δηλαδή ο καθένας τους αποκλειστικά τους στίχους που γράφει. 

Τώρα που έφυγε η Πατρίσια και είστε μία μπάντα κυριολεκτικά ανδροκρατούμενη, άλλαξε κάτι σε σας;
Δεν πιστεύω ότι επηρέασε τον δίσκο γιατί όπως και στο παρελθόν, πάντα όταν κάνουμε δίσκους με τους Balthazar, αρχικά τους γράφουμε και μετά βρισκόμαστε στο στούντιο για να τους παίξουμε. H Πατρίσια παίζει δηλαδή ακόμη σε αυτόν τον δίσκο. Προφανώς η μεγάλη διαφορά είναι στην περιοδεία. Ήταν στην μπάντα για περίπου 12 χρόνια και από ένα σημείο και μετά σταματάς να σκέφτεσαι στο πλαίσιο του φύλου. Ειδικά αν είσαι φίλος με κάποιον για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι κάτι σαν αδερφή μας πια, και δεν είναι ότι τώρα συμπεριφερόμαστε διαφορετικά επειδή είμαστε όλοι άντρες.

Να σε ρωτήσω γιατί έφυγε;
Είχε να κάνει με τις επιλογές ή τελοσπάντων τις θυσίες που πρέπει να κάνεις όταν είσαι σε μία μπάντα όπως οι Balthazar που κάνουν περιοδείες. Είναι πολύ δύσκολο να το συνδυάσεις με οποιαδήποτε άλλου είδους δουλειά, γιατί παίζουμε σε πάνω από 100 συναυλίες τον χρόνο αν έχουμε κιόλας κυκλοφορήσει όπως τώρα κάποιο δίσκο. Οπότε από ένα σημείο και μετά αισθανόταν ότι θέλει να κάνει κάτι διαφορετικό πια. Μπορώ να την καταλάβω.

Πώς επηρέασαν τους νέους Balthazar τα άλλα μουσικά σας πρότζεκτ, το δικό σου με τους Warhaus και του Γίντε ως J.Bernardt;
Νομίζω πως εξαιτίας αυτών των πρότζεκτ λειτουργούμε τώρα στην περιοδεία σαν καλοκουρδισμένη μηχανή. Τα χρησιμοποιήσαμε για να διευρύνουμε τους ορίζοντές μας ή επειδή ξεκινήσαμε από το μηδέν σε αυτά ήταν πολύ απελευθερωτικά κατά κάποιο τρόπο. Τα πάντα έμοιαζαν πιθανά και πάλι για εμάς, αισθάνεσαι πιο ελεύθερος. Αυτό το μικρό διάλειμμα που κάναμε στο ενδιάμεσο και ξαναβρεθήκαμε πριν από περίπου έναν χρόνο για τον καινούργιο δίσκο ήταν σα νέα αρχή. Όλο αυτό έφερε μια πιο παιχνιδιάρικη διάθεση και περισσότερο ανοιχτό μυαλό στον καινούργιο δίσκο. 

Άρα αυτό σημαίνει και ο τίτλος «Fever» στον δίσκο; Ότι είστε πολύ ενθουσιασμένοι με τη νέα αρχή;
Ναι, έχει να κάνει με τον ενθουσιασμό, την έξαψη αλλά και με το ότι ανεβάσαμε τη θερμοκρασία, γιατί πιστεύουμε ότι είναι ένας «θερμός», ευχάριστος, groovy δίσκος. Φλερτάρει πολύ με τα αφρικανικά κρουστά, είναι πιο funky, οπότε κάπως έτσι βγάζει νόημα.

Με πρόλαβες, ήθελα να σε ρωτήσω τί συνέβη και το «Fever» μου ακούγεται λίγο πιο funky από ό,τι σας έχουμε συνηθίσει.
Πιστεύω πως κάθε νέος δίσκος λειτουργεί σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία με ό,τι έκανες πριν από αυτόν, οπότε ναι ίσως επειδή προηγήθηκαν οι σόλο προσπάθειές μας ως πιο «μοναχικές» και εσωστρεφείς διαδικασίες μας έβαλαν να σκεφτούμε περισσότερο τί σημαίνουν οι Balthazar για εμάς. Διαπιστώσαμε λοιπόν ότι οι Balthazar είναι ένα τσούρμο από ανθρώπους που αν τους βάλεις σε ένα δωμάτιο να φτιάξουν μουσική δημιουργούν ένα είδος υπέροχης ενέργειας και γι’ αυτό θέλαμε αυτός ο δίσκος να είναι πιο εξωστρεφής, να ακούγεται σαν «γιορτή».

