Στη χρυσή τους εποχή, από τα τέλη της δεκαετίας του '20 μέχρι τα μέσα εκείνης του '40, είχαν εμφανιστεί μαζί σε περισσότερες από 100 ταινίες, μικρού και μεγάλου μήκους, με ήχο ή χωρίς. Αλλά το 1953 το άστρο του Χοντρού και του Λιγνού, του Όλιβερ Χάρντι και του Σταν Λόρελ, είχε χάσει μεγάλο μέρος της λάμψης του. Αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας και η τελευταία τους ταινία («Οι Νέοι Ροβινσώνες» του 1951) ήταν καλλιτεχνική και εμπορική αποτυχία.

Εκείνη τη χρονιά, σε μια προσπάθεια να αναβιώσουν τις ημέρες της δόξας τους, περιόδευσαν στην Ευρώπη και τον Σεπτέμβριο πέρασαν στην Ιρλανδία και τη Βρετανία. Τα όσα συγκινητικά ακολούθησαν, είναι το θέμα της βιογραφικής ταινίας «Stan & Ollie», που θα κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στις 21 Οκτωβρίου κλείνοντας το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Λονδίνου, ενώ θα προβληθεί στους κινηματογράφους τον ερχόμενο Ιανουάριο. Μόλις κυκλοφόρησε το πρώτο τρέιλερ με τον Αμερικανό Τζον Σ. Ράιλι ως Χάρντι και τον Βρετανό Στιβ Κούγκαν ως Λόρελ, και όσοι δούλεψαν στο μακιγιάζ των δύο ηθοποιών αξίζουν χίλια Όσκαρ! Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τους πρωταγωνιστές, που έχουν καταφέρει να συλλάβουν και την παραμικρή λεπτομέρεια στο βλέμμα, την ομιλία και τις κινήσεις του θρυλικού ντουέτου.

Ο Σταν Λόρελ είχε αφηγηθεί κάποτε την άφιξή τους με πλοίο στις 9 Σεπτεμβρίου 1953 στο Κομπ της Ιρλανδίας ως εξής: «Η αγάπη και στοργή με την οποία ήρθαμε αντιμέτωποι εκείνη την ημέρα στο Κομπ ήταν κάτι το απίστευτο. Εκατοντάδες βάρκες και πλοιάρια γύρω μας χτυπούσαν τις κόρνες τους και πλήθος κόσμου ήταν συγκεντρωμένο στις αποβάθρες. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι συνέβαινε. Μέχρι που οι καμπάνες της εκκλησίας άρχισαν να χτυπούν παίζοντας το μουσικό μας θέμα “Ο χορός των κούκων”. Ο Όλι με κοίταξε και βάλαμε τα κλάματα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την ημέρα. Ποτέ».

Το κοινό τους λάτρεψε και σύντομα διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο ότι ο Χοντρός και ο Λιγνός είχαν επιστρέψει καλύτεροι από ποτέ. Και τότε άρχισαν τα προβλήματα. Ο Χάρντι έπαθε καρδιακή προσβολή και δεν κατάφερε να συνεχίσει την περιοδεία παρά τις προσπάθειές του. Βρέθηκαν αντικαταστάτες, αλλά όποιος και αν έπαιζε δίπλα στον Λόρελ αποδεικνύονταν «λίγος». Όταν πρότειναν στον Λιγνό να συνεχίσει μόνος, εκείνος αρνήθηκε. Ως σύνολο ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών. Συγκινημένος από την άρνηση του φίλου του, ο Χοντρός σηκώθηκε από το κρεβάτι για μερικές τελευταίες, θριαμβευτικές παραστάσεις, που ήταν και οι τελευταίες της καριέρας τους.

Ωραία ιστορία για ταινία, έτσι; Αυτή είναι η επίσημη σύνοψη του φιλμ που έγραψε ο Τζεφ Πόουπ και σκηνοθέτησε ο Τζον Σ. Μπέιρντ. Η συνέχεια της ιστορίας, που δεν γνωρίζουμε αν καλύπτεται από την ταινία, έχει ως εξής. Το 1956, για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Όλιβερ Χάρντι αποφάσισε να ακολουθήσει τις συμβουλές των γιατρών και να προσέξει την υγεία του. Έχασε πάνω από 45 κιλά, αλλάζοντας εντελώς την εμφάνισή του. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο ηθοποιός έπασχε από καρκίνο, και ότι εκεί οφείλεται η απώλεια βάρους. Από εκείνη την εποχή προέρχεται και το ακόλουθο οικογενειακό φιλμάκι με την τελευταία κοινή εμφάνιση του (πρώην) Χοντρού και του Λιγνού. Ένας οικογενειακός φίλος το γύρισε στο σπίτι της κόρης του Λόρελ, Λόις.

Στις 14 Σεπτεμβρίου ένα βαρύ εγκεφαλικό έριξε στο κρεβάτι για πολλούς μήνες. Τον Αύγουστο του 1957 έπαθε δύο ακόμη εγκεφαλικά και έπεσε σε κώμα από το οποίο δεν βγήκε ποτέ. Έφυγε από τη ζωή στις 7 Αυγούστου σε ηλικία 65 ετών, ζυγίζοντας μόλις 63 κιλά.

Ο Σταν Λόρελ έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη και δεν πήγε στην κηδεία του φίλου του. «Θα καταλάβει...» φέρεται να είπε. Δεν εμφανίστηκε ούτε για να παραλάβει το τιμητικό του Όσκαρ το 1960 επικαλούμενος προβλήματα υγείας. Έζησε μέχρι το 1965, χωρίς εμφανίσεις σε τηλεόραση και κινηματογράφο παρά τις προτάσεις που του γίνονταν. Ωστόσο δεν έχασε την επαφή του μέσω αλληλογραφίας με τα πλήθη θαυμαστών – επέμενε να απαντά προσωπικά σε κάθε γράμμα – ενώ άνοιξε το σπίτι του σε πολλούς κωμικούς που τον επισκέπτονταν για ιδέες και συμβουλές – ανάμεσά τους οι Τζέρι Λιούις, Πίτερ Σέλερς, Ντικ Βαν Ντάικ και ο μίμος Μαρσέλ Μαρσό. Μια από τις τελευταίες του ατάκες; «Αν κάποιος από εσάς τολμήσει να κλάψει στην κηδεία μου δεν θα του ξαναμιλήσω ποτέ!».