Πριν από 75 χρόνια, στις 27 Ιανουαρίου 1945 οι σοβιετικές δυνάμεις απελευθέρωσαν το στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς στη σημερινή Πολωνία, αποκαλύπτωντας τη φρίκη που έζησαν εκεί οι αιχμάλωτοι, από τους οποίους πάνω από 1 εκατομμύριο εξοντώθηκαν. Δεν υπάρχει τίποτα αστείο στο γεγονός αυτό, όμως αν πάτε σινεμά αυτές τις ημέρες και δείτε το «Τζότζο» (Jojo Rabbit) του Τάικα Γουαϊτίτι, σίγουρα θα γελάσετε με τον Χίτλερ, τους ναζί και τη χιτλερική νεολαία τους.

Πέρα από το ατυχές της χρονικής σύμπτωσης (στις ΗΠΑ και πολλές άλλες χώρες η ταινία έχει προβληθεί από τον περασμένο Νοέμβριο), το «Τζότζο» είναι μια εξαιρετική ταινία, δικαίως υποψήφια για 6 Όσκαρ (θα μπορούσε και για 1-2 ακόμα), με πολύ χιούμορ αλλά και στιγμές που σφίγγουν το στομάχι και ανεβάζουν κόμπο στο λαιμό. Τον Χίτλερ υποδύεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης, Πολυνήσιος Εβραίος από τη Νέα Ζηλανδία (!). Και εμφανίζεται ως φανταστικός φίλος ενός μοναχικού παιδιού, που ανήκει στη χιτλερική νεολαία όχι επειδή είναι ο ίδιος ναζί, αλλά «επειδή σου αρέσει να φοράς μια αστεία στολή και να νιώθεις μέλος μιας ομάδας», όπως του λέει η νεαρή Εβραία που είναι κρυμμένη στη σοφίτα του σπιτιού του.

Ο Ντίσνεϊ, ο Τσάπλιν, το Τρίο Στούτζες

Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που ο κινηματογράφος και η τηλεόραση θέλουν να μας κάνουν να γελάσουμε με τον Χίτλερ. «Σε καιρό πολέμου είναι συνηθισμένο, πολλές φορές και χρήσιμο να δαιμονοποιείς τον εχθρό σου. Το βλέπουμε και σήμερα, κάθε φορά που ένας δικτάτορας αναλαμβάνει την εξουσία σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Καρικατούρες και αστεία, όχι πάντα καλόγουστα, έρχονται στο προσκήνιο γιατί είναι ο τρόπος μας να ανακουφίσουμε την ένταση και την επιθετικότητα», σημειώνει ο διάσημος κριτικός κινηματογράφου Λέοναρντ Μάρτιν, στην εισαγωγή του στο καρτούν «Το Πρόσωπο του Φύρερ» (Der Fuehrer's Face, 1943) με ήρωα τον Ντόναλντ Ντακ. Δείτε παρακάτω το φιλμάκι και τον πρόλογο του Μάλτιν:

Τρία χρόνια πριν τον Ντόναλντ Ντακ, τον Αδόλφο Χίτλερ είχαν σατιρίσει ο Τσάρλι Τσάπλιν και το Τρίο Στούτζες. Οι ΗΠΑ δεν είχαν μπει ακόμη στον πόλεμο, και ο Χίτλερ ήταν για το Χόλιγουντ μια γραφική φιγούρα, ένας διψασμένος για εξουσία και δύναμη ανθρωπάκος με αστείο μουστάκι. Στο μικρό μήκους «You Nazty Spy», ο Μο γίνεται δικτάτορας μιας φανταστικής χώρας, όταν έμποροι όπλων θέλουν να ανεβάσουν μια μαριονέτα στην εξουσία προκειμένου να ξεκινήσουν πόλεμο και να πλουτίσουν.

Ενώ στο «Μεγάλο Δικτάτορα», επίσης του 1940, ο Τσάρλι Τσάπλιν δεν περιορίζεται στις αστείες στιγμές, όπως η... φαγητομαχία του Χίτλερ (Άντενοϊντ Χίνκελ στην ταινία) με τον Μουσολίνι ή ο χορός του με ένα μπαλόνι-υδρόγειο σφαίρα. Αλλά περνάει και ένα ισχυρό μήνυμα ειρήνης όταν τη θέση του Χίνκελ παίρνει ένας Εβραίος κουρέας – σωσίας του, και κλείνει την ταινία με μία παθιασμένη ομιλία υπέρ της αδελφοσύνης και της ελευθερίας και κατά του μίσους και της δικτατορίας. Στην αυτοβιογραφία του πάντως το 1964, ο Τσάπλιν σημείωνε ότι αν γνώριζε τότε τι συνέβαινε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν θα είχε ποτέ τολμήσει να κάνει «αστεία με τη δολοφονική τρέλα των ναζί».

