Είναι από εκείνες τις λίγες φωνές της σύγχρονης ελληνικής μουσικής σκηνής που δεν ακολουθούν την πεπατημένη της εμπορικής λαϊκοπόπ. Γι' αυτό και η ανακοίνωση της ελληνοκαναδής Κατερίνας Ντούσκα (Katerine Duska όπως συστήνεται) από την κρατική τηλεόραση για την εκπροσώπηση της Ελλάδας στη φετινή Eurovision είναι πραγματικά μία ευχάριστη έκπληξη. Χωρίς να έχω ιδέα για αυτό το ενδεχόμενο την προσέγγισα τον περασμένο Αύγουστο για να μιλήσουμε μεταξύ άλλων και για την επερχόμενη δισκογραφική της δουλειάς. Ιδού λοιπόν η κουβέντα μας, που από τη soul και τον Αττίκ κατέληξε ως δια μαγείας στο... ρεμπέτικο.

Με έχεις μπερδέψει λίγο. Σε έχουμε ακούσει σε δικά σου κομμάτια που έχουν έντονο το στοιχείο της soul και η τελευταία σου διασκευή είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Τι συμβαίνει;
Αυτό που κάνω είναι εναλλακτική pop, indie pop δηλαδή, πειραματίζομαι αρκετά ηλεκτρονικούς ήχους που μου αρέσουν πάρα πολύ, οπότε και στα ελληνικά η διασκευή που έκανα στο «Από μέσα πεθαμένος» του Αττίκ είχε παρόμοια προσέγγιση. Αν έκανα έναν ελληνικό δίσκο, δεν θα άλλαζα το ύφος μου.

Βέβαια, στην Ελλάδα pop κάποιοι χαρακτηρίζουν και το ελαφρολαϊκό ή μέχρι και την Πέγκυ Ζήνα σε παλιά της τραγούδια.
Γι’ αυτό είπα εναλλακτική pop. Προσωπικά όταν αναφέρομαι στην pop εννοώ στο πώς δομείται ένα τραγούδι. Μία pop δομή είναι μία κατανοητή δομή. Αντίστοιχα, τραγούδια της Πέγκυς Ζήνα μπορεί να έχουν μία παρόμοια δομή με τραγούδια μιας ξένης τραγουδίστριας ή ακόμη και του Μάικλ Τζάκσον. Από κει και πέρα σε κάθε είδος υπάρχουν μικρές διακλαδώσεις, οπότε στην Ελλάδα αυτό που θεωρείται pop έχει και λαϊκά στοιχεία, αλλά αυτό είναι χαρακτηριστικό μας. Η pop μουσική κάθε χώρας όμως, έτσι κι αλλιώς από κάτι ορίζεται.

Πάντως, περίμενα αντί για pop να μου πεις ότι τείνεις περισσότερο προς τη soul.
Η μουσική μου έχει soulful στοιχεία, ισχύει αυτό που λες. Ελληνική soul μουσική βέβαια, δεν υπάρχει. Ίσως να ΄ναι τα ρεμπέτικα… δεν ξέρω…

Τι σχέση μπορεί να έχει δηλαδή το ρεμπέτικο με τη soul;
Αν μπορούσαμε να αποκωδικοποιήσουμε τι είναι η soul μουσική που έχει αυτό το πολύ πηγαίο στοιχείο, πρακτικά, με πολλή φαντασία και σε μία ευρεία έννοια θα μπορούσε να είναι κατά κάποιο τρόπο στην ελληνική του εκδοχή το ρεμπέτικο. Εκφράζει ένα παλιό λαϊκό συναίσθημα, vintage, με πόνο. Μπορεί να είναι και εντελώς αυθαίρετο αυτό που λέω, αλλά…

Έτσι όπως μου το περιγράφεις, βλέπω κι εγώ τον συσχετισμό.
Πάντως, ελληνική soul δεν υπάρχει. Και εννοώ ελληνόφωνη soul, Έλληνες καλλιτέχνες που τραγουδούν, επηρεάζονται από αυτήν και την αναπαράγουν φυσικά και υπάρχουν. Κι εγώ έχω επηρεαστεί πάρα πολύ και έχω ακούσει άλλο τόσο στη ζωή μου. Είναι ένα είδος καθαρά αμερικανικό, όπως και το ρεμπέτικο δεν υπάρχει πουθενά αλλού.

Έχεις παρατηρήσει ότι γίνεται μία «ανακύκλωση» στα είδη μουσικής που γίνονται μόδα και δη στα μαγαζιά διασκέδασης; Ας πούμε πριν μερικά χρόνια ήταν πολύ στη μόδα το r’n’b, ύστερα το pop rock, μετά το λαϊκό και μετά ξαναπάμε από την αρχή…
Αυτό που μου περιγράφεις είναι παγκόσμιο φαινόμενο.

Και σε τι φάση πιστεύεις ότι είμαστε τώρα;
Η Ελλάδα είναι αρκετά σταθερή. Υπάρχουν ας πούμε κάποιοι ραδιοφωνικοί σταθμοί που τις τελευταίες δύο δεκαετίες παίζουν τις ίδιες ακριβώς playlists. Υπάρχουν φυσικά και πολλοί αξιόλογοι προφανώς. Είμαστε η χώρα που θα ακούσεις καθημερινά σχεδόν ένα κλασικό πια κομμάτι του ’90, σα να μην πέρασε μια μέρα. Πιστεύω πως σήμερα έχει γίνει μία στροφή προς το vintage ελληνικό. Πριν λίγα χρόνια είχαμε ένα swing ρεύμα, γενικά υπάρχει μία πάρα πολύ ωραία jazz σκηνή με φοβερούς μουσικούς και προφανώς έχουν επηρεάσει αρκετά και τον συνολικό ήχο της χώρας προς jazz και funk μονοπάτια. Ωστόσο, νομίζω πως τώρα βρισκόμαστε στο vintage ελληνικό. Πχ παλιού ελληνικού κινηματογράφου μουσική.

Έτσι δηλαδή προέκυψε για σένα η διασκευή στον Αττίκ;
Όχι, καμία σχέση. Άλλωστε η διασκευή δεν είναι καθόλου vintage, αλλά πολύ ηλεκτρονική. Μου το αφιέρωσε ένας δικός μου άνθρωπος και το ερωτεύτηκα γιατί δυστυχώς δεν το γνώριζα. Παρατήρησα ότι δεν είναι καθόλου γνωστό, έχουν γίνει μόνο δύο εκτελέσεις, η πρωτότυπη και αυτή της Αρλέτας. Και εκεί που ετοιμαζόμασταν να κυκλοφορήσουμε ένα EP που θα ήταν κάτι σα συνέχεια του τελευταίου μου δίσκου, με τραγούδια του σε άλλες μείξει και ενορχηστρώσεις, είπαμε να βάλουμε και αυτό που έτσι κι αλλιώς το παίζαμε στα live και είχε μία πολύ ζεστή ανταπόκριση από τον κόσμο. Είναι το πρώτο τραγούδι που με ενέπνευσε να τραγουδήσω στα ελληνικά. 

Υπάρχει ακόμα κάτι που διστάζεις να «αγγίξεις» και να το διασκευάσεις;
Δε μπορώ να σκεφτώ κάτι. Ωστόσο δε μου αρέσει να κάνω διασκευές που δεν έχουν κάτι να προτείνουν. Από οποιονδήποτε καλλιτέχνη. Για να διασκευάσω βέβαια κάτι, θα πρέπει να βρω και κάποια κοινά στοιχεία. Δε θα μπορούσα να διασκευάσω ένα νεολαϊκό τραγούδι γιατί δε μπορώ να δω καθόλου εμένα μέσα σε αυτό. Δεν είναι θέμα ελιτισμού, απλά σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να το κατανοείς το κομμάτι. Νιώθω πάντως ενοχικά αν η διασκευή που θα κάνω δεν έχει μία πρόταση, θέλω να μπαίνει στο πρόγραμμά για παράδειγμα των live μου σα να είναι ένα από τα δικά μου τραγούδια.
  

Σε ρωτάω για τις διασκευές γιατί ειδικά τα τελευταία 3-4 χρόνια γίνονται συνέχεια και μάλιστα κάποιοι τις αποδίδουν σε έλλειψη έμπνευσης...
Με θλίβει που το λέω, αλλά θεωρώ ότι σαν λαός έχουμε μία δυσκολία με το πρωτότυπο υλικό. Και είναι πρωτότυπο φαινόμενο. Πολύς κόσμος πηγαίνει σε συναυλίες και αν δεν ακούσει υλικό που γνωρίζει, δυσκολεύεται να παρακολουθήσει ένα ολόκληρο πρόγραμμα με καινούργια τραγούδια. Οπότε οι περισσότεροι καλλιτέχνες, αισθάνονται την ανάγκη να συμπεριλάβουν απλώς μερικά τραγούδια που είναι γνωστά για να έχει ροή και αποδοχή το live. Προσωπικά προσπαθώ να επιμένω σε έναν μεγάλο αριθμό πρωτότυπων τραγουδιών γιατί εν μέρει μόνο μπορεί κάποιος να σε γνωρίσει μέσα από μία διασκευή. Αν είσαι τραγουδοποιός κιόλας είναι πάρα πολύ σημαντικό να ακούσει τα πρωτότυπά σου τραγούδια ο κόσμος για να καταλάβει ποιος είσαι.

Είναι τεράστια αλήθεια αυτό που λες.
Στο εξωτερικό οι διασκευές είναι σχεδόν παρεξηγήσιμες. Είναι διαφορετικό να διασκευάσεις ένα κομμάτι που αγαπάς και να το κάνεις κυριολεκτικά δικό σου. Στην Ελλάδα αυτό το έχουμε χάσει λίγο, αλλά χαίρομαι που ευτυχώς υπάρχουν αρκετοί καλλιτέχνες που επιμένουν στα lives τους να παίζουν νέα μουσική.   

Εδώ το κοινό δυσανασχετεί όταν ξένοι καλλιτέχνες σε συναυλίες τους περιορίζονται κυρίως στα τραγούδια του νέου τους άλμπουμ!
Καταλαβαίνεις πως αν συνεχίσουμε έτσι με αυτούς τους ρυθμούς θα «πεθάνει» το πρωτότυπο υλικό και απλά θα διεκπεραιώνουμε... 

Ετοιμάζεις καινούργιο υλικό αυτήν την περίοδο;
Με έχεις πετύχει σε μία πολύ δημιουργική φάση, έχω αφήσει επίτηδες ένα χρονικό διάστημα να περάσει από την τελευταία μου δισκογραφική δουλειά, γιατί θέλω να είναι εμφανής η εξέλιξη στην επόμενη, να έχω κάτι να πω. Είμαι συνέχεια σε στούντιο, σε πρόβες και ανυπομονώ για την ολοκλήρωση, αλλά και να παρουσιάσω τα τραγούδια για πρώτη φορά στο live μου στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής τον Σεπτέμβριο.   

Την προηγούμενη φορά που σου είχα τηλεφωνήσει, βρισκόσουν στο Λονδίνο. Τι έκανες εκεί;
Έκανα μία συναυλία με την Ειρήνη Σκυλακάκη, μία από τις πιο ωραίες συναυλίες που έχω κάνει στη ζωή μου. 

Έχεις παίξει και αλλού έξω;
Ναι, έχουν έρθει διάφορες προτάσεις. Έχω παίξει στο Βέλγιο, στη Βουλγαρία, σε διάφορα μέρη. Πέρυσι ξεκίνησα τα lives στο εξωτερικό και θέλω να τα «διεκδικώ» όσο μπορώ. 

Αν είχες μείνει στον Καναδά όπου μεγάλωσες, πιστεύεις πως θα είχε γρηγορότερη εξέλιξη η επαγγελματική σου πορεία; 
Δε μπορώ να το ξέρω αυτό. Η Ελλάδα όμως, δίνει μερικές ευκαιρίες που είναι δύσκολο να σου τύχουν. Επειδή είναι μία μικρή αγορά, κατ' επέκταση είναι πιο εύκολο να ξεχωρίσεις. Μπορείς να παίξεις σε μεγάλο κοινό και αυτό είναι κάτι που απολαμβάνει ένα ελάχιστο ποσοστό μουσικών σε όλο τον κόσμο. Εμένα μου τις έχει δώσει αυτές τις ευκαιρίες, οπότε μέσα σε πέντε χρόνια επαγγελματικής ενασχόλησης με τη μουσική έχω τρέξει αρκετά χιλιόμετρα, πολύ σημαντικές εμπειρίες. Εδώ είχα στήριξη από μία εταιρεία, από το ραδιόφωνο, από τα ΜΜΕ, όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά. Δεν ξέρω αν μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα θα τα κατάφερνα αυτά στο Μόντρεαλ. Σίγουρα δεν το παίρνω ως δεδομένο.

Πάντως, άσχετα με την δική σου πορεία, η Ελλάδα δεν είναι πρότυπο αξιοκρατίας...
Ισχύει. Δε φημιζόμαστε για την αξιοκρατία μας... Υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες που βρίσκονται στο προσκήνιο και κάνουν πράγματα, αλλά νιώθουν ότι τους αξίζει ένα καλύτερο «πάτημα» και κοινό. Αυτό δε σταματάει ποτέ, αλλά δε μπορείς να καθορίσεις και το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεσαι. Είναι μία τέχνη που έχει γίνει τρομερά εμπορική, οπότε το να είσαι εσύ καλλιτεχνικά πιστός στον εαυτό σου και να έχεις την απαίτηση να σου βγει οικονομικά, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Επειδή είναι ένας δρόμος πολύ μακρύς για όλους μας με διάφορα σκαμπανεβάσματα, καλό είναι ο καθένας να βλέπει τι δεν κάνει ο ίδιος στον βαθμό που χρειάζεται για να ικανοποιείται. 

Έχουμε βέβαια και μία τάση είτε να εξιδανικεύουμε το εξωτερικό είτε να θεωρούμε εμάς τους καλύτερους στον κόσμο...
Για μένα δεν υπάρχει το ακατόρθωτο. Ό,τι θέλει να πετύχει καθένας έχει να κάνει με το πόσο το πιστεύει και πόση δουλειά και επιμονή δείχνει απέναντι σ' αυτό. Κάποτε δεν το πίστευα. Έλεγα πως κάποια πράγματα πρέπει να τα έχεις, πως είναι τύχη ή κάποιες άλλες συνθήκες. Πια πιστεύω πάρα πολύ στη δουλειά. Αυτό που διαφοροποιεί εκείνον που τα κατάφερε από εκείνον που δεν τα κατάφερε είναι η επιμονή. Οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες που θαυμάζουμε έχουν φάει χιλιάδες απορρίψεις. 

Σκέφτηκες ποτέ να επιστρέψεις στον Καναδά; Ήσουν δεκαέξι όταν ήρθες μόνιμα εδώ. 
Δε σημαίνει ότι επειδή ζω στην Ελλάδα ότι περιορίζομαι εδώ ή ότι θα ακούγομαι μόνο εδώ. Στην εποχή του διαδικτύου δεν υφίσταται αυτό. Όλοι όσοι γράφουμε μουσική, ξέρουμε ότι μπορεί να ταξιδέψει. Τόσοι Έλληνες καλλιτέχνες κάνουν περιοδείες ανά τον κόσμο, ακόμα και με ελληνόφωνο ρεπερτόριο. Ο Καναδάς πάντα θα είναι μία πόρτα ανοιχτή αφού μένει η οικογένειά μου εκεί, είναι το δεύτερό μου σπίτι. Όμως θέλω, να λείπω συχνά από τη βάση μου γιατί η τριβή με διαφορετικά κοινά είναι πολύ σημαντική διαδικασία για την ωρίμανση του κάθε καλλιτέχνη. 

Έχεις εγκλιματιστεί πλήρως δηλαδή εδώ;
Δε νιώθω σα να μεγάλωσα εδώ, σε καμία περίπτωση. Υπάρχουν πράγματα που λατρεύω στην κουλτούρα της Ελλάδας και του Καναδά, είμαι μισή-μισή στην καλύτερη περίπτωση. Συχνά παρέες μου ή η μπάντα μου με πειράζουν για διάφορες συνήθειές μου ή την αντίληψή μου σε διάφορα πράγματα. 

Δηλαδή;
Εδώ στην Ελλάδα υπάρχει ένα politically incorrectness πιο αποδεκτό, πιο διαδεδομένο, οπότε πολύ εύκολα με τσιγκλάνε γιατί δεν έχω την ίδια ανοχή. Σεξιστικά ανέκδοτα ή ας πούμε δε μπορώ να βλέπω κάποιον να πετάει σκουπίδια στον δρόμο και αυτό να είναι νορμάλ. 

Σε σένα τι θα άλλαζες;
Αυτό που θα άλλαζα δεν έχει να κάνει με την καταγωγή μου ή τον τόπο που μεγάλωσα. Είμαι πάρα πολύ αγχώδης και προσπαθώ να το καταπολεμήσω, είμαι πολύ κυκλοθυμική και προσπαθώ να μην αλλάζει εύκολα η ψυχολογία μου. Επίσης, επειδή είμαι πολύ παθιασμένος άνθρωπος, είναι πολύ εύκολο να υπάρχει ένταση στη ζωή μου για το παραμικρό και γι' αυτό θα ήθελα να είμαι λιγότερο «σφουγγάρι» στα εξωτερικά ερεθίσματα. Να μην επηρεάζομαι τόσο, να είμαι πιο ψύχραιμη. 

Πόσο λοιπόν σε επηρεάζει η συνεχής σου σύγκριση με την Έιμι Γουάινχάουζ; Το βλέπω γραμμένο στα σχόλια στο youtube πολύ συχνά. 
Όλοι θα συγκριθούν με κάποιον, ακόμα και στο εξωτερικό. Πάντα θα υπάρχουν δυο τρία ονόματα γνωστών καλλιτεχνών ως αναφορές στο νέο καλλιτέχνη που έβγαλε δίσκο και αυτό είναι αποδεκτό. Είναι τρομερά τιμητικό να με συγκρίνουν με την Έιμι. Αυτό που δεν είναι αποδεκτό είναι να προσπαθεί κάποιος να σε παρουσιάσει ως κακέκτυπο ή απομίμηση. Όσο με γνωρίζει ο κόσμος σαν τραγουδοποιό και όχι σαν σκέτη φωνή που έχει ομοιότητα με την Έιμι, νομίζω πως αυτή η σύγκριση μειώνεται. Τα τραγούδια μου δεν έχουν τη δική της προσέγγιση. 

Ποια είναι τα σχέδια σου στο εξής; Πού θα σε δούμε;
Ετοιμάζω τον δεύτερο ολοκληρωμένο μου δίσκο με καινούργια κομμάτια που έχω γράψει, ενώ παράλληλα τρέχουν και κάποιες live εμφανίσεις.