Γράφει η Σοφία Γουργουλιάνη

Αν ο καινούριος χρόνος για να μπει καλά «θέλει» χαμόγελο, οι εταιρείες διανομής αποφάσισαν να μας φροντίσουν, και να μας χαρίσουν αυτή την εβδομάδα μια ακόμα ταινία με πρωταγωνίστρια τη «Μις Χαμόγελο», Τζούλια Ρόμπερτς. Η ταινία, «Ben is Back»,  είναι η ιστορία της ξαφνικής επιστροφής του άσωτου και ναρκομανούς γιου (Λούκας Χέτζες) από την κλινική αποτοξίνωσης όπου φιλοξενούνταν, στην οικογενειακή εστία, μερικές ημέρες πριν τα Χριστούγεννα. Εδώ, η Τζούλια Ρόμπερτς, στο ρόλο της μάνας, επιστρατεύει γοητεία και αποφασιστικότητα για να κρατήσει ολόκληρη την οικογένεια όρθια. Ενδεχομένως, η ταινία να μην προσφέρει γερές δόσεις από το γνωστό απαστράπτον χαμόγελο της Τζούλια, όμως οι πρώτες κριτικές μιλάνε για ένα αγωνιώδες οικογενειακό δράμα με πρωταγωνίστρια μια Τζούλια Ρόμπερτς στο κέντρο του κυκλώνα, να χαρίζει ακόμα μία εμβληματική ερμηνεία.

Σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου σινεφίλ εξωγήινοι θα εισέβαλαν στις κινηματογραφικές αίθουσες και με απορημένα βλέμματα, θα ρωτούσανε «ποια είναι –τέλος πάντων- αυτή η Τζούλια Ρόμπερτς;» ίσως η  πλέον ταιριαστή απάντηση να ήταν: «η πιο κουλ ηθοποιός της γενιάς της» (κάτι που αποδεικνύει και η πόζα της παραπάνω για το περιοδικό «Entertainment Weekly»). Και ίσως η πλέον αντιπροσωπευτική, να ήταν ο ευχαριστήριος λόγος της στα Όσκαρ του 2001, για την ταινία «Έριν Μπρόκοβιτς», όπου με έναν γοητευτικό συνδυασμό ομορφιάς και αμηχανίας, μίλησε στο αγαλματίδιο λέγοντας του πόσο όμορφο είναι, και κατέληξε να ευχαριστεί όλους όσους έχει γνωρίσει στη ζωή της, αναφωνώντας πως τελικά – ο κόσμος είναι υπέροχος. Και πείθοντας και τον πλέον δύσπιστο πως η αισιοδοξία και το χιούμορ της είναι –τελικά- πηγαία και ακαταμάχητα.

Επειδή, όμως, το σενάριο της σύντομης επίσκεψης των σινεφίλ εξωγήινων -και των συστάσεων τους στον κόσμο της Τζούλια Ρόμπερτς ως απλώς κουλ- είναι εν τέλει ελάχιστα πιθανό, το αφιέρωμα αυτό χρωστάει στη Τζούλια και μια αναφορά- αποθέωση σε όλους εκείνους τους ρόλους που έχει χαρίσει στην κινηματογραφική ιστορία. Το 1988, λοιπόν, στην τρυφερή ηλικία των εικοσιενός συστήθηκε στο ευρύ κοινό της έβδομης τέχνης με μια ιστορία ενηλικίωσης εφήβων κοριτσιών που δουλεύουν στην ίδια πιτσαρία, το «Mystic Pizza». Η συνέχεια, ένα χρόνο μετά, είχε τις «Ανθισμένες Μανόλιες», μία ακόμα ιστορία για μια γυναικεία συμμαχία και την πρώτη της υποψηφιότητα για Όσκαρ, Β’ γυναικείου ρόλου. Η αποθέωση και η παγκόσμια πια αναγνώριση δεν άργησε καθόλου να έρθει. Και ,έτσι, το 1990 έστρεψε κινηματογραφικά και μη βλέμματα πάνω της με το ρόλο της Βίβιαν στο «Pretty Woman». Μια πόρνη έκπτωτος άγγελος, από σπόντα της τύχης πέφτει στα «χέρια» του πλούσιου και γοητευτικού Ρίτσαρντ Γκιρ. Εκείνος ξεκινά ,ως άλλος Πυγμαλίων, να τη μεταμορφώνει προκειμένου να τον συνοδεύσει σε επίσημες εκδηλώσεις και πάσης φύσεως δείπνα, καταλήγει –όμως- να πιαστεί στη φάκα ενός έρωτα αντισυμβατικού και απόλυτα παραμυθένιου. Και αμφότεροι οι πρωταγωνιστές, σε συνδυασμό με το σκηνοθέτη Γκάρι Μάρσαλ, χαρίζουν στην έβδομη τέχνη μια από τις πλέον αξιομνημόνευτες ρομαντικές κομεντί- λάβαρο (ακόμα και σήμερα) για γενιές εφήβων και μη σε ερωτική παράκρουση.