Οι πρώτες μεταπολεμικές παρωδίες

Με το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και τη συνειδητοποίηση των φρικαελοτήτων του ναζιστικού καθεστώτος, χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να ξαναμπούν στην ίδια πρόταση οι λέξεις «κωμωδία» και «Χίτλερ». To 1967 προβλήθηκε το «The Producers» (Αυτοί οι τρελοί, τρελοί παραγωγοί) του Μελ Μπρουκς και, παρά το Όσκαρ σεναρίου που κέρδισε την επόμενη χρονιά, αρχικά έγινε δεκτό με μια κάποια αμηχανία. Κυρίως εξαιτίας του εξωφρενικού μιούζικαλ «Άνοιξη για τον Χίτλερ», που σχεδιάζουν οι δύο ήρωες της ταινίας, ο ξεπεσμένος παραγωγός και ο λογιστής του, ως μέρος μιας επιχειρηματικής κομπίνας που για να πετύχει πρέπει το έργο να πάει άπατο. Όμως το κοινό ενθουσιάζεται και οι παραγωγοί την πατάνε...

To 1969 o Χίτλερ έπεσε στα χέρια των Monty Python, που σε ένα σκετς της τηλεοπτικής τους σειράς «Monty Python's Flying Circus» τον έβαλαν να σχεδιάζει την επάνοδό του στην εξουσία και την κατάκτηση του κόσμου σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Αγγλίας, και να βγάζει παθιασμένους λόγους μπροστά σε ένα κοινό που αποτελείται από τρία παιδιά και έναν βοσκό. Ο Τζον Κλιζ δίνει ρέστα...

Στα υπόλοιπα 60s, τα 70s, τα 80s και τα 90s η γελοιοποίηση του Χίτλερ και των ναζί έπαψε να είναι δουλειά της κωμωδίας, και στο προσκήνιο ήρθαν τα b-movies, κυρίως θρίλερ, περιπέτειες, ακόμη και σοφτ πορνό της κακιάς ώρας, με τίτλους όπως «They Saved Hitler's Brain» (1968), «Ilsa: She Wolf of the SS» (Το Στρατόπεδο της Κολάσεως, 1975), «Fräulein Devil» (1979). Ταινίες στις οποίες παραπέμπουν νοσταλγικά και πιο πρόσφατες παραγωγές, όπως το «Iron Sky» του 2012, όπου οι ναζί έχουν διαφύγει στη Σελήνη και προετοιμάζονται εκεί για εισβολή στη Γη και εγκαθίδρυση του Τέταρτου Ράιχ...

Τα memes της «Πτώσης» και η μεγάλη επιστροφή

Το 2004 η εξαιρετική ταινία «Η Πτώση» (Der Untergang) με τον Μπρούνο Γκανζ πιο... Χίτλερ και από τον Χίτλερ, δεν είχε την παραμικρή σχέση με το είδος της κωμωδίας, όμως γέννησε έναν πολύ δημοφιλή τρόπο σάτιρας του δικτάτορα μέσα από το Ίντερνετ. Η κλασική σκηνή όπου ο Χίτλερ διαπιστώνει ότι ο πόλεμος έχει χαθεί και γαβγίζει διαταγές και κατάρες, έχει γίνει το κλασικότερο meme της δεκαετίας του 2000, με πολλές εκατοντάδες παραλλαγές σε όλες τις γλώσσες. Σε αυτά τα memes η σκηνή παίζει με τους διαλόγους στα γερμανικά, αλλά οι υπότιτλοι αλλάζουν ανάλογα με το θέμα. Όπως σε αυτό το βίντεο όπου ο Χίτλερ μαθαίνει για το 4-1 του Ολυμπιακού επί της ΑΕΚ...

Και φτάνουμε στο 2015, με την τελευταία σημαντική σάτιρα του Χίτλερ πριν από το φετινό «Τζότζο». Πρόκειται για τη γερμανική ταινία «Είναι Πάλι Εδώ» (Er Ist Wieder Da), βασισμένη στο μπεστ σέλερ του Τίμουρ Βέρμες. Ο Χίτλερ ξαφνικά ξυπνάει στο Βερολίνο του 2014, στο πάρκο όπου κάποτε βρισκόταν το υπόγειο καταφύγιό του. Περιφέρεται μπερδεμένος στην πόλη, όπου τον περνούν για σωσία του, και έχει ξεκαρδιστικές αντιδράσεις απέναντι στα όσα έχουν αλλάξει στη Γερμανία και την Ευρώπη τα τελευταία 70 χρόνια. Όταν γνωρίζει έναν σκηνοθέτη, εκείνος τον βοηθάει να γίνει σταρ του YouTube και σύντομα γίνεται viral και πιο δημοφιλής από ποτέ. Τόσο, ώστε να σχεδιάζει την επάνοδό του στην εξουσία... Κάπου εκεί το γέλιο κόβεται και αρχίζει η σκέψη, και αυτή είναι η μεγάλη αρετή τόσο του βιβλίου όσο και της ταινίας.