6 ταινίες που θα αλλάξουν τον τρόπο που σκέπτεσαι (vids)

6 ταινίες που θα αλλάξουν τον τρόπο που σκέπτεσαι (vids)

Γράφει η Σοφία Γουργουλιάνη

Κινηματογράφος ή αλλιώς το αιώνιο δίπολο μεταξύ τέχνης και βιομηχανίας.

Σε ένα κόσμο πελώριων σκαφών και άοκνης καλλιτεχνικής έμπνευσης, δολαρίων που γεμίζουν τα μάτια επίδοξων παραγωγών και οραμάτων για την πολυθρύλητη αλλαγή του κόσμου, η ίδια η 7η τέχνη μοιάζει να κάθεται σε μία γωνία, να καπνίζει αμήχανη το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και να περνάει τη βαθύτερη υπαρξιακή κρίση από καταβολής της.

Κι αν κάθε φορά που περνάμε το κατώφλι της κινηματογραφικής αίθουσας υποκύπτουμε στην κρυφή γοητεία και στο αμείλικτο άρωμα του ποπ κορν, η αλήθεια είναι πως παρά τα κύματα νοστιμιάς που ξεχύνονται στον ουρανίσκο, ο κινηματογράφος  μπορεί να διεκδικήσει θέση φωτός σε ένα σκοταδισμό διαρκείας.

Μπορεί οι πάσης φύσεως «λιχουδιές» των κινηματογραφικών κυλικείων να συνοδεύουν, συχνά, προτάσεις διασκέδασης για εύπεπτα κινηματογραφικά γεύματα. Υπάρχουν, όμως και τα ενίοτε παραμελημένα κινηματογραφικά τέκνα που κρατούν ψηλά το λάβαρο της τέχνης και υπόσχονται να «ανοίξουν» μάτια και να πλατύνουν αντιλήψεις. Και που –εν τέλει- μπορούν να πλάσουν από την αρχή την εικόνα που είχαμε για τον εαυτό και τον κόσμο γύρω μας.

Jean Dielman, 23, quai du Commerce, 1080 Bruxelles (1975)

Jean Dielman, 23, quai du Commerce, 1080 Bruxelles (1975)

Στην εμβληματική ταινία της Σαντάλ Άκερμαν η περίφημη «Μαίρη Παναγιωταρά» του γνωστού άσματος βρίσκει το κινηματογραφικό της alter ego στο πρόσωπο της γοητευτικής Ντελφίν Σεϋρίγκ και η Σαντάλ Άκερμαν επιτίθεται απροκάλυπτα στα θεμέλια του σεξισμού. Η «εργαζόμενη μητέρα και καλή νοικοκυρά» Ζαν Ντιελμάν επιδίδεται επί τρεις περίπου ώρες σε ένα φαύλο κύκλο μαγειρέματος, πλυσίματος πιάτων και επισκέψεων στο μπακάλη με μικρά διαλείμματα εργασίας ως κατ’ οίκον πόρνη.

Ένα αργόσυρτα υπνωτιστικό κατηγορώ στη φυλακή μιας κάποιας γυναικείας καθημερινότητας. Και μια ταινία γροθιά σε ένα κόσμο όπου η γυναίκα όσο κι αν προσπαθήσει να πετάξει μακριά το μπούμερανγκ της κοινωνικής καταπίεσης, αυτό θα γυρνάει πάντα για να της «χώσει» άλλη μια σφαλιάρα στο πρόσωπο.

Κυνόδοντας (2009)

Κυνόδοντας (2009)

Αν ο προορισμός της τέχνης είναι να κονταροχτυπιέται με θηρία ανήμερα και με θύματα και υπολείμματα του συντηρητισμού, τότε ο Λάνθιμος μπήκε στο κινηματογραφικό ρινγκ με θράσος για να αποδείξει ότι –ναι- η έβδομη τέχνη του «χρωστάει» μια θέση.