Η συνέχεια είχε συνεργασίες με τους Τζόελ Σουμάχερ («Για πάντα νέοι»), Στίβεν Σπίλμπεργκ («Hook») και Ρόμπερτ Άλτμαν («Ο Παίκτης»). Έχοντας ήδη κατακτήσει τον τίτλο της επίσημης αγαπημένης των Αμερικάνων, ξεδιπλώνει το υποκριτικό της ταλέντο και το προσωπικό της ταπεραμέντο στην αστυνομική ταινία του Άλαν Πακούλα, «The Pelican Brief», και στη δραματική κομεντί του Ρόμπερτ Άλτμαν, «Πρετ-α-Πορτέ», όπου πρωταγωνιστεί με τους Σοφία Λόρεν και Μαρτσέλο Μαστρογιάνι. Στα χρόνια που μεσολαβούν μέχρι το κλείσιμο της δεκαετίας από την προβολή του «Pretty Woman», στα υποκριτικά της πόδια θα «πέσουν» οι Στίβεν Φρίαρς («Mary Reilly»), Κρις Κολούμπους («Η ζωή σε δύο πράξεις»), Νιλ Τζόρνταν («Μάικλ Κόλινς, ο Επαναστάτης») και Γούντι Άλεν («Όλοι λένε σ’ αγαπώ»). Η απόλυτη καθιέρωση θα τη βρει στο «γύρισμα» του 21ου αιώνα, με το 1999 να της επιφυλάσσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε δύο κλασικές ρομαντικές κομεντί, «Η νύφη το ‘σκασε» και «Ο Γάμος του Καλύτερου μου Φίλου». Κι εκεί που το κινηματογραφικό σύμπαν πήγε να την κατατάξει αυθορμήτως στην κατηγορία «ρομαντική κομεντί», εκείνη φεύγει από την απονομή των Όσκαρ του 2001, με το χρυσό αγαλματίδιο ανά χείρας, μετά από μία εξαιρετική ερμηνεία στην ταινία «Έριν Μπρόκοβιτς». Από κει και πέρα, το Χόλιγουντ είναι δικό της, κι εκείνη δεν διστάζει να το κατακτήσει με το τεράστιο χαμόγελο και την αβίαστη γοητεία της. Μέχρι σήμερα θα κερδίσει ρόλους σε πάνω από 20 ταινίες και ακόμη μία υποψηφιότητα για Όσκαρ για την ταινία «Αύγουστος» το 2013. 

Κι αν ο κόσμος του Χόλιγουντ έχει συνηθίσει να αποθεώνει είτε λαμπερές ενζενί είτε λαμπερές θεές της υποκριτικής, η πηγαία λάμψη της Τζούλια Ρόμπερτς θόλωσε τα χολιγουντιανά νερά και την ανέδειξε σε μια από τις απόλυτες αμερικανίδες σταρ της σύγχρονης κινηματογραφικής βιομηχανίας. Με τους απανταχού φαν της, να μην υποκύπτουν σε εκδηλώσεις –διακριτικής ή μη- λατρείας ούτε (μόνο) για το υποκριτικό της ταλέντο ούτε (μόνο) για την αδιαμφισβήτητη ομορφιά της, αλλά για έναν ακαταμάχητο συνδυασμό αισιοδοξίας, ζωντάνιας, δίμετρων ποδιών και χαμόγελου. Με την προσωπικότητα της, λοιπόν, να αναδεικνύεται σε ναυαρχίδα της γοητείας της, η Τζούλια Ρόμπερτς μοιάζει να έχει από καιρού απολέσει την επιθυμία να καβαλήσει οποιοδήποτε καλάμι. Κρατά, λοιπόν, οικειοθελώς και χωρίς κόπο τα πόδια της στο έδαφος και οι οπαδοί της μοιάζουν να πιστεύουν ότι, σίγουρα, κάποιο κρύο πρωινό –ως άλλο κορίτσι της διπλανής πόρτας- η Τζούλια θα περιμένει μαζί τους το ασανσέρ. 

