Πάσχα με ρουκετοπόλεμο στη Χίο


Πάσχα στην Χίο σημαίνει ρουκετοπόλεμος. Ένα έθιμο που ξεκινά από παλιά την εποχή της τουρκοκρατίας και είναι ένας ειρηνικός «πόλεμος» ανάμεσα σε δύο ενορίες του Βροντάδου, την ενορία του Αγίου Μάρκου και την ενορία της Παναγίας της Ερειθανής.

Ο πόλεμος ξεκίνησε από τα παιδιά των δύο ενοριών που έπαιζαν πετροπόλεμο με σφεντόνες. Στην συνέχεια άρχισαν να εμπλέκονται και οι μεγαλύτεροι με αποτέλεσμα οι σφεντόνες να αντικατασταθούν από τα κανονάκια.

Στην αρχή, το βράδυ της Ανάστασης, με τα κανονάκια που έφερναν οι ναυτικοί από πλοία που παροπλίζονταν, έριχναν κανονιές από την αυλή της μίας εκκλησίας στην άλλη, για να γιορτάσουν την Ανάσταση και με τον δυνατό κρότο τους προσπαθούσαν να σπάσουν τα τζάμια της αντίπαλης εκκλησίας, χρησιμοποιώντας όμως μόνο πυρίτιδα. 

Αφού συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια, την Ανάσταση του 1889 για αδιευκρίνιστους λόγους ο πόλεμος αυτός άρχισε να παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις με τους αντιπάλους να χαλάνε τις βοτσαλωτές αυλές των εκκλησιών για να γεμίσουν με βότσαλα τα κανονάκια και αποτέλεσμα να υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ατυχημάτων. Μετά από επέμβαση των Τούρκων, επειδή φοβήθηκαν για την χρησιμοποίηση των κανονιών σε πιθανή εξέγερση των κατοίκων, τα κανονάκια κατασχέθηκαν και μεταφέρθηκαν στο κάστρο.

Μετά από αυτό το περιστατικό οι ενορίτες των δύο εκκλησιών άρχισαν να σκέφτονται ένα νέο τρόπο για να συνεχίσουν τον "πόλεμο" με κάτι εντυπωσιακό αλλά που να μην τους το απαγορεύσουν οι Τούρκοι. Η λύση δόθηκε από τους ενορίτες του Αγίου Μάρκου και τον πυροτεχνουργό Κορακάκης που είχε το εργαστήριό του στην πόλη. Τους έφτιαξε μερικές ρουκέτες τις οποίες μετέφεραν στο Βροντάδο. Συγχρόνως οι ίδιοι άφησαν να διαρρεύσει το μυστικό τους και στους ενορίτες της Παναγίας της Ερειθιανής ώστε να συνεχιστεί ο "πόλεμος".

Με αυτόν τον τρόπο άρχισε η νέα περίοδος του ρουκετοπολέμου. Στην αρχή έπαιρναν τις ρουκέτες από τον Κορακάκη, αλλά γύρω στο 1900 έμαθαν να τις κατασκευάζουν μόνοι τους. Στην αρχή η ρίψη των ρουκετών γινόταν από τις σκεπές των εκκλησιών αλλά μετά από μερικά ατυχή περιστατικά, η ρίψη συνεχίστηκε έως σήμερα από τα χωράφια γύρω από τις εκκλησίες.

Ο στόχος για τους Παναγούσους (ενορίτες της Παναγιάς της Ερειθιανής) είναι ο τρούλος (κουμπές) και το Λιονταράκι του Αγίου Μάρκου (είναι το έμβλημα του Αγίου Μάρκου στην αγιογραφία πάνω από την κεντρική πύλη του ναού) και στόχος των Αγιομαρκούσων (ενορίτες του Αγίου Μάρκου) είναι το ρολόϊ της Παναγιάς της Ερειθιανής.

Με εξαίρεση τα χρόνια της γερμανικής κατοχής που για οικονομικούς λόγους κινδύνεψε να σταματήσει και τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, λόγω απαγόρευσης το έθιμο συνεχίζετε μέχρι σήμερα συγκεντρώνοντας πολλούς επισκέπτες λόγω της μοναδικότητάς του και του φαντασμαγορικού θεάματος.