Πώς και επιλέξατε αυτό το εξώφυλλο στο άλμπουμ; Έχει να κάνει με τα αφρικανικά στοιχεία που λέγαμε πριν;
Ναι αυτό είναι το ένα. Επίσης μας άρεσε πως είναι μια ομάδα από σκύλους, που ποζάρουν σα να είναι συγκρότημα. Θεωρήσαμε ότι είναι αστείος ο συσχετισμός και φυσικά μας άρεσε η εικόνα, τα χρώματα και αυτό που αισθανθήκαμε όταν την είδαμε. Έχει να κάνει με τη φύση, δεν υπήρχε τίποτα επιτηδευμένο ή ψεύτικο σε αυτήν.

Παρατήρησα στο μεταξύ, την ύπαρξη της λέξης wrong σε δύο τίτλους τραγουδιών (Wrong Vibration- Wrong Faces). Είναι τυχαίο; Ή υποβόσκει κάποιου είδους διεργασία για λάθη του παρελθόντος;
Χμμ… Μάλλον είναι σύμπτωση… Δεν ξέρω. Ίσως μπορείς να πεις ότι κάπως ειρωνικό, ειδικά στις μέρες μας δεν προϋπάρχουν οι λανθασμένες αποφάσεις, απλά συμβαίνουν.

Οπότε τί σημαίνει Wrong Vibration;
Το τραγούδι γράφτηκε γιατί ήμουν σε ένα ραντεβού με μία κοπέλα και ήταν κάπως πολύ «στημένη», καθώς πρέπει. Αισθανόμουν απέναντί της πως ok, έχεις καλές προθέσεις, αλλά είσαι τόσο αυστηρή που χαλάς την όλη διάθεση. Πρέπει να αφήνεις τον άλλον να κάνει λάθη και να συμπεριφέρεται λίγο χαζά. Το μήνυμα είναι ότι μπορεί να προσπαθείς να ζεις τη ζωή σου όσο πιο ενάρετα γίνεται, αλλά μερικές φορές σκοτώνεις την «ποίηση» που υπάρχει σε αυτήν.

Εντάξει, το κορίτσι μπορεί να ήταν αγχωμένο που βγήκε μαζί σου!
Μπα… Δε νομίζω.

Κατά κάποιο τρόπο προβλέπεις τις ερωτήσεις μου, γιατί θα σε ρωτούσα πόσο αυτοβιογραφικά είναι τα τραγούδια σας και αν θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μου κάποια ιστορία… Μένουμε λοιπόν στο Wrong Vibration ή έχεις κι άλλη να μου πεις;
Νομίζω πως όλα μας τα τραγούδια είναι αυτοβιογραφικά κατά μία έννοια. Πάντα γράφαμε σε σύνδεση με τις ζωές μας. Κι ο αγαπημένος μου φίλος Γίντε που επίσης γράφει τραγούδια στο άλμπουμ έχει βάλει μέσα 3-4 που έχουν να κάνουν με χωρισμό γιατί χώρισε τον προηγούμενο χρόνο με την κοπέλα του και αυτά ξέρεις, καταλήγουν πάντα σε ένα άλμπουμ. Οπότε ναι, είναι πολύ προσωπικά όλα. Ή το Changes είναι γραμμένο για μένα και την απληστία μου μέσα στη ζωή. Ξύπνησα μια μέρα με χανγκόβερ και είπα ότι πρέπει να σταματήσω να πίνω και οι φίλοι μου μου είπαν «Μάρτεν πάντα αυτό λες και δεν το κάνεις. Ή το κάνεις ή σταματάς να παραπονιέσαι για αυτό». Οπότε μετά έγραψα το Changes που λέει ότι είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι μέσα στην ανισορροπία μας.

Μεταξύ σας έχουν υπάρξει στιγμές… Wrong Vibration;
Είμαστε πολύ ήρεμοι άνθρωποι, δεν το έχουμε με τις διαμάχες. Επειδή είμαστε μαζί τόσα πολλά χρόνια και ξέρουμε ο ένας τον άλλον καλά -άσχετα αν σεβόμαστε ο ένας την ιδιωτικότητα του άλλου- δε μαλώνουμε γενικά.

Και τελικά σε ποιον αρέσουν τα «Grapefruit»; Ή ήταν κι αυτό κάποια γλυκόπικρη εμπειρία;
Βασικά είναι παράδειγμα του πώς κάτι εντελώς άσχετο ή εντελώς αστείο μπορεί να καταλήξει να γίνει τραγούδι. Η κουβέντα που σου έλεγα πριν με εκείνο το κορίτσι; Νομίζω πως είχε πάρει ναρκωτικά και μιλούσε πάρα πολύ, οπότε το χρησιμοποίησα στο τραγούδι. Θα μπορούσε να μιλάει για οτιδήποτε άλλο, αλλά ήταν το… γκρέιπφρουτ το μόνο που θυμόταν.

