5 φορές που μας σόκαραν οι ταινίες του Λαρς Φον Τρίερ

5 φορές που μας σόκαραν οι ταινίες του Λαρς Φον Τρίερ

Γράφει η Σοφία Γουργουλιάνη

Μάιος του 2018, στο Φεστιβάλ των Καννών. Έξω, ενδεχομένως, ο ήλιος να λάμπει και τα πουλάκια να κελαηδούν σε άπταιστα γαλλικά. Σε μια κινηματογραφική αίθουσα, ένα περίεργο μείγμα από ταγιέρ και ταγάρια μαζεύεται για να απολαύσει τη νέα ταινία του Λαρς Φον Τρίερ, «Το σπίτι που έχτισε ο Τζακ». Και ο Λαρς ως άλλος κινηματογραφικός Χουντίνι εξαφανίζει μερικές δόσεις ενθουσιασμού από το γκλάμορους πλην σινεφίλ κοινό του και τις μετατρέπει σε αηδία. Πάνω από 100 θεατές (ανεξαρτήτως ταγιέρ ή ταγαριού) αποχωρούν από την κινηματογραφική αίθουσα άφωνοι πλην αηδιασμένοι από την υπερπροσφορά ωμής βίας.  

Η ιστορία ενός σίριαλ κίλερ ιδωμένη υπό το πρίσμα μιας παραβολής για την ψυχολογική – και μη – βία ως αντίβαρο για την καλλιτεχνική δράση και προσφορά, περιλαμβάνει σκηνές φόνων παιδιών και ακρωτηριασμού γυναικείων στηθών. 

Ίσως, οι φίλοι και παλιοί γνώριμοι του Λαρς να δηλώνουν πως τα βουνά είναι συνηθισμένα στα χιόνια κι εκείνοι μαθημένοι στα κινηματογραφικά σοκ που χαρίζει αφειδώς ο Τρίερ. Όμως, είτε αποφασίσετε το γενναίο βήμα της επίσκεψης στην αίθουσα για χάρη του «Τζακ» (που προβάλλεται στη χώρα μας από την περασμένη Πέμπτη), για να μαθαίνουν οι νέοι και να θυμούνται οι παλιότεροι, σας προσφέρουμε μια ξενάγηση στις πλέον σοκαριστικές σκηνές που μας έχει – έως τώρα – προσφέρει ο Δανός.

Αντίχριστος (2009)

Αντίχριστος (2009)

Ένα ζευγάρι κάνει έρωτα, ενώ ,την ίδια στιγμή, ο γιος τους εγκαταλείπει την κούνια του, περπατάει μέχρι το ανοιχτό παράθυρο, πέφτει και σκοτώνεται. Η γυναίκα νοσηλεύεται επί ένα μήνα. Και όταν τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης θα αρχίσουν να γίνονται εμφανή, ο σύζυγος της και ψυχοθεραπευτής θα αποφασίσει να μετακομίσουν μαζί σε μια καλύβα στην εξοχή όπου η γυναίκα είχε περάσει το τελευταίο καλοκαίρι με το γιο τους.   

Όμως, όταν η γυναίκα θα αρχίσει να αναπτύσσει θεωρίες περί της – δήθεν – σατανικής φύσης της γυναίκας, το ταξίδι θα μετατραπεί σε αδιέξοδο και η παραμονή του ζευγαριού σε παιχνίδι αλληλοσπαραγμού.