Αιώνιοι αντίπαλοι

Αγιος Μάρκος 
Ο ναός του Αγίου Μάρκου χτίστηκε το 16ο αιώνα χωρίς όμως να είναι γνωστό το ακριβές σημείο. Στην αρχή είχε ένα κλίτος και γύρω στο 1783 χτίστηκε το δεύτερο κλίτος. Στην διάρκεια της μεγάλης σφαγής της Χίου το 1822 πυρπολύθηκε από τους Τούρκους και ξαναχτίστηκε το 1845. 
Στον κατεστεπτικό σεισμό της Χίου το 1881, ο ναός καταστράφηκε ολοσχερώς.
Το 1885 ξεκίνησε η ανοικοδόμησή του, ο οποίος μετά την ολοκλήρωσή του το 1889 έγινε τρίκλιτος. Το 1949 έπαθε σημαντικές ζημιές ο τρούλος που φτιάχτηκε από την αρχή.
Μέχρι την δεκαετία του '50 υπήρχε ξύλινο τέμπλο το οποίο αντικαταστάθηκε με μαρμάρινο που είναι έως σήμερα.

Παναγία Ερειθιανή 
Η Παναγία η Ερειθιανή πήρε το όνομά της από την περιοχή που βρίσκεται ο Βροντάδος ο οποίος ονομαζόταν Ερύθαι. Είναι από τους παλαιότερους προσεισμικούς ναούς της Χίου, χωρίς να είναι γνωστό πότε ακριβώς χτίστηκε ο πρώτος ναός.
Οταν οι Γενοβέζοι κατέλαβαν την Χίο οικειοποιήθηκαν πολλές από τις εκκλησίες του νησιού, μεταξύ των αυτών και την Παναγία την Ερειθιανή, αλλά το 1660 μετά από προσπάθειες του μητροπολίτη Χίου Ιγνάτιου Νεοχώρη κατορθώθηκε να παραδοθούν στους Χιώτες οι ορθόδοξοι ναοί που κατείχαν οι Φράγκοι.

Η Παναγία η Ερειθιανή είχε γίνει για ένα διάστημα μοναστήρι, πριν από το 1821, το οποίο φιλοξενούσε αρρώστους και αστέγους της περιοχής. Στη μεγάλη σφαγή της Χίου το 1822 ο ναός πυρπολήθηκε και αρκετοί από αυτούς που γλύτωσαν κατέφυγαν στη Σύρο, την Πελοπόννησο και αλλού, οι οποίοι άρχισαν να επιστρέφουν μετά το 1830. Μετά την επιστροφή τους οι ενορίτες άρχισαν την ανέγερση του ναού η οποία ολοκληρώθηκε το 1840. Ο ρυθμός του ναού είναι ένα μίγμα Βασιλικής και Γοτθικού με βοτσαλωτή αυλή η οποία ολοκληρώθηκε το 1892. Το χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό στοιχείο των βοτσαλωτών αυλών το συναντάμε στο Βροντάδο και στον Κάμπο της Χίου.

Περιήγηση στα 24 Μαστιχοχώρια

Πέρα από τον εντυπωσιακό ρουκετοπόλεμο, και μιας που η εποχή δεν είναι και η πιο κατάλληλη για βουτιές στη θάλασσα, μία περιήγηση στα Μαστιχοχώρια, συμπληρώνουν το κάδρο των ιδανικών διακοπών στη Χίο. 

Στα Μαστιχοχώρια θα ανακαλύψετε το πιο μυθικό κομμάτι της Χίου, ξακουστό στα πέρατα της Γης για το μονάκριβό τους προϊόν, τη μαστίχα! Η μαστίχα γίνεται διάσημη από τους περιηγητές που επισκέπτονται τη Χίο ήδη από το 10ο αιώνα. Στο πέρασμα των χρόνων θα ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο, από τα τραπέζια της υψηλής κοινωνίας των Ρωμαίων μέχρι τα εργαστήρια των Αράβων ιατρών και από τα μοναστήρια των φραγκισκανών μοναχών μέχρι τα ανδαλουσιανά μαγειρεία και τα χαρέμια των Οθωμανών. Όλοι θα υποκλιθούν στο άρωμά της και στην ιδιαιτερότητά της.