Ποιο τραγούδι από το Fever πιστεύεις ότι θα είναι το νέο Bunker; Τόσο επιτυχημένο εννοώ.
Δεν ξέρω τί παίζει στα ραδιόφωνα εκεί, αλλά το Fever για εμάς είναι κλασσικό Balthazar. Είναι από τα αγαπημένα μας τραγούδια όταν παίζουμε σε live και μπορούμε να καταλάβουμε ότι θα έχει διάρκεια. Μετά είναι και το I’m Never Gonna Let You Down Again…
 

Ποιο τραγούδι των Warhaus και ποιο τoυ J. Bernardt θα μπορούσε άνετα να «σταθεί» ως τραγούδι των Balthazar;
Μερικές φορές το αποτέλεσμα δεν είναι τόσο διαφορετικό, δηλαδή κάποιο τραγούδι των Warhaus θα μπορούσε να είναι σε δίσκο των Balthazar, απλά η διαδικασία μέχρι να το γράψεις είναι εντελώς διαφορετική. Το Memory των Warhaus θα μπορούσε να είναι στο άλμπουμ Thin Walls. Αντίστοιχα το The Other Man από J. Bernardt που μου άρεσε πάρα πολύ και ενοχλήθηκα (γέλια) που δε μπήκε σε δίσκο των Balthazar. Είναι ωραίο πάντως να υπάρχει αυτή η «υγιής» ζήλεια.

Αν υπάρχει κάποιου είδους σύνδεση με σένα, τον Γίντε και τον Σάιμον, ποιος είναι ο καλός, ποιος ο κακός και ποιος ο άσχημος;
Χμμμ. Θα μου άρεσε να είμαι εγώ ο άσχημος. Όσο για τον καλό και τον κακό, μας αρέσει να αλλάζουμε μία στο τόσο ρόλους.

Με ποιον αγαπημένο σας καλλιτέχνη θα αισθανόσουν άνετα να συνεργαστείτε ως μπάντα;
Δεν είχα ποτέ την ανάγκη να συνεργαστούμε με κάποιον άλλο. Βασικά αν είμαι θαυμαστής κάποιου θα ήταν κάπως τρομακτικό για μένα να δουλέψω μαζί του. Ας πούμε είμαι μεγάλος φαν του Μπομπ Ντίλαν, του Λέοναρντ Κοέν και του Ντέιβιντ Μπόουι, αλλά ήδη οι δύο από αυτούς έχουν πεθάνει. Και πραγματικά δεν ξέρω τί θα τους έλεγα αν ποτέ τους συναντούσα.

Στο μεταξύ δεν είναι λίγοι εκείνοι που σε συγκρίνουν κατά καιρούς με τον Λέοναρντ Κοέν…
Είναι τεράστια επιρροή για μένα, τον λατρεύω. Οπότε ναι, πρέπει να υπάρχει κάτι από αυτόν στους Warhaus τουλάχιστον. Ωστόσο, είναι πολύ σημαντικό να έχεις τον δικό σου ήχο και να γράφεις τα δικά σου τραγούδια. Θα ήμουν ένας σκατένιος Λέοναρντ Κοέν, νομίζω ότι μπορώ να είμαι καλός μόνο ως Μάρτεν Ντεβόλντερ.

Το λες και λίγο κολακευτικό.
Κάποιες φορές ναι, κάποιες άλλες ενοχλητικό γιατί θες να είσαι ο εαυτός σου.

Αν είχατε την ευκαιρία να κάνετε μία διασκευή σε μία κλασσική επιτυχία, ποιο τραγούδι θα «πείραζες»;
Ίσως το I don’t wanna miss a thing των Aerosmith. Ο μπασίστας μας το τραγουδάει πάντα στα karaoke και είναι πραγματικά καλός!

Και κάτι τελευταίο, τί θα προτιμούσες; Να προβληματίζεται και να σκέφτεται λίγο παραπάνω κάποιος ακούγοντας τα τραγούδια σας ή απλά να περνάει καλά με αυτά;
Η μουσική μπορεί να είναι κάπως περίπλοκη και όντως να δημιουργεί ερωτηματικά, αλλά πιστεύω πως στην ουσία της θα πρέπει να παρηγορεί τους ανθρώπους. Αν πρόκειται για κάποιο λυπητερό τραγούδι, να μπορείς να ταυτιστείς μέσα στη λύπη σου ή αντίστοιχα σε ένα χαρούμενο τραγούδι που μπορείς να χορέψεις με αυτό να μπορείς να ανακουφιστείς και να γιορτάσεις τη ζωή!

*Οι Balthazar κυκλοφόρησαν το τέταρτο κατά σειρά άλμπουμ τους με τίτλο «Fever» στις 25 Ιανουαρίου και ετοιμάζονται να επισκεφθούν την Ελλάδα στις 25 Ιουνίου στο πλαίσιο του Summer Nostos Festival του ΙΣΝ. Μέχρι τότε, άκουσέ το ολόκληρο εδώ: