Τον περασμένο μήνα, μιλώντας στο περιοδικό Empire, ο Μάρτιν Σκορσέζε δήλωσε ότι ταινίες σαν αυτές με τους ήρωες της Marvel, δεν είναι σινεμα και προκάλεσε σεισμό εντός και εκτός Χόλιγουντ.

Τώρα, ο εμβληματικός σκηνοθέτης επανέρχεται με ένα «μανιφέστο» κατά των ταινιών «franchise» που έγραψε στους New York Times. 

Στο μακροσκελές κείμενό του, με απλό λόγο ο 76χρονος δημιουργός υπερασπίζεται τη δήλωσή και την άποψη του βάζοντας τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. 

«Πολλές franchise ταινίες έχουν γίνει από ταλαντούχους ανθρώπους. Το βλέπεις. Το γεγονός ότι δεν με ενδιαφέρουν είναι θέμα προσωπικού γούστου και ταμπεραμέντου. Αν ήμουν τώρα νέος ίσως να ήθελα να κάνω τέτοιες ταινίες. Όμως μεγάλωσα σε μια άλλη εποχή και η αίσθηση που απέκτησα για το σινεμά είναι πολύ μακριά από το κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel, όσο είναι η Γη από τον Άλφα Κενταύρου».

«Για μένα, για τους σκηνοθέτες που αγάπησα και για φίλους μου δημιουργούς, το σινεμά ήταν και είναι, μια αποκάλυψη. Αισθητική, συναισθηματική και πνευματική. Είχε να κάνει με χαρακτήρες, με την πολυπλοκότητα των ανθρώπων και τις αντικρουόμενες και παράδοξες φύσεις τους, με τον τρόπο που πληγώνουμε ή που αγαπάμε ο ένας τον άλλον και βρισκόμαστε ξαφνικά αντιμέτωποι με τον εαυτό μας».

«Για εμάς το σινεμά αντιπροσώπευε μια μορφή τέχνης, ισότιμη με την λογοτεχνία, τη μουσική ή τον χορό. Και οδηγηθήκαμε στην αντίληψη ότι αυτή η τέχνη μπορεί να βρεθεί σε πολλά διαφορετικά μέρη και με εξίσου πολλές μορφές – στο "The Steel Helmet" του Σαμ Φούλερ και στην "Persona" του Μπέργκμαν, στο "It's Always Fair Weather" του Στάνλεϊ Ντόνεν και του Τζιν Κέλι και στο "Scorpio Rising" του Κένεθ Άνγκερ, στο "Vivre Sa Vie" του Γκοντάρ και στο "The Killers" του Ντον Σίγκελ». 

«Ή στις ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ – μπορεί υποθέτω να πει κάποιος ότι ο Χίτσκοκ είχε δημιουργήσει το δικό του franchise, ή μάλλον ότι οι ταινίες του ήταν το δικό μας franchise»

«Πολλά από τα στοιχεία που ορίζουν το σινεμά όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι, υπάρχουν στις ταινίες της Marvel. Αυτό που απουσιάζει είναι αυτή η αίσθηση αποκάλυψης, μυστηρίου ή γνήσιου συναισθηματικού κινδύνου. Τίποτα δεν αποτελεί ρίσκο πλέον. Οι ταινίες γίνονται για να ικανοποιήσουν κάποιες πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις και είναι σχεδιασμένες ως παραλλαγές σε πεπερασμένο αριθμό θεμάτων».

«Με άλλα λόγια, δεν έχουν καμία σχέση με τις ταινίες του Πολ Τόμας Άντερσον ή της Κλερ Ντενί ή του Σπάικ Λι ή του Άρι Άστερ ή της Κάθριν Μπίγκελοου ή του Γουές Άντερσον. Όταν βλέπω μια δική τους ταινία, ξέρω ότι θα δω κάτι καινούριο που θα με οδηγήσει σε συναρπαστικές και νέες περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας, διευρύνοντας την αντίληψή μου σχετικά με τις δυνατότητες της μυθοπλασίας μέσω κινούμενων εικόνων και ήχων». 

