6 κινηματογραφικοί έρωτες που δεν είναι βαρετά love story (vids)

6 κινηματογραφικοί έρωτες που δεν είναι βαρετά love story (vids)

Γράφει η Σοφία Γουργουλιάνη

Τα μεγάλα πάθη είναι γι’ αυτούς που τα αντέχουν. Και η προοπτική μιας συμβατικής αιώνιας αφοσίωσης εν είδει ασφυκτικά (αλυσο)δεμένης οικογενείας  μοιάζει, τελικά, ελκυστική όσο μια Ιθάκη επιβεβλημένη σε σύγχρονες Οδύσσειες πληκτικών ημερών. 

Με λίγα λόγια οι αντοχές και οι αντιστάσεις των μεγάλων ερώτων θυσιάζονται, συχνά, οικειοθελώς στο βωμό οικογενειακών τραπεζιών, ακριβών καναπέδων, αφυγραντήρων και ανοξείδωτων κεραμικών ματιών. 

Κι αν η τέχνη μιμείται τη ζωή, οι συμβάσεις την απασχολούν μόνο την ώρα που μπορεί να τους πετάξει φιτιλιές και να τις κάψει ζωντανές.  Κι αν ο έρωτας από φτερωτός θεός και πηγή ανάφλεξης έχει μετατραπεί σε αυτό-τροφοδοτούμενη ρουτίνα, ο κινηματογράφος κλείνει τα μάτια του μπροστά σε αδιάφορα διπλά κρεβάτια. Και τα ανοίγει διάπλατα σε έρωτες καταραμένους και σε χημείες τόσο ισχυρές που δε διστάζουν να κατασπαράξουν τις (ερωτικές) τους σάρκες.

Μπέτι Μπλου (1986) 

Μπέτι Μπλου (1986) 

Το 1986, ο Ζαν Ζακ Μπενέξ, παρέδωσε στην 7η τέχνη μια από τις πιο ερωτικές ταινίες στην ιστορία της. Και γνώρισε στο κοινό της, τη Μπεατρίς Νταλ μια από τις πλέον σεξουαλικές και αντισυμβατικές πρωταγωνίστριες των σκοτεινών αιθουσών. 

Ο Ζοργκ (Ζαν Χιου Ανγκλάντ), παιδί για όλες τις δουλειές και επίδοξος συγγραφέας ξεκινά μια περιστασιακή σχέση με την αινιγματική πλην σεξοβόμβα και κατά πολύ νεότερη του, Μπέτι (Μπεατρίς Νταλ). Η Μπέτι θα μείνει, αμέσως, μαζί του και τα πλοκάμια του έρωτα θα σφίξουν το ζωνάρι τους γύρω από ένα ντουέτο απόλυτα ερωτικό. Το ζωνάρι, όμως θα αρχίσει να μετατρέπεται σε θηλιά όταν η Μπέτι με αργούς πλην οριστικούς ρυθμούς βυθίζεται στην τρέλα. Επειδή, όμως, οι μεγάλοι έρωτες δεν ξεδιψάνε και δεν ξαποσταίνουν ποτέ, το ντουέτο Μπέτι-Ζοργκ θα τραβήξει προς τη δική του δόξα για να αποδείξει περίτρανα πως το «για πάντα μαζί» δεν είναι ουτοπία, αλλά επιλογή.  

Ένα ακόμη αριστούργημα-σφαίρα στο κεφάλι των βραδιών που περνάνε με scroll down στο Facebook. Και μια ταινία που αναζωπυρώνει την πίστη στα σώματα που ορκίζονται για πάντα.

Μαζί, Ποτέ (2004)

Μαζί, Ποτέ (2004)

Το επίμαχο ζευγάρι γνωρίζεται σε ψυχιατρικό ίδρυμα στη Γερμανία, όπου η 18χρονη Σιμπέλ έχει βρεθεί μετά από απόπειρα αυτοκτονίας και ο 40χρονος Τσαχίτ νοσηλεύεται για τον εθισμό του στα ναρκωτικά. 

Η Σιμπέλ αντιμάχεται τα επιβεβλημένα πλην ασφυκτικά οικογενειακά δεσμά κόβοντας τις φλέβες της. Μόνο και μόνο για να βρει, τελικά, την ελπίδα για ένα νέο ξεκίνημα στα μάτια του Τσαχίτ. Μονόδρομος ,λοιπόν, για να απελευθερωθεί από τη φυλακή της οικογένειας είναι να πείσει τον, επίσης, Τούρκο, Τσαχίτ να ενδώσει σε έναν απόλυτα πλασματικό γάμο μαζί της. Ο γάμος θα γίνει άμεσα. Και το εισιτήριο της σεξουαλικής απελευθέρωσης θα σκάσει στα χέρια της Σιμπέλ σαν καυτή πατάτα έτοιμη να κατασπαραχθεί. Αν κάποιο άσμα λέει πως «ότι αρχίζει ωραία, τελειώνει με πόνο», εδώ ο λευκός γάμος θα μετατραπεί σε αδήριτη ανάγκη για δύο σώματα καταραμένα να πενθήσουν το ένα το χαμό του άλλου. 

