«Διαβάζοντας» Νικ Χόρνμπι στο σινεμά (vids)

«Διαβάζοντας» Νικ Χόρνμπι στο σινεμά (vids)

Γράφει η Σοφία Γουργουλιάνη

Σε μια απέλπιδα – ίσως – προσπάθεια να διατηρήσει μερικές ρανίδες καλοκαιρινής ευθυμίας και ραστώνης, η κινηματογραφική εβδομάδα μας υποδέχεται με μια τρυφερή μουσική κωμωδία- ερωτική περιπέτεια με τίτλο «Η Τζούλιετ, Γυμνή». Μία ακόμη μεταφορά βιβλίου του δημοφιλούς Νικ Χόρνμπι, όπου ένας ξεπεσμένος ροκ σταρ (Ίθαν Χοκ) θα παλέψει να ανατρέψει το περίφημο «στους δύο, τρίτος δε χωρεί» μπαίνοντας σφήνα ανάμεσα σε ένα φανατικό του θαυμαστή (Κρις Ο' Ντάουντ) και την κοπέλα του (Ρόουζ Μπερν).

Αν, τώρα, τα θερινά σινεμά ισοδυναμούν με ταξίδια σε ξένα κινηματογραφικά σύμπαντα, αναλαμβάνουμε πρόθυμα ρόλο ξεναγού στον κόσμο του Νικ Χόρνμπι.

Μπορεί, λοιπόν, παρθενογένεση στην τέχνη να μην υπάρχει (πια), υπάρχουν όμως «παρθένοι» τρόποι να μεταφέρεις παλιές ιδέες. Μετρ της εισαγωγής ενός τέτοιου τρόπου, ο Νικ Χόρνμπι εφηύρε, ως συγγραφικός από μηχανής θεός, τη feel good κατάθλιψη. Αν η κινηματογραφική και λογοτεχνική σας εμπειρία υπαγορεύει ότι ο τεθλιμμένος κυκλοφορεί κατηφής, μαυροφορεμένος και με μπουκάλια αλκοόλ ανά χείρας, ο Χόρνμπι εισάγει ένα νέο πρότυπο «εύθυμης χήρας» εν είδει τριανταπεντάρη άντρα σε βαθιά υπαρξιακή κρίση και διαρκή αναζήτηση του περιβόητου νοήματος της ζωής. 


O γεννημένος το 1957 στο Ρέντχιλ της Αγγλίας Νικ Χόρνμπι

Κι αν οι «εύθυμες χήρες» (και οι εύθυμοι χήροι) πολεμούν το πένθος με εξόδους βραδινές, ξενύχτια και αναζήτηση του –νέου- έρωτα οι ήρωες του Χόρνμπι επιτίθενται κατά μέτωπο στην κρίση των 30 με μουσική, κινηματογράφο και γήπεδο. Τα στρατεύματα της υπαρξιακής κρίσης, όμως, για τους ήρωες του Χόρνμπι, δεν υποχωρούνε με μικρές – και ενίοτε πικρές – δόσεις ευθυμίας. Μπορεί να ξαποσταίνουν για λίγο καιρό, όμως ξανά προς τη δόξα τραβούν – με χαρακτηριστική ευκολία – όταν ο φτερωτός θεός-έρωτας θα τους χτυπήσει την πόρτα.

Κι αν ο κινηματογράφος υπέκυπτε ανέκαθεν στα θέλγητρα της λογοτεχνίας, τα βιβλία του Χόρνμπι, δεν αποτέλεσαν εξαίρεση. Και χάρη στις άπειρες τραγικωμικές του στιγμές και στους χαμένους στο σύμπαν της υπαρξιακής αναζήτησης ήρωες, αποτέλεσαν –ομολογουμένως πεντανόστιμη – τροφή για την 7η τέχνη.

High Fidelity (2000)

High Fidelity (2000)

Ένα κάποιο άσμα υπαγορεύει πως «οι χωρισμένοι δεν γιορτάζουνε ποτέ». Και σε ευθεία γραμμή με τους περιβόητους στίχους, ο άρτι χωρισμένος και κατηφής Ρομπ, πρώην DJ και νυν ιδιοκτήτης συνοικιακού καταστήματος δίσκων (Τζον Κιούζακ) περνά τις ώρες και τις μέρες του δημιουργώντας λίστα με το τοπ 5 των χωρισμών του. Και αυτό που θα αρχίσει ως αναπόληση περασμένων μεγαλείων θα καταλήξει σε – σχεδόν – απεγνωσμένη αναζήτηση του έρωτα και της ασφάλειας. 