Οι Σαρλότ Γκενσμπούρ και Γουίλεμ Νταφόε, ως ιδανικοί πρωταγωνιστές, επιδίδονται σε διαρκείς αντιερωτικές σκηνές έρωτα και αναπτύσσουν μια χημεία σχεδόν σαρκοβόρα. Που σε κάνει να ψάχνεις, με απόγνωση, το νικητή στο αιώνιο μπρα ντε φερ άντρα-γυναίκας. Τα ηνία θα αναλάβει η Γυναίκα σε ένα κρεσέντο ανηλεούς βίας και αυτοκαταστροφής. Και στο τελευταίο εικοσάλεπτο, ο Τρίερ, θα μας σερβίρει ζεστή ζεστή μια σκηνή που δύσκολα θα ξεκολλήσει από σινεφιλικούς εγκεφάλους. Η Γκενσμπούρ μόλις έχει εμβολίσει το πόδι του Νταφόε με ένα καρφί, βρίσκει, ως δια μαγείας, δίπλα της ένα ψαλίδι στο πάτωμα και το παίρνει στα χέρια της. Η κάμερα του Τρίερ πλησιάζει το αιδοίο της και το ψαλίδι της πρωταγωνίστριας κατηφορίζει προς την ίδια κατεύθυνση. Τότε, με απόλυτη φυσικότητα και με ένα μεγαλοπρεπέστατο κοντινό πλάνο, η Γκενσμπούρ, ως άλλος Αντίχριστος, κόβει την κλειτορίδα της. 

Μια από τις βασικές επικεφαλίδες που αιωρείται ως πέλεκυς πάνω από το κεφάλι του Τρίερ είναι η λέξη «μισογύνης». Ο Αντίχριστος, εδώ, συνορεύει με τη γυναίκα, η γυναίκα κατασπαράσσει – τελικά – τον εαυτό της και ο Τρίερ μοιάζει περισσότερο να τη φοβάται παρά να τη μισεί. Αν ο φόβος του Λαρς είναι συνώνυμο της αηδίας του κοινού, τότε η κραυγή αυτή φόβου για τη γυναικεία φύση θα σας χαρίσει – χωρίς έλεος – κινηματογραφικά, αιματοκυλισμένα σοκ.

Χορεύοντας στο σκοτάδι (2000)

Χορεύοντας στο σκοτάδι (2000)

Μια γυναίκα από την Τσεχοσλοβακία, η Σέλμα (Μπγιορκ), μετακομίζει, μαζί με τον ανήλικο γιο της στην Αμερική σε αναζήτηση προσωπικής Ιθάκης και φιλόξενης πατρίδας. Το παρόν της περιλαμβάνει εξοντωτική εργασία σε εργοστάσιο της πόλης και διαμονή σε μια καλύβα την οποία νοικιάζει από ένα ζευγάρι ντόπιων. Η ζωή μπορεί να κυλάει μακριά από φωτεινές προσδοκίες περί ονειρικής ουτοπίας, αλλά το αμερικάνικο όνειρο καλπάζει και μοιάζει να μπορεί να συνεχίσει τον καλπασμό μέχρι την ώρα που η Σέλμα αρχίζει να τυφλώνεται.

Τότε, η οικονομική ανέχεια θα χτυπήσει την πόρτα του ενοικιαστή και γείτονα, ο οποίος θα αποφασίσει, με πλήρη αυθαιρεσία, να κλέψει τις οικονομίες της τυφλής, πλέον, Σέλμα. Την κατάσταση υγείας των ματιών της Σέλμα, μοιράζεται, όμως, και ο γιος της, ο οποίος αγνοεί την επικείμενη τύφλωση του. Και όταν θα αποκαλυφθεί πως οι περιβόητες οικονομίες είχαν μοναδικό και μοιραίο προορισμό την εγχείριση του παιδιού, ο καλός Σαμαρείτης πλην Αμερικάνος γείτονας θα αποφασίσει πως η Σέλμα τον εκβίαζε σεξουαλικά. Κάπου εκεί το Αμερικάνικο όνειρο στυλώνει τα πόδια του και η τύχη εγκαταλείπει τη Μπες. Εδώ, το απόλυτο κινηματογραφικό σοκ δεν μας το χαρίζει η σωματική βία, αλλά ο κατασπαραγμός του ανθρώπου από τον άνθρωπο.