Ένα σαρωτικό αριστούργημα από τον Φατίχ Ακίν για τον έρωτα ως αιτία ύπαρξης. Για τον έρωτα ως κατάρα, που –όμως- ανυπομονείς να πέσει πάνω σου.

Οι Eραστές της Γέφυρας (1991)

Οι Eραστές της Γέφυρας (1991)

Αν το περίφημο «όταν θέλεις κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να τα καταφέρεις» περιέχει κάποια ψήγματα αλήθειας, τότε ο από μηχανής έρωτας των «Εραστών της Γέφυρας» του Λεό Καράξ, έρχεται να ισοπεδώσει τη συμπαντική επιθυμία και να την αναστήσει ως απόλυτη ερωτική ανάγκη.

Ο Άλεξ (Ντενί Λαβάν) διάγει το βίο του ως άστεγος στο Παρίσι, περνώντας τις μέρες και τις νύχτες του στη γέφυρα «Pont Neuf» η οποία είναι κλειστή για επισκευές. Όταν μια ωραία πρωία στη γέφυρα, θα εμφανιστεί η Μισέλ (Ζιλιέτ Μπινός), ο αναπόδραστος έρωτας θα τους χτυπήσει κατακούτελα και η συγκατοίκηση στο αστικό πλην αφόρητα ρομαντικό τοπίο της γέφυρας θα αποβεί μοιραία. Η όραση της εγκαταλείπει την πάλαι ποτέ ζωγράφο Μισέλ και ο Άλεξ μετατρέπεται σε ερωτοχτυπημένο σωτήρα, αιώνια αγκαλιά και ορθάνοιχτα μάτια. Η ερωτική ανάγκη θα χαρίσει, όμως, στον άγγελο το προσωπείο του δυνάστη όταν η προοπτική της θεραπείας για τη Μισέλ εμφανίζεται ορθάνοιχτη. Οι αγκάλες του Άλεξ, τότε, θα γίνουν δαγκάνες για να μαζέψει από τους δρόμους του Παρισιού κάθε ψίχουλο ελπίδας που θα μπορούσε να χαρίσει στη Μισέλ την παλιά ζωή και την όραση της.  

Μια ωδή στον φτερωτό θεό που διαπερνάει με τα βέλη του ανθρώπινα σώματα και τα ενώνει ως ευτυχισμένα κομμάτια κρέας καταδικασμένα σε αιώνιο σουβλάκι. Και ένας ύμνος σε ένα Παρίσι το ίδιο όμορφο και αιώνιο με τον έρωτα. 

Τα Φτερά του Έρωτα (1987)

Τα Φτερά του Έρωτα (1987)

Ο Βιμ Βέντερς σε ένα από τα αδιαφιλονίκητα αριστουργήματα του κατεβάζει – κυριολεκτικά – τον ουρανό επί της γης χαρίζοντας προσωπείο ανθρώπινο σε δύο αγγέλους. Οι Ντάμιελ και Κάσιελ θα λάβουν, λοιπόν, ανθρώπινη σάρκα και θα σουλατσάρουν αόρατοι στους δρόμους του Βερολίνου ακούγοντας μύχιες ανθρώπινες σκέψεις. Και ως άλλοι «παππούδες του Μάπετ Σόου» θα συνοδεύουν τις βόλτες τους με κατάρες στο νυν και αεί της αγγελικής φύσης και θα ζηλεύουν αθεράπευτα το τώρα της ανθρώπινης υπόστασης.

Το τώρα, όμως της ζωής επί της γης θα μετατραπεί, από αόριστο carpe diem σε ορισμένο, οργισμένο και καταδικασμένο να μείνει ανεκπλήρωτο, έρωτα. Ο άγγελος πλην αόρατος Ντάμιελ (Μπρούνο Γκανζ) θα ερωτευτεί παράφορα μια θνητή πανέμορφη, Γαλλίδα ακροβάτρια, την Μάριον (Σολβέιγκ Ντομάρτιν). Κι αν, λοιπόν, η αοιδός του γνωστού λαϊκού άσματος «Δεν υπάρχουν άγγελοι σου λέω. Νόμιζα πως είχα αγκαλιά τον τελευταίο» φθόνησε και πόθησε ανεπανόρθωτα την αγγελική φύση, ο Βέντερς αντιστρέφει το βάρος της απόδειξης και αναπλάθει το για πάντα, από ευχή σε κατάρα.