Κατά τη διάρκεια των 30 αυτών ετών καριέρας, έχει ψηφιστεί 6 φορές ανάμεσα στους 50 ομορφότερους ανθρώπους του πλανήτη από το περιοδικό «People», ενώ ταυτόχρονα δηλώνει πως είναι πολύ ψηλή για να είναι κορίτσι και δεν είχε ποτέ αρκετά φορέματα για να είναι κυρία. Το 2007 είχε ψηφιστεί, ως η 57η πιο σέξι ηθοποιός από το περιοδικό «Empire», ενώ δηλώνει πως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων κάθεται σε μια καρέκλα και πλέκει, γιατί το πλέξιμο της επιτρέπει να έχει μία δραστηριότητα όταν δεν πρωταγωνιστεί η ίδια, αλλά ταυτόχρονα μπορεί και να μιλάει με τα υπόλοιπα μέλη του καστ. Κι αν έχουμε συνηθίσει το σεξαπίλ να συνοδεύεται από πάσης φύσεως κραυγαλέες εμφανίσεις και στερεότυπα για βαθιά ντεκολτέ, η Τζούλια είναι εδώ, για να αποδείξει ότι το σεξαπίλ είναι –ενίοτε- χιούμορ και πλατύ χαμόγελο. Διαθέτοντας πόδια μήκους 2 μέτρων και ένα πρόσωπο που μοστράρει τη «χαρά της ζωής» αναφέρει ότι δε θα έκανε γυμνό, επειδή δε θα ήθελε ό καθηγητής της Άλγεβρας της, να δει τον πισινό της.

Κατά δήλωση της, είναι γεμάτη από τη ζωή της κάθε ώρα που περνάει. Ενώ, για τη δουλειά της ως ηθοποιός έχει αναφέρει σε συνέντευξη πως είναι εξαιρετικά ευχάριστη, επειδή ντύνεται σαν κούκλα, ένας ωραίος άντρας της βάζει κραγιόν στα χείλη και λέει λέξεις. Κι ακόμα κι αν για την ίδια, η δουλειά του ηθοποιού είναι μια δραστηριότητα που απαιτεί ντύσιμο, μακιγιάζ και ένα ενδεχόμενο ταλέντο στην απαγγελία λέξεων, η Τζούλια δεν έκρυψε ποτέ το άγχος της όταν κλήθηκε, το 2013, στην ταινία «Αύγουστος», να παίξει με την Μέριλ Στριπ, δηλώνοντας πως ονειρευόταν επί χρόνια αυτή τη συνεργασία. Και σε μία γενναιόδωρη εκδήλωση θαυμασμού για το πρόσωπο της Στριπ αναφέρει πως είναι ένας πανέμορφος άνθρωπος, ενώ ταυτόχρονα δεν έχει ξανασυνεργαστεί με ηθοποιό ο οποίος να εργάζεται τόσο σκληρά.

Κι αν το χιούμορ είναι το δυνατό χαρτί της Τζούλια Ρόμπερτς, το 2018 και η ταινία «Ben is Back» της επεφύλαξε την πλέον -μάλλον- κωμική στιγμή της καριέρας της, με τίτλο τοπικής αμερικάνικης εφημερίδας –σε ρεπορτάζ για τη συγκεκριμένη ταινία- να αναφέρει ευθαρσώς  «Julia Roberts Finds Life and her Holes Get Better with Age» (Η Τζούλια Ρόμπερτς βρίσκει ότι η ζωή και οι τρύπες της γίνονται καλύτερες με την ηλικία). Φυσικά, ο δαίμων του τυπογραφείου παρενέβη και η λέξη roles μετατράπηκε σε holes, με το δημοσιογράφο να μην θέλει να αναφερθεί στις τρύπες της Ρόμπερτς, αλλά στους ρόλους της, οι οποίοι γίνονται καλύτεροι. 

Μία χιουμοριστική στιγμή, μία από τις αγαπημένες ηθοποιούς της κινηματογραφικής υφηλίου και ένα δυνατό οικογενειακό δράμα είναι εδώ για να προσπαθήσουν να φέρουν την κινηματογραφική άνοιξη μερικούς μήνες νωρίτερα.