Φόντο της ταινίας, ένα σπίτι-φυλακή όπου οι γονείς σε μια ακραία διακήρυξη πίστης στην αξία της οικογένειας κρατούν τα παιδιά στο σπίτι, χαρίζοντας του μια ανατροφή σε ένα κόσμο φτιαγμένο εν είδει φοβήτρου. Τα δεσμά της φυλακής-οικογένειας, μάλιστα, δεν σπάνε παρά μόνο με την πτώση του κυνόδοντα απ’ τα στόματα των παιδιών-θυμάτων.

Ο ιδρυματισμός της «αγίας» ελληνικής οικογένειας και ο κοινωνικός αποκλεισμός εν είδει μαμάς και μπαμπά μπαίνουν στο κινηματογραφικό στόχαστρο του Λάνθιμου. Και ένα βραβείο στις Κάννες έρχεται να ανεβάσει το σκηνοθέτη στο πάνθεον της κινηματογραφικής πρωτοπορίας.

Όσο για την αγία ελληνική οικογένεια, τα βέλη του Κυνόδοντα θα βρούνε στόχο, μόνο και μόνο για να αποδείξουν ότι τελικά δεν είναι ο γιαλός στραβός, αλλά εμείς που αρμενίζουμε.

Στρότσεκ (1977)

Στρότσεκ (1977)

Ένας πρώην αλκοολικός άρτι αποφυλακισθείς, ένας υπερήλικος φίλος του και μια πόρνη αποφασίζουν ότι το κλίμα της Γερμανίας της δεκαετίας του 1970 δεν σηκώνει τα όνειρα και τις ελπίδες τους. Με πετσοκομμένες, λοιπόν, ελπίδες θα μαζέψουν τα ελάχιστα μπογαλάκια  τους και με γνώμονα την καρδιά και οδηγό τη «νέα τους ζωή», θα καταφτάσουν όλο χαμόγελα στην γη της επαγγελίας aka Αμερική.

Ό,τι όμως ξεκίνησε με «δάφνες» χορού του Ησαΐα θα καταλήξει με χαρακτηριστική ευκολία σε αναπόδραστο χορό του Ζαλόγγου με βέβαιη κατάληξη τη  βίαιη πτώση απ’ το γκρεμό της «καλής» ζωής.

Ο  Βέρνερ Χέρτζογκ, στην πιο ιδιοσυγκρασιακή , ίσως,  ταινία της φιλμογραφίας του ρίχνει βόμβα στα θεμέλια του κοινωνικού παραδείσου που χαρίζει αφειδώς υποσχέσεις «εύκολου» χρήματος. Και παραδίδει μια υπόγεια παραβολή για τη ματαιότητα του Αμερικανικού ονείρου.

Το Κουρδιστό Πορτοκάλι (1971)

Το Κουρδιστό Πορτοκάλι (1971)

Ή αλλιώς η απάντηση του Στάνλει Κιούμπρικ στο αιώνιο ερώτημα «τις πταίει;».

Ένας έφηβος, ο Άλεξ, (Μάλκολμ ΜακΝτάουελ) αντί να εκπληρώνει το καθήκον της παρουσίας του στις σχολικές αίθουσες, αναλώνεται, μετά της συμμορίας του, σε ένα κρεσέντο βίας κατά παντός επιστητού. Θύματα της «γλυκιάς συμμορίας» ηλικιωμένοι αλκοολικοί, εύποροι αστοί και γοητευτικές γυναίκες.

Όταν όμως η συμμορία θα καθαιρέσει τον αδιαφιλονίκητο άρχοντα της, Άλεξ, ο θύτης θα γίνει θύμα και η τραμπάλα θα χάσει την κεκτημένη της ισορροπία. Ο Άλεξ θα κλειστεί στη φυλακή κατηγορούμενος ως δολοφόνος και σε ένδειξη απόλυτης μεταμέλειας θα αφοσιωθεί στη βίβλο και στα θεία. Όταν μια νέα επαναστατική μέθοδος θα υποσχεθεί να μετατρέψει τον στρίγγλο της βίας, Alex, σε αρνάκι του θεού, τότε ο πρωταγωνιστής θα δηλώσει αβλεπί εθελοντής.