«Θα ρωτήσει καποιος, "τότε ποιο είναι το πρόβλημα σου, γιατί δεν αφήνουμε τις ταινίες με υπερήρωες και τα άλλα κινηματογραφικά franchise να υπάρχουν επίσης;". Eίναι πως πλέον οι σούπερ-ήρωες και οι franchise ταινίες είναι η πρώτη επιλογή σου όταν πας σινεμά. Είναι χαλεποί οι καιροί για την διανομή των ταινιών στις αίθουσες και υπάρχουν λιγότεροι ανεξάρτητοι κινηματογράφοι από ποτέ. Το streaming παίρνει τα πρωτεία και εγώ προσωπικά δεν ξέρω κανέναν δημιουργό να μη θέλει η ταινία του να παιχθεί σε μεγάλη οθόνη. Κι εγώ σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκω, παρότι μιλώ ως κάποιος που μόλις ολοκλήρωσε μια ταινία για το Netflix που αυτό, και μόνο αυτό, μας επέτρεψε να κάνουμε το "The Irishman" όπως το θέλαμε, και γι' αυτό θα είμαι για πάντα ευγνώμων. Θα παιχτεί και σε κάποιες αίθουσες ανά τον πλανήτη και σίγουρα θα ήθελα να ήταν πολλές περισσότερες. Το γεγονός όμως παραμένει ότι, ασχέτως του ποιος χρηματοδοτεί την ταινία σου, οι αίθουσες στα περισσότερα multiplex του πλανήτη είναι συνωστισμένες από ταινίες κάποιου franchise».

«Οποιος πει πως ότι είναι απλά ζήτημα προσφοράς και ζήτησης και ότι αυτά θέλει ο κόσμος, θα διαφωνήσω έντονα. Είναι σαν το ερώτημα με την κότα και το αυγό. Αν δίνεις μόνο ένα πράγμα στον κόσμο χωρίς άλλη επιλογή, στο τέλος θα ζητάει μόνο περισσότερο από αυτό το ίδιο πράγμα».

«Όπως όλοι γνωρίζουμε, η βιομηχανία του σινεμά έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία 20 χρόνια σε όλα τα μέτωπα. Η πιο δυσοίωνη αλλαγή όμως συνέβη υπογείως μέσα στη νύχτα. Αναφέρομαι στον σταδιακό αλλά σταθερό περιορισμό του ρίσκου. Πολλές ταινίες στις μέρες μας αποτελούν τέλειες κατασκευές προορισμένες για άμεση κατανάλωση. Πολλές από αυτές δημιουργούνται από ομάδες ταλαντούχων ατόμων. Τους λείπει όμως κάτι απαραίτητο στην τέχνη του σινεμά: το ενοποιητικό όραμα του καλλιτέχνη-δημιουργού. Κι αυτό συμβαίνει βεβαίως επειδή ο μεμονωμένος δημιουργός αποτελεί τον μεγαλύτερο παράγοντα ρίσκου απ' όλους».  

«Δυστυχώς η κατάσταση πλέον έχει χωριστεί σε δύο διαφορετικά πεδία: υπάρχει η παγκόσμια οπτικοακουστική ψυχαγωγία και υπάρχει και το σινεμά. Συνεχίζουν καμιά φορά να υπερκαλύπτονται το ένα από το άλλο, αλλά αυτό έχει γίνει όλο και πιο σπάνιο. Και φοβάμαι ότι η απόλυτη οικονομική κυριαρχία της πρώτης χρησιμοποιείται για την περιθωριοποίηση και την ελαχιστοποίηση της ύπαρξης του δεύτερου».  

«Για όσους και όσες μόλις ξεκίνησαν ή ονειρεύονται να γυρίσουν ταινίες, η επικρατούσα κατάσταση είναι στυγνή και εντελώς αφιλόξενη προς την τέχνη. Και μόνο η πράξη της γραφής αυτού του κειμένου με γεμίζει με τρομερή θλίψη».