Και η πλέον σοκαριστική σκηνή είναι εκείνη όπου η Μπες, αναπόφευκτα, θανατώνεται. Το αδιέξοδο, λοιπόν, του – δήθεν – αμερικάνικου ονείρου την οδηγεί στη θανατική ποινή. Με την αγχόνη ως τελευταίο καταφύγιο και ως μοναδική θέα στον ορίζοντα, η Σέλμα φοράει μια μαύρη κουκούλα και κραυγάζει πως δεν αναπνέει. Της την αφαιρούν, εκείνη τραγουδάει. Της δίνουν τα γυαλιά της στα χέρια. Η αγχόνη σπάει το λαιμό της, τα γυαλιά της σωριάζονται στο πάτωμα. Δε σπάνε όμως και η ταινία τελειώνει με τη φράση “They say it’s the last song; They don’t know us, you see; It’s only the last song; If we let it be”.

Ο Λαρς, εδώ, χαρίζει στην 7η τέχνη ένα από τα πλέον αντισυμβατικά μιούζικαλ της ιστορίας της και απευθύνει ευθαρσώς ένα δριμύ κατηγορώ στο Αμερικάνικο όνειρο. Και περιγράφει μια κοινωνία η οποία πλασάρεται ως Ιθάκη για να προσφέρει τελικά ως μοναδικό νόστιμον ήμαρ την εκμετάλλευση, την αδικία και το ρατσισμό.

Οι ηλίθιοι (1998)

Οι ηλίθιοι (1998)

Μια ομάδα ανθρώπων αποφασίζουν να μετοικήσουν για ένα διάστημα σε ένα πολυτελές σπίτι στα προάστια της Κοπεγχάγης για να σπάσουν κάθε κοινωνικό ταμπού και να ανακαλύψουν τον «ηλίθιο» που κρύβουν μέσα τους.

Η επίμαχη σκηνή εδώ εκτυλίσσεται όταν «οι ηλίθιοι» θα αποφασίσουν να γιορτάσουν τα δήθεν γενέθλια του «αρχηγού» τους. Ο Στόφερ ,λοιπόν, δεν έχει γενέθλια, αλλά η πλήρης εξάλειψη των αστικών προκαταλήψεων εν είδει τζίνι απαιτεί μεγαλοπρεπείς φιέστες όπου από το λυχνάρι θα βγει – τελικά – κάθε κρυφή επιθυμία. Το τζίνι, λοιπόν, εδώ, θα αφήσει την κρυψώνα του και ο Στόφερ θα αρχίζει να αναφωνεί ότι το πολυθρύλητο δώρο γενεθλίων του θα είναι ένα gang bang. Κι όταν τα ταμπού εξαφανίζονται, η κοινωνικά επιβεβλημένη φύση υποχωρεί, και ο ανεξέλεγκτος ερωτισμός μπορεί να βασιλεύσει. «Οι ηλίθιοι», λοιπόν, αφαιρούν ,εδώ, σχεδόν αυτόματα τα ρούχα τους, ξεκινούν να τρέχουν ο ένας πίσω από τον άλλον, βγαίνουν στον κήπο, κυλιούνται στα ολοπράσινα χορτάρια και επιδίδονται, όλοι μαζί, σε οργιώδεις ερωτικές περιπτύξεις. Και όλα αυτά, κινηματογραφημένα με ωμό ρεαλισμό και με πλάνα κοντινά σε γεννητικά όργανα και σε σεξουαλικές πράξεις πάσης φύσεως. 

Αν το σενάριο σας ακούγεται προβοκατόρικο από τη σύλληψη του, έχετε δίκιο. Κι αν φαντάζεστε το Λαρς να κάθεται σε ένα καναπέ με ένα ποτήρι ουίσκι ανά χείρας, να χαμογελά σαρδόνια και να σκέφτεται πως θα σοκάρει τους απανταχού σινεφίλ, ίσως και να έχετε πάλι δίκιο. Ναι, τα σοκ διαδέχονται το ένα το άλλο με ρυθμούς πολυβόλου. Το τέλος, όμως, έρχεται ως από μηχανής θεός, για να αποτελέσει το τελευταίο και μεγαλύτερο κομμάτι ενός προκλητικού παζλ που μιλάει για την παγίδα των αστικών προκαταλήψεων, την ανικανότητα (μας) να σπάσουμε τις αλυσίδες και την προσπάθεια για αποκήρυξη ενός οδυνηρού παρελθόντος.