Ξεκινώντας, λοιπόν, το ταξίδι του στο χρόνο και στις αναμνήσεις παρελθόντων ερώτων θα σπεύσει να αποκλείσει τη γοητευτική και επιτυχημένη πρώην του, Λόρα (Ίμπεν Γιάιλε), από τη λίστα των δραματικών και δακρύβεχτων χωρισμών. Ταυτόχρονα ως άλλος κουλ, ημι-ξεπεσμένος ροκάς θα επιδοθεί σε ένα στριφογύρισμα από «κανάρα σε κανάρα» προσπαθώντας να ξανακάνει χώρο για τον έρωτα στη ζωή και το υπνοδωμάτιο του. Όταν, όμως, η πρώην κοπέλα του θα βρει τον έρωτα στο σπίτι του απεχθούς γείτονα (Τιμ Ρόμπινς) ο χωρισμός ξαφνικά θα μετατραπεί σε μαρτύριο και η συνειδητοποίηση της παρελθούσας ευτυχίας σε αδήριτη ανάγκη.

Ο Στίβεν Φρίαρς μάζεψε από τον κάλαθο των μικρών λογοτεχνικών feel good διαμαντιών, το βιβλίο του Χόρνμπι για να παραδώσει μια ταινία ύμνο σε μια ολόκληρη γενιά και σ’ εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που ψάχνουν παρηγοριά σε μουσικές, ταινίες και βιβλία. Μια γενιά τριαντάρηδων σε διαρκή συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα που εν τέλει ψάχνει τη δική της ερωτική Ιθάκη. Και μια κατηγορία ανθρώπων που όταν πονάνε δεν ψάχνουν το αδικοχαμένο νόημα της ζωής τους σε σουβλάκια και σε τούρτες σοκολατίνα, αλλά στους Beatles, στον Μπέργκμαν και στον Τζόζεφ Κόνραντ.

Για ένα αγόρι (2002)

Για ένα αγόρι (2002)

Άλλος ένας τριανταπεντάρης πιασμένος στη φάκα της ερωτικής καλοπέρασης και του αράγματος σε μια κάποια ατέρμονη ρουτίνα πλήξης. Ο Γουίλ (Χιου Γκραντ), λοιπόν, είναι εργένης από πεποίθηση και αναλώνεται σε διαρκείς παιάνες υπέρ της μοναχικής ζωής. Ταυτόχρονα, διάγει ένα βίο ανέσεων χωρίς να έχει δουλέψει ποτέ χάρη στο σταθερό εισόδημα που του εξασφαλίζουν τα έσοδα από τα δικαιώματα ενός χριστουγεννιάτικου τραγουδιού που είχε – κάποτε – γράψει ο αείμνηστος πατέρας του.

Μια ωραία πρωία θα γνωρίσει μια γοητευτική γυναίκα πλην χωρισμένη μητέρα. Και τότε η συνειδητοποίηση των πλεονεκτημάτων του δεσμού με τις χωρισμένες μητέρες θα χτυπήσει το κεφάλι ως άλλη κεραμίδα. Πλεονεκτήματα τα οποία αναλώνονται στη δυσκολία των γυναικών αυτών να συνάψουν μόνιμο δεσμό – λόγω του παιδιού – και στη συνακόλουθη ευκολία με την οποία εγκαταλείπουν τη μονιμότητα της σχέσης. Ο αθεράπευτα εγωιστής Γουίλ βρίσκει, επιτέλους, τη χαρά του και τον τρόπο να αποφεύγει τη δύσκολη κουβέντα του «δεν είμαι εγώ για μόνιμες σχέσεις».

Ότι όμως αρχίζει ωραία τελειώνει με πόνο και ο Γουίλ θα βρει το μπελά του όταν θα ανακαλύψει άλλο ένα υποψήφιο θύμα- ανύπαντρη μητέρα (Ρέιτσελ Βάις), στην οποία θα δηλώσει ψευδώς χωρισμένος πατέρας.  Από «σπόντα» της τύχης ο Γουίλ θα συναντήσει τον Μάρκους (Νίκολας Χουλτ), γιο μιας αυτοκτονικής φίλης (Τόνι Κολέτ) του υποψήφιου θύματος. Και από τη μία στην στιγμή στην άλλη ο 11χρονος Μάρκους θα αποφασίσει να μεταβληθεί σε κολλητό του.

Μια ταινία – μεταφορά του βιβλίου «About a boy» – γλυκιά σαν καραμέλα με αχτύπητο δίδυμο σε στιγμές απρόσμενης χημείας τους Χιου Γκραντ και Νίκολας Χουλτ. Και μια μικρή ελεγεία στην ευτυχία που κρύβεται πάντα εκεί που δεν την περιμένουμε.