Περιηγηθείτε σε ένα μεσαιωνικό σύμπλεγμα οικισμών του οποίου η γέννηση ανάγεται στα μέσα του 14ου αιώνα όταν χτίστηκε από τους Γενοβέζους κατακτητές για να στεγάσουν τις οικογένειες των καλλιεργητών της μαστίχας και των αρχόντων που εκμεταλλεύονταν τα έσοδα. Θαυμάστε την υποδειγματική τους αρχιτεκτονική που εξασφάλιζε προστασία από τους πειρατές που λεηλατούσαν το Αιγαίο: η διάταξη των οικισμών είχε φρουριακή μορφή και ήταν κτισμένοι σε σημεία αθέατα από τη θάλασσα. Στο κέντρο τους υπήρχε ο πύργος και ολόγυρα από αυτόν ήταν κτισμένα τα σπίτια. Τα εξωτερικά σπίτια (τα οποία αρχικά δεν είχαν πόρτες και παράθυρα) ήταν αυτά που σχημάτιζαν το αμυντικό τείχος, ενώ στους λιθόστρωτους δρόμους υπήρχαν πολλά αδιέξοδα για να αποπροσανατολίζουν τους επίδοξους εισβολείς.

Από τα 24 Μαστιχοχώρια σήμερα τα πιο καλοδιατηρημένα είναι όσα δεν υπέστησαν μεγάλες ζημιές από τον καταστρεπτικό σεισμό του 1881. Τα Μεστά, το Πυργί, οι Ολύμποι, η Καλαμωτή, η Βέσσα, τα Πατρικά, το Βουνό, η Ελάτα και η Κοινή είναι μερικοί από τους πιο σημαντικούς μεσαιωνικούς οικισμούς στην Ελλάδα. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί σημαντική κατασκευαστική δραστηριότητα σε όλα τα Μαστιχοχώρια, με σκοπό την αναστήλωση και αναπαλαίωση εκπληκτικών πέτρινων σπιτιών.

Χαθείτε στα στενά καλντερίμια των Μεστών με τις πετρόκτιστες οχυρώσεις, τις καμάρες και τα τόξα που σαν γέφυρες ενώνουν τα αντικριστά σπίτια και νιώστε τη μεσαιωνική ατμόσφαιρα να σας αγκαλιάζει. Θαυμάστε στο Πυργί τα «ξυστά» στις προσόψεις των σπιτιών, μια τεχνική σκαλίσματος γεωμετρικών μοτίβων σε γύψο. Αυτή η τεχνική, που θυμίζει το ιταλικό sgraffito, έναν τύπο διακόσμησης που πηγάζει από τη Γένοβα, κάνει το Πυργί πραγματικά μοναδικό.

Εναλλακτικά, περιηγηθείτε στα Αυγώνυμα που σκαρφαλωμένα σε μια πλαγιά θα σας μαγέψουν προσφέροντας απλόχερα το ομορφότερο δώρο τους: μια υπέροχη θέα στο πέλαγος και στα γειτονικά Ψαρά. 31 χλμ. νότια της πόλης της Χίου βρίσκεται ένα ακόμα μεσαιωνικό χωριό, οι Ολύμποι. Τα υπέροχα σπίτια του, ενωμένα σαν αλυσίδα, αποτελούσαν το μεγάλο τείχος του, ενώ τα στενά καλντερίμια μαρτυρούν τη μεσαιωνική του προέλευση δημιουργώντας μια έντονη ανάμνηση Βυζαντίου. 

Στο κέντρο του Δήμου Μαστιχοχωρίων βρίσκεται το κεφαλοχώρι Καλαμωτή, ένα παραδοσιακό χωριό με διώροφα πέτρινα σπίτια, σκαλιστές πόρτες και στενά δρομάκια. Η Καλλιμασιά είναι ένα από τα μεγαλύτερα Μαστιχοχώρια του νησιού, που δυστυχώς όμως το 1881 καταστράφηκε ολοσχερώς από το μεγάλο σεισμό. Μέσα στο χωριό συναντάει κανείς υπολείμματα από μεσαιωνικούς πύργους, μεγαλοπρεπείς εκκλησίες, θορυβώδες πλατείες και καλοσυνάτους χωρικούς. Μην ξεχνάτε τέλος ότι στα Μαστιχοχώρια μπορείτε να παρακολουθήσετε την πανάρχαια διαδικασία παραγωγής της μαστίχας, η οποία συνεχίζεται σχεδόν απαράλλακτη τα τελευταία 2.500 χρόνια.