Δαμάζοντας τα Κύματα (1996)

Δαμάζοντας τα Κύματα (1996)

Αν ο άνευ ορίων ερωτισμός, των «Ηλιθίων» βγάζει στην επιφάνεια την περίφημη, για πολλούς, ζωώδη φύση του ανθρώπου, ο Τρίερ, με το «Δαμάζοντας τα Κύματα» μιλάει ανοιχτά για το πραγματικό σοκ, την αγάπη.

Μια μοναχική, θρησκόληπτη γυναίκα μειωμένης ευφυΐας, η Μπες (Έμιλυ Γουάτσον) ερωτεύεται και ο κόσμος της ξαφνικά μετατρέπεται σε παράδεισο. Ο γάμος γίνεται με συνοπτικές διαδικασίες κι εκείνη γνωρίζει για πρώτη της φορά τον έρωτα και το σεξουαλικό πάθος.  Ο σύζυγος της, Νιλ (Στέλαν Σκάρσγκαρντ) αφήνει τη νιόπαντρη και πανευτυχή Μπες στο βωμό της εργασίας σε πετρελαιοπηγή για να επιστρέψει παράλυτος μετά από σχεδόν θανατηφόρο ατύχημα. Κι αν ο έρωτας και η ερωτική πράξη χαρίζουν αφειδώς στιγμές ζωντάνιας, ο παράλυτος Νιλ το γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα. Σε στιγμές, λοιπόν, απελπισμένης αναζήτησης ερωτισμού, παροτρύνει τη Μπες να κάνει σεξ με άλλους άντρες και να του εξιστορεί με κάθε λεπτομέρεια τις ερωτικές της περιπέτειες. Προκειμένου να του χαρίσει μερικές ρανίδες ζωής και ελπίδας, η επιθυμία του Νιλ θα γίνει διαταγή για τη Μπες.

Η σκηνή που, εδώ, θα καταφέρει να προκαλέσει κινηματογραφικά εγκεφαλικά είναι η στιγμή της απόλυτης θυσίας της Μπες στο βωμό της αγάπης και της σωτηρίας του Νιλ. Όταν τα νέα για τον επικείμενο θάνατο του Νιλ θα φτάσουν στα αθώα πλην απελπισμένα αυτιά της Μπες, εκείνη θα αποφασίσει να τρέξει σε ένα πλοίο γεμάτο άντρες. Από το πλοίο θα την παραλάβει φορείο χτυπημένη μέχρι θανάτου. Θα μεταφερθεί αυτομάτως στο νοσοκομείο με αίματα και αμυχές να συνοδεύουν κάθε εκατοστό του στέρνου και του προσώπου της. Όπως κείτεται ματωμένη, με το βλέμμα της χαμένο ανάμεσα στην αυτοθυσία, την αγάπη και το θάνατο, την επισκέπτεται η μητέρα της. Η Μπες της ζητάει συγγνώμη που δεν μπορούσε να είναι φρόνιμη και λίγο μετά ο σφυγμός της κατακρημνίζεται και εκείνη εκπνέει ψιθυρίζοντας «φοβάμαι». 

Ο Τρίερ, εδώ, φτιάχνει μια ιστορία που προσφέρει χωρίς έλεος χτυπήματα σε κινηματογραφικά ταμπού για να προφέρει τελικά το δικό του λίβελο ενάντια στα κοινωνικά δεσμά και το δικό σπαρακτικό ύμνο στο «για πάντα» της αγάπης.

