Ένα 10χρονο αγόρι που έχει πάει κατασκήνωση στη Βόρεια Ιταλία, σταματάει έξω από τον κινηματογράφο ενός χωριού και κοιτάζει μαγεμένο την αφίσα της ταινίας που παίζει. Μια μπαλαρίνα χορεύει με κομμένο λαιμό, και το αίμα που τρέχει στο γυμνό της σώμα έχει σχηματίσει λίμνη στο πάτωμα. Δίπλα της, ένα όνομα: Ντάριο Αρτζέντο. Από κάτω, μία λέξη: Suspiria.

Το αγόρι κατάφερε να δει την ταινία τρία χρόνια αργότερα, όταν προβλήθηκε στην τηλεόραση. Τρόμαξε, γοητεύτηκε, ενθουσιάστηκε. Και το 2018, βλέπει πλέον τη λέξη Suspiria ξανά σε αφίσες κινηματογράφων, αυτή τη φορά μαζί με το δικό του όνομα: Λούκα Γκουαντανίνο.

Η δική του εκδοχή για την ταινία σε αρκετούς άρεσε, σε μάλλον περισσότερους όχι. Μπορείτε να τη δείτε αυτές τις ημέρες στους ελληνικούς κινηματογράφους και να σχηματίσετε τη δική σας άποψη. Η οποία πιθανότατα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν έχετε δει την πρωτότυπη «Suspiria». Αυτή για την οποία θα θυμηθούμε κάποια πράγματα στη συνέχεια. 

To 1977 ο Ντάριο Αρτζέντο θεωρούταν ήδη μετρ του ιταλικού τρόμου, με καλύτερη ταινία του το «Βαθύ Κόκκινο» του 1975. Για την επόμενη ταινία του, «Suspiria», εμπνεύστηκε από τη συλλογή δοκιμίων του Βρετανού Τόμας Ντε Κουίνσεϊ από το 1845, «Suspiria de profundis» (Αναστεναγμοί εκ βαθέων) και από ιστορίες μαγείας. Τοποθέτησε τη δράση σε μια σχολή χορού στη Γερμανία και επέλεξε για ηρωίδα μια αμερικανίδα χορεύτρια που ταξιδεύει εκεί για να συνεχίσει τις σπουδές της. Σύντομα όμως διαπιστώνει ότι η σχολή είναι βιτρίνα για μια ομάδα σατανικών μαγισσών που υπηρετούν την (ελληνίδα) αρχιμάγισσα Ελένα Μάρκος.

Τα γυρίσματα έγιναν στην Ιταλία και το Μόναχο, ενώ το καστ – με επικεφαλής την Αμερικανίδα Τζέσικα Χάρπερ, αποτελούταν από αμερικανόφωνους, ιταλόφωνους και γερμανόφωνους ηθοποιούς. Ο κάθε ένας έπαιζε μιλώντας τη γλώσσα του, για να ακολουθήσει το στάδιο της μεταγλώττισης – όπως συνηθιζόταν στις ιταλικές παραγωγές της εποχής. 

Αυτή η λεπτομέρεια έπαιξε το ρόλο της στο τελικό αποτέλεσμα των ερμηνειών της ταινίας, που δεν είναι και το μεγάλο της ατού – για να το πούμε ευγενικά. Ούτε το σενάριο, που θεωρείται μάλλον απλοϊκό. Εδώ το παν είναι η ατμόσφαιρα, και τα εύσημα πηγαίνουν στον σκηνοθέτη, τον διευθυντή φωτογραφίας Λουτσιάνο Τόβολι και τον σκηνογράφο Τζουζέπε Μπασάν.

Ο Αρτζέντο ήθελε να γυρίσει ένα τρομαχτικό παραμύθι για μεγάλους, κάτι σαν μια σπλάτερ «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων». Η ταινία του είναι από τις τελευταίες που γυρίστηκαν σε Technicolor και ο Τόβολι γέμισε το κάδρο με εκτυφλωτικά κόκκινα (κυρίως), μπλε, πράσινα και κίτρινα, σε συνεργασία με τον Μπασάν που σχεδίασε τα πιο απίθανα δωμάτια και διαδρόμους, που έμοιαζαν να παγιδεύουν τους χαρακτήρες με τις γωνίες και τα γεωμετρικά τους σχήματα. Χαρακτηριστικό δείγμα όλων των παραπάνω είναι η φοβερή και τρομερή σκηνή του πρώτου φόνου της ταινίας, που θεωρείται all time classic (προσοχή, splatter alert!).

Κάτι ακόμη που ξεχωρίσει στο παραπάνω βίντεο αλλά και σε όλη την ταινία, είναι το σάουντρακ του progressive rock συγκροτήματος Goblin. Το συνέθεσαν σε συνεργασία με τον Αρτζέντο πριν καν γυριστεί η ταινία, και σήμερα είναι εξίσου διάσημο με αυτή. Συνθεσάιζερ, καμπανάκια, drum machine και... μπουζούκι, μαζί με τρομαχτικά φωνητικά συνθέτουν ένα ηχητικό τοπίο που στοιχειώνει αμέσως τον ακροατή. Στη νέα «Suspiria», το πρωτοποριακό σάουντρακ των Goblin έχει αντικατασταθεί από ένα πιο συμβατικό, αλλά εξίσου αποτελεσματικό, με την υπογραφή του Τομ Γιορκ των Radiohead. Σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του BBC ο Γιορκ δήλωσε ότι αναζήτησε την έμπνευσή του όχι στην πρώτη ταινία, αλλά στη δουλειά του Vangelis (Παπαθανασίου) για το «Blade Runner».