Fever Pitch (1997), Στον πυρετό… της λόξας (2005)

Fever Pitch (1997), Στον πυρετό… της λόξας (2005)

Ο Χόρνμπι, εκτός από εραστής της μουσικής του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας είναι και αθεράπευτος οπαδός της Άρσεναλ. Σε έναν αυτοβιογραφικό χείμαρρο –μυθιστόρημα θα διηγηθεί τη γλυκόπικρη ιστορία του Πολ,  ενός καθηγητή Αγγλικών σε βρετανικό λύκειο και παράφορα ερωτευμένου με την Άρσεναλ. Όταν ο Πολ θα γνωρίσει τη συνάδελφο καθηγήτρια Σάρα, ο φτερωτός θεός θα επιχειρήσει να αποσύρει τα βέλη από την Άρσεναλ και να τα επανατοποθετήσει στη Σάρα. Η ομάδα του, όμως, θα αποδειχθεί σκληρό καρύδι και τα υπολείμματα ερωτικών βελών θα δίνουν ισχυρούς επιθανάτιους ρόγχους πάθους που παραλίγο να αποκλείσουν την αγάπη της Σάρα από την πρώην μοναχική ζωή του Πολ.

Το βιβλίο του Χόρνμπι ευτύχησε σε δύο κινηματογραφικές μεταφορές. Η πρώτη μεταφορά εν έτει 1997 έμεινε πιστή στο πνεύμα του Χόρνμπι και της λατρείας του στην Άρσεναλ. Το ρόλο του Πολ έχει ο νεότατος Κόλιν Φερθ και της Σάρα, η Ρουθ Γκέμελ. Μια ταινία με αύρα ανεξάρτητης παραγωγής και φλέγμα βρετανικό.

Η δεύτερη μεταφορά έγινε 8 χρόνια μετά από τους αδερφούς Φαρέλι. Εδώ, η λατρεία για την Άρσεναλ μετατράπηκε σε οπαδική αφοσίωση στους Μπόστον Ρεντ Σοξ και το ποδόσφαιρο σε μπέιζμπολ. Ταυτόχρονα, τους ρόλους πήραν οι Ντρου Μπάριμορ και Τζίμι Φάλον, ενώ το βρετανικό φλέγμα αντικαταστάθηκε από μία αύρα – καλοδεχούμενης –  αμερικανιάς.

Δύο ταινίες που – τελικά – δε φλυαρούνε ακατάσχετα για τις περιβόητες διαφορές των δύο φύλων, αλλά για την αγάπη που ενίοτε ανασταίνει ζωές που λιμνάζουν στην αναζήτηση νοήματος. 

Πέντε δευτερόλεπτα στο κενό (2014) 

Πέντε δευτερόλεπτα στο κενό (2014) 

Σε μια πιο πρόσφατη μεταφορά βιβλίου («A long way down») του Νικ Χόρνμπι στη μεγάλη οθόνη, ο πρωταγωνιστής δεν είναι ένας και μοναχικός άντρας, αλλά τέσσερις, άντρες και γυναίκες. Και η μοναξιά που περικύκλωνε απειλητικά τις ζωές ηρώων των προηγούμενων πρωταγωνιστών, δεν είναι παρά πταίσμα μπροστά στις φουρτούνες τις τύχες που βασανίζουν τους εδώ ήρωες.

Οι πέντε, λοιπόν, πρωταγωνιστές, από ειρωνεία της τύχης, συναντιούνται ένα βράδυ Πρωτοχρονιάς όπου έχουν βρεθεί – ο καθένας ξεχωριστά – σε έναν ουρανοξύστη του Λονδίνου για να θέσουν τέρμα στις μίζερες ζωές τους. Οι απόπειρες, όμως, θα αποβούν άκαρπες και το μέλλον επιφυλάσσει μια πενταμελή συμμαχία με απαράβατο κανόνα λειτουργίας την παραμονή στη ζωή μέχρι τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου.

Με προεξάρχοντες τους Πιρς Μπρόσναν και Τόνι Κολέτ, η πρώην δυστυχής κομπανία θα πηδήξει ταυτόχρονα πάνω από τα κύματα της κακοτυχίας, μόνο και μόνο για να ανακαλύψει πως οι ανθρώπινες σχέσεις σηκώνουν και τα πλέον βαριά και – ενίοτε –  αυτοκτονικά πέπλα της μοίρας.