Το όραμα ,όμως, της ατομικής αλλαγής και του «δε βαριέσαι εμείς να ‘μαστε καλά κι ας καίγεται ο κόσμος δίπλα μας» καταρρέει ως άλλος πύργος ντόμινο. 

Ναι, ο Κιούμπρικ θα απαντήσει απόλυτα ότι αυτός που «πταίει» δεν αντικατοπτρίζεται στα μάτια του εγκληματία αλλά στη συστημική ευθύνη. Τα λιμνάζοντα νερά του κόσμου δεν τα αλλάζουν τα πάσης φύσεως «εσύ, να κοιτάς τον εαυτό σου», αλλά ή συλλογική δράση και τα οράματα για ένα καλύτερο αύριο.

Αλι, ο φόβος τρώει τα σωθικά (1973)

Αλι, ο φόβος τρώει τα σωθικά (1973)

Ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ  ήρθε με φόρα το 1973 για να μας συστήσει το δίδυμο, αφανής ρατσισμός και έρωτας. Δίδυμο που εκ πρώτης όψεως  μπορεί να φαντάζει ετεροζυγωτικό αλλά η κάμερα του Φασμπίντερ και η ωμή καθημερινότητα το μετατρέπουν αμά τη εμφανίσει σε ομοζυγωτικό και τραγικά μοιραίο.

Όταν, λοιπόν, ο αρρενωπός τριαντάρης μετανάστης  από το Μαρόκο θα πέσει στα δίχτυα του έρωτα της εξηντάρας  Έμυ (Μπριγκίτε Μίρα), ο κόσμος γύρω τους θα καταρρεύσει αυτόματα σαν  τραπουλόχαρτα στο δυνατό αέρα. Κι αυτό που θα ξεκινήσει ως αθώα πλην πονηρή ερώτηση «τι του/της βρήκες;» θα εξελιχθεί σε φόβο ειλικρινή για ένα αύριο που ξεκίνησε με ανέμους ούριους για να παραδοθεί στα 8 μποφόρ του απροκάλυπτου ρατσισμού.

Όλα για τη μητέρα μου (1999)

Όλα για τη μητέρα μου (1999)

Αν ο συντηρητισμός και τα πάσης φύσεως υποκριτικά ταμπού επιμένουν να μας κρύβουν (από) την αγάπη, ο θεός της 7ης τέχνης μας χάρισε τον Πέδρο Αλμοδοβάρ.

Εδώ, βυθίζεται στα άδυτα νερά της αγάπης και ως άλλος επαγγελματίας ψαροντουφεκάς του συναισθήματος μας ξεναγεί σε ένα κόσμο όπου –τελικά- η αγάπη είναι παντού.

Μια μητέρα, η Μανουέλα, χάνει τον 18χρονο γιο της και επίδοξο συγγραφέα μετά από μια θεατρική παράσταση. Και αποφασίζει να σπεύσει σε αναζήτηση του πατέρα του που ο γιος ποτέ δε γνώρισε. Το ταξίδι όμως δε θα αποδειχτεί αναψυχή, αλλά Οδύσσεια, με απάτητη Ιθάκη, έναν άντρα –σχεδόν- ολοκληρωτικά χαμένο.

Κι αν οι πάσης φύσεως Ιθάκες είναι τελικά προσχήματα για τα «φρούτα» των ταξιδιών, η Μανουέλα θα ανακαλύψει πως η τρυφερότητα και η αυτοθυσία μπορούν να διαστρέψουν τύχες και να σώσουν ζωές.

Μέσα από μια σπαρακτική ιστορία ο Αλμοδοβάρ παραδίδει ένα θρίαμβο στη σαρωτική δύναμη της αγάπης. Η αγάπη για τον Αλμοδοβάρ είναι οδοστρωτήρας που δε μπαίνει σε νούμερα και σε καλούπια. Και που όταν βρεθεί στον όποιο δρόμο σου –όπως και να μοιάζει- σκύβεις να την πιάσεις. Γιατί, ως άλλο κέρμα που βρήκες στο πεζοδρόμιο, μόνο τύχη μπορεί ,τελικά, να φέρει.