Μια ποιητική παραβολή για την θνητότητα και για τον έρωτα ως κινητήριο δύναμη και απόλυτο carpe diem.

Καζίνο (1995)

Καζίνο (1995)

Όταν οι γκάνγκστερ ερωτεύονται, ο φτερωτός θεός χαμογελάει ειρωνικά, φοράει το αλεξίσφαιρο του και ετοιμάζεται για ένα ανθρωποκυνηγητό ολκής, με θύματα τους πάντες.

Το 1995, ο Μάρτιν Σκορτσέζε χάρισε στην κινηματογραφική ιστορία ένα τρίωρο γκανγκστερικό έπος ακμής, αναπόδραστης παρακμής και μοιραίου έρωτα. Ο Σαμ Ρόθστιν (Ρόμπερτ Ντε Νίρο), πρώην παράνομος τζογαδόρος, αναλαμβάνει την προνομιούχα πλην υπεύθυνη θέση μάνατζερ σε καζίνο του Λας Βέγκας. Το χρήμα αρχίζει να ρέει ως άλλος καταρράκτης -εντός, εκτός και επί τα αυτά των τειχών του σπιτιού του- και ο έρωτας για μια πόρνη, την Τζίντζερ (Σάρον Στόουν) του χτυπάει την πόρτα. Με μοναδικό δέλεαρ την επ’ αόριστον οικονομική ευημερία, η Τζίντζερ παντρεύεται τον Σαμ και με όπλο της τη βέρα πετάει μαύρη πέτρα στη ζωή της πόρνης. Ό,τι όμως, λάμπει, δεν είναι χρυσός και ό,τι ανεβαίνει – συνήθως – κατεβαίνει. Ο θεός του Βέγκας και ο έτερος – φτερωτός – θεός, θα φορέσουν τη στολή του αχαλίνωτου μασκοφόρου εκδικητή και με ένα εμφατικό έτσι θέλω, θα αποσπάσουν βιαίως τα κεκτημένα και δεδομένα της ζωής του Σαμ.

Η μαφία, εδώ, είναι το πρόσχημα για μια καταραμένη ιστορία που μιλάει γι’ αυτούς που δε σπέρνουν υπομονετικά αλλά θερίζουν με λαιμαργία. Και για τους έρωτες που περνάνε και δεν ξαναγυρνάνε.

Ερωτική Επιθυμία (2000) 

Ερωτική Επιθυμία (2000) 

Οι νέες κινηματογραφικές γλώσσες είναι τόσο σπάνιες όσο ένας ψύλλος στα άχυρα και τόσο πολύτιμες όσο μια όαση στην έρημο. Εδώ, λοιπόν, ο Γουόν Καρ Βάι, εφευρίσκει τη δική του κινηματογραφική διάλεκτο για μιλήσει για τον ανεκπλήρωτο έρωτα και να ξεδιψάσει διψασμένα κινηματογραφικά στόματα και κουρασμένες σινεφιλικές συνειδήσεις.

Δύο παντρεμένα ζευγάρια πορεύονται στον έγγαμο βίο ως γείτονες σε διπλανά διαμερίσματα. Όταν, όμως, οι γείτονες Σου-λι και Τσο ανακαλύπτουν πως οι σύζυγοι τους, ενδίδοντας στην απόλυτη ερωτική τράμπα, διατηρούν δεσμό, θα επιδοθούν αμφότεροι στη δική τους ερωτική ιστορία. Ο φτερωτός θεός, εδώ θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να ενώσει καρδιές και σώματα. Τα σώματα, όμως, θα του αντισταθούν σθεναρά. Και ο θεός θα αποσύρει τα βέλη του, θα δηλώσει- αδιάφορα- ηττημένος και ο έρωτας θα πενθήσει την ίδια του τη γέννηση.

Ίσως έχουμε να κάνουμε με τον απόλυτο κινηματογραφικό αντί-έρωτα και το απόλυτο σινεφιλικό ανεκπλήρωτο. Εδώ, ο Γουόν Καρ Βάι ως άλλος Μπέκετ χαρίζει μια ωδή στις «ευτυχισμένες μέρες» και με ήρωες ένα σύγχρονος ζεύγος «Αντωνάκη» και «κυρίας Κοκοβίκου» μιλάει για τον διάττοντα αστέρα, έρωτα.