Την τελευταία του πνοή τα ξημερώματα της Τετάρτης 26 Φεβρουαρίου, σε ηλικία 88 ετών, άφησε ο Κώστας Βουτσάς, ένας από τους τελευταίους σπουδαίους ηθοποιούς του κλασικού ελληνικού κινηματογράφου, του θεάτρου και της τηλεόρασης.

Ο σπουδαίος ηθοποιός άφησε στις 04:20 τα ξημερώματα της Τετάρτης (26.02.2020) την τελευταία του πνοή μετά από πολυήμερη μάχη στην εντατική.

Θυμίζουμε ότι ο Κώστας Βουτσάς εισήχθη το βράδυ της Παρασκευής 7 Φεβρουαρίου σε κρίσιμη κατάσταση στην εντατική του νοσοκομείου «Αττικό» μετά από συγκοπτικό επεισόδιο και με λοίμωξη του αναπνευστικού όπου και παρέμενε διασωληνωμένος. Ο αγαπημένος ηθοποιός είχε αντιμετωπίσει ξανά το ίδιο πρόβλημα και πριν από δυο μήνες όμως τότε είχε καταφέρει να το ξεπεράσει. Μάλιστα μέχρι την τελευταία στιγμή έπαιζε στην παιδική παράσταση του θεάτρου Μπρόντγουεϊ «Σταχτοπούτα».

 

Το συγκινητικό αντίο της συζύγου του

Η σύζυγός του, Αλίκη Κατσαβού, αποχαιρέτισε με μία συγκινητική ανάρτηση στο Instagram τον άνθρωπό της «ραγίζοντας» καρδιές. «Κλάψε καρδιά, μα μη ραγίσεις. Αντί να γιορτάσουμε αύριο την 4η επέτειο του γάμου μας, σε αποχαιρετώ λατρεμένε μου! Θα ζεις στην καρδιά μου και στο γέλιο του Φοίβου μας. Είσαι ένας γίγαντας σε όλα σου, που ως κι ο χάρος σε φοβήθηκε και 20 μέρες τώρα πάλευε να σε πάρει. Σε ευχαριστώ για όλα», έγραψε χαρακτηριστικά.

Ο Κώστας Βουτσάς γεννήθηκε στον Βύρωνα στις 31 Δεκεμβρίου 1931 από πατέρα Θρακιώτη και μητέρα Κεφαλονίτισσα. Η οικογένεια ζούσε πολύ φτωχικά και έτσι γρήγορα μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Πρέπει να αναφέρουμε μάλιστα πως το οικογενειακό επίθετο του ηθοποιού ήταν Σαββόπουλος και το «Βουτσάς» επικράτησε από τον παππού του που έφτιαχνε βαρέλια τα οποία παλαιότερα τα έλεγαν «βουτσιά». Όταν ξεκινούσε την καριέρα του, ένας θιασάρχης του είχε  προτείνει να το αλλάξει σε «Βέσελης», όμως εκείνος αρνήθηκε. Όσο για το μικρό του όνομα προήλθε από έναν μεγαλύτερο αδερφό του, τον Κώστα, τον οποίο είχε χάσει από δάγκειο πυρετό.

Από πολύ μικρή ηλικία έκανε μικροδουλειές για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του. Κατά την περίοδο του εμφυλίου ήταν οργανωμένος στα «Αετόπουλα» της αριστεράς και μοίραζε προκηρύξεις.

Μετά την γερμανική κατοχή και την λήξη του πολέμου ασχολήθηκε με τον αθλητισμό ως αθλητής ταχύτητας. Όταν ο προπονητής του τον έστειλε σε μια κατασκήνωση στην Μηχανιώνα για πρετοιμασία, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την ηθοποιία καθώς στον ίδιο χώρο έκαναν πρόβες για το θεατρικό της κατασκήνωσης.

Σπούδασε στη Δραματική Σχολή Τριανταφυλλίδη «Μακεδονικό Ωδείο» της Θεσσαλονίκης από όπου αποφοίτησε το 1952. Η πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση στην σκηνή ήταν το 1953 στο «Στρατιωτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης» με το έργο «Άνθος του Γιαλού». Την ίδια χρονιά έκανε και την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση στην ταινία «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» όπου εμφανίστηκε ως κομπάρσος.

Στην Αθήνα ήλθε για μόνιμη εγκατάσταση το 1958 ύστερα από προτροπή της πρωταγωνίστριας του μουσικού θεάτρου Καλής Καλό. Μαζί της εμφανίστηκε στην επιθεώρηση «Πάρε Κόσμε» στο θέατρο Περοκέ (1958). Την επόμενη σεζόν εντάχτηκε στο δυναμικό του θεάτρου Ακροπόλ όπου εμφανίστηκε σε επιτυχημένες επιθεωρήσεις.

Στον κινηματογράφο συνέχισε τις εμφανίσεις παίζοντας αρχικά σε δεύτερους ρόλους, όπως στις ταινίες «Η κυρά μας η μαμή» (1958), «Το αγόρι που αγαπώ» (1960), «Η Αλίκη στο ναυτικό» (1961) κ.ά.. Ξεχώρισε το 1961 στην ταινία του Γιάννη  Δαλιανίδη «Ο Κατήφορος» και από την επόμενη χρονιά αρχίζουν οι πρώτοι πρωταγωνιστικοί ρόλοι. Μία σειρά από πρωταγωνιστικούς ρόλους σε κωμωδίες, δίπλα σε γνωστούς άλλους πρωταγωνιστές, τον βοηθάνε να καθιερωθεί. Τον συναντάμε στις ταινίες «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1962), «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» (1963), «Ζητείται τίμιος» (1963), «Κάτι να καίει» (1964), «Τέντυ μπόι αγάπη μου» (1965), «Ραντεβού στον αέρα» (1965), «Κορίτσια για φίλημα» (1965).

Μετά την καθιέρωση του ακολουθούν οι ταινίες «Το πιο λαμπρό μπουζούκι» (1968), «Ο άνθρωπος της καρπαζιάς» (1969), «Ένας άφραγκος Ωνάσης» (1969), «Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά» (1970), «Εγώ ρεζίλεψα τον Χίτλερ» (1970), «Εθελοντής στον έρωτα» (1971), «Αγάπησα μια πολυθρόνα» (1971), «Ο αντιφασίστας» (1972), «Επτά χρόνια γάμου» (1972), «Αγάπη μου παλιόγρια» (1972), «Τον αράπη κι αν τον πλένεις» (1973), «Ο αισιόδοξος» (1973), «Ένας τρελός, τρελός αεροπειρατής» (1973).

Παράλληλα στο θέατρο την περίοδο 1964-72 εμφανίζεται ως συνθιασάρχης με όλα τα μεγάλα ονόματα της κωμωδίας, ενώ από το 1972 και μετά συγκροτεί δικούς του θιάσους. Μέχρι σήμερα έχει λάβει μέρος σε περισσότερες από 75 ταινίες. Το 1982 σκηνοθέτησε την μοναδική του ταινία με τίτλο «Και το Λουρί της Μάνας». Το 1984 η επιτροπή ΦΕΚΘ τον τίμησε με ειδικό βραβείο για την συνολική του προσφορά στον κινηματογράφο, με αφορμή την ταινία «Ο Έρωτας του Οδυσσέα» (1984) του Β. Βαφέα. 

Συμμετείχε επίσης σε πολλές βιντεοταινίες της δεκαετίας του 80, τηλεοπτικές σειρές, ποιος δεν θυμάται τον «Ανδροκλή και τα λιοντάρια του»; 

Ο Κώστας Βουτσάς, όπως πολλάκις είχε παραδεχτεί και ο ίδιος υπήρξε αθεράπευτος γυναικοκατακτητής. Ο πρώτος του γάμος ήταν με την Έρρικα Μπρόγερ με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Σάντρα (1972). Από το δεύτερο γάμο του με τη Θεανώ Παπασπύρου απέκτησε άλλες δύο κόρες, τη Θεοδώρα (1977) και τη Νικολέτα (1979), με την πρώτη να ακολουθεί τα δικά του βήματα στο χώρο της ηθοποιίας. Ο θετός γιος του (από προηγούμενο γάμο της τρίτης γυναίκας του Εύης Καραγιάννη, πρώην μοντέλου και ηθοποιού), Άνθιμος Ανανιάδης, είναι επίσης ηθοποιός. Το 2015, ο Κώστας Βουτσάς έκανε σχέση με την κατά 39 χρόνια μικρότερή του ηθοποιό, Αλίκη Κατσαβού, με την οποία παντρεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2016 και στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους απέκτησαν ένα γιο, τον Φοίβο.