Nymphomaniac Μέρος Β’ (2013)

Nymphomaniac Μέρος Β’ (2013)

Ο βίος και η πολιτεία μιας νυμφομανούς ιδωμένος υπό το πρίσμα της αντισυμβατικής και άκρως προκλητικής ματιάς του Λαρς. Ο Τρίερ, εδώ, σέρβιρε μια σειρά από καυτές πλην εμετικές (στην πλειοψηφία τους) σκηνές με μικρά διαλείμματα για φιλοσοφικές παρεκβάσεις περί θρησκείας, γυναικείας φύσης και κοινωνικών συμβάσεων.

Οι επίμαχες σκηνές εδώ είναι δύο. Λίγο μετά τη μέση της ταινίας, η πρωταγωνίστρια, Τζο (Σαρλότ Γκενσμπούρ) μένει έγκυος για δεύτερη φορά. Και ενώ την πρώτη φορά ενέδωσε στη μητρότητα εν είδει φίλτρου εξαγνισμού από τη – δήθεν – ρυπαρή καθημερινότητα της νυμφομανούς, αυτή τη φορά αποφασίζει πως δεν θα φέρει στον κόσμο ένα ακόμα πλάσμα με την κατάρα να την υποστεί ως μάνα. Όσο ψυχολόγοι και γιατροί θα προσπαθήσουν να της επιβάλλουν ψυχιατρικές εκτιμήσεις πριν την έκτρωση, εκείνη αποφασίζει πως ο χρόνος αιωρείται από πάνω σαν σύννεφο έτοιμο για καταιγίδα και εκτελεί την έκτρωση μόνη της. Ξαπλώνει, βγάζει το εσώρουχο, παίρνει στα χέρια της μια πληθώρα ιατρικών εργαλείων και τα βάζει βιαστικά στο αιδοίο της. Αυτά αγγίζουν το έμβρυο στο εσωτερικό της και το τραβάνε προς τα έξω. Και αυτή καταλήγει ξαπλωμένη, με μια λιμνούλα αίματος ανάμεσα στα πόδια της και το τριών εβδομάδων έμβρυο νεκρό μπροστά στο αιδοίο της.

Στη δεύτερη σκηνή, προς το τέλος της ταινίας, η Τζο προσπαθεί να προκαλέσει στύση σε έναν άντρα του οποίου τα χέρια βρίσκονται δεμένα στο πίσω μέρος μιας καρέκλας. Περιφέρεται στο χώρο μπροστά του, ντυμένη και περιγράφει πάσης φύσεως σεξουαλικές σκηνές. Το υποψήφιο ,όμως, θύμα δεν ερεθίζεται ποτέ. Μέχρι που το μικρό θαύμα θα γίνει όταν η Τζο θα περιγράψει μια βουκολική πλην παιδοφιλική σκηνή, όπου το θύμα κάνει μια βόλτα σε ένα πάρκο και ένα πανέμορφο παιδάκι εν είδει εκπεσόντος αγγέλου θα του χαμογελάσει. Η φύση του άντρα δε θα αντισταθεί και ενώ εκείνη παίρνει την ανιούσα, τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα, για ένα μυστικό και μια παρόρμηση που – μάλλον – ούτε ο ίδιος γνώριζε ότι διαθέτει. Η μύχια παιδοφιλία, μια ανέλπιστη στύση και ο οχετός των τύψεων παρέχουν εδώ ένα καυτό σοκ που θα κάτσει σε κινηματογραφικούς λαιμούς ως άλλο κόκκαλο πελώριας σινεφιλικής τσιπούρας.

Αν η ιστορία μιας νυμφομανούς δια χειρός Τρίερ σας προ(σ)καλεί (σε) αφορισμούς και κραυγές περί ενός κινηματογραφικού «κάγκουρα» που προσπαθεί απεγνωσμένα να σας προκαλέσει εμετό, τότε ίσως ο Λαρς να έσκαγε ένα χαμόγελο και να έπινε στην υγειά σας.  Αφορίστε τον, λοιπόν ή αγαπήστε τον επειδή οι κοκορομαχίες μεταξύ πιστών και εχθρών του Τρίερ είναι σινεμά. Και το σινεμά είναι πάθος. Και ο Τρίερ έχει πάθος.