Ο Μανώλης Μαυροματάκης πρωταγωνιστεί στην γαλλική κινηματογραφική παραγωγή «Οι Μεταφραστές» του Ρεζί Ρουανσάρ, η οποία από σήμερα κυκλοφορεί στα ελληνικά θερινά σινεμά σε διανομή Feelgood. Με αφορμή τη συμμετοχή του στην ταινία, ο γνωστός ηθοποιός μας μιλάει για το ρόλο του, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, αλλά και για την πανδημία του κορονοϊού και την ασφυκτική κατάσταση που έχει δημιουργήσει στους ανθρώπους του πολιτισμού.

Πώς προέκυψε η συμμετοχή σας στην ταινία «Οι Μεταφραστές» του Ρεζί Ρουανσάρ;
Η Ελένη Κοσσυφίδου, η παραγωγός του «Εχθρού μου», με ειδοποίησε πως ένα γαλλικό γραφείο casting έψαχνε το mail μου για να κάνω ένα δοκιμαστικό βίντεο για μια ταινία, «Ο εχθρός μου» είχε ήδη προβληθεί σε φεστιβάλ στο Παρίσι, ίσως να με είχαν δει εκεί. Επικοινώνησα μαζί τους, μου έστειλαν οδηγίες για το ρόλο και ετοίμασα τη σκηνή που μου ζήτησαν να παίξω σε βίντεο. Μου απάντησαν πως άρεσα πολύ στο σκηνοθέτη. Πέρασα και δεύτερη δοκιμασία στο Παρίσι και αρχίσαμε, μετά από λίγους, μήνες τα γυρίσματα.

Πείτε μας δύο λόγια για το δικό σας ρόλο.
Είναι θα λέγαμε στον αντίποδα του εκδότη. Ένας κάπως αναρχικός καθηγητής σε κάποιο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, που αναγκάζεται να δουλεύει και ως μεταφραστής για να μην πεινάσει. «Υποκλίνομαι στο μεγάλο κεφάλαιο για να μην πεθάνω της πείνας», λέει. Βαθιά ειρωνικός, χωρίς να γίνεται αντιπαθητικός αλλά αρκετά στερεοτυπικός, ως Έλληνας που θεωρεί πως το κείμενο που εκλήθη να μεταφράσει δεν είναι αντάξιο των ικανοτήτων ή έστω των επιθυμιών του. Ότι αυτός είναι για τα καλύτερα.

Ποιες ήταν οι προκλήσεις που αντιμετωπίσατε, τί σας δυσκόλεψε ενδεχομένως ή σας έφερε σε αμηχανία; Ίσως η ερμηνεία του ρόλου στα γαλλικά;
Η γλώσσα είναι πράγματι μια δυσκολία. Είναι άλλοι οι τονισμοί σε μία ξένη γλώσσα. Οι τονισμοί δεν μεταφράζονται. Και μεταφέρουν διαφορετικά νοήματα. Η γλώσσα δεν μεταφέρει μόνο, αλλά και παράγει νοήματα. Από την άλλη πάλι λειτουργεί και σαν μια μάσκα. Κρύβεσαι από πίσω της και αναγκάζεσαι, ή παραδίνεσαι μονάχα στο να μιμηθείς. Η μίμηση είναι βάση για την υποκριτική. Κι έτσι η ξένη γλώσσα γίνεται ένας ωραίος τρόπος για να επιστρέφουμε στα βασικά της τέχνης μας.

Διαφέρουν οι ρυθμοί σε μια ξένη παραγωγή από ό,τι σε μια ελληνική; Είναι εύκολο για έναν Έλληνα ηθοποιό να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις; Επίσης, πού ακριβώς παρατηρούνται οι διαφορές;
Είναι και θέμα ανθρώπου η προσαρμοστικότητα. Για εμένα δεν θα έλεγα πως είναι και το δυνατότερο μα ούτε και το ασθενέστερο στοιχείο μου. Θέλει συγκέντρωση κι επαγγελματισμό. Και θα ήμουνα χαζός αν άφηνα τον εαυτό μου να αναλωθεί στην κριτική ή αν σκεπτόμουν συνεχώς τις δυσκολίες. Όσο για τους ρυθμούς, είναι έντονοι κι εκεί όπως κι εδώ, πολλή δουλειά, ώρες πολλές, ατέλειωτες. Η πιο μεγάλη διαφορά νομίζω όμως ότι είναι ο απόλυτος σεβασμός που έχει ο καθένας τους εκεί για τη δουλεια του άλλου, είτε μέσα στην ίδια ειδικότητα ή ανάμεσα σε διαφορετικές. Και εξ αυτού είναι επόμενο να είναι και πιο γενναιόδωροι. Θα σου αναγνωρίσουνε, στην πρώτη ευκαιρία, το καλό που έκανες, χωρίς συμπλέγματα ή ζήλειες και ανταγωνισμούς. Είναι νομίζω πιο ενήλικες αυτές οι κοινωνίες, χωρίς από την άλλη να υποστηρίζω ότι όλα εκεί πέρα είναι τέλεια. Άλλωστε και πώς μπορεί να είναι;

Είχατε άγχος; Νιώσατε ότι πρέπει να αποδείξετε πολλά περισσότερα από τους υπόλοιπους ηθοποιούς;
Ναι είχα, αλλά είχα πει στον εαυτό μου πως «είναι δικαίωμά μου τώρα να έχω άγχος, αν δεν έχω τώρα πότε θα έχω!» Έτσι ξεπέρασα κατ’ αρχάς το πολύ πιο επικίνδυνο «δευτερογενές» άγχος που έχει κάποιος επειδή νιώθει ότι έχει άγχος και που μπορεί να σε οδηγήσει μέχρι και στον πανικό. Όχι δεν ήθελα να αποδείξω περισσότερα από τους υπόλοιπους, να παίξω ήθελα καλά το ρόλο μου, σ’ αυτό είχα συγκεντρωθεί. Μα τους κοιτούσα όμως κιόλας, τους παρατηρούσα. Και άλλοτε τους θαύμαζα, άλλοτε δε, όταν κι αυτοί δεν τα κατάφερναν καμιά φορά, έλεγα μέσα μου «να βλέπεις τώρα, αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες…». Οι δυσκολίες μας ενώνουν, ε; Πάντως όταν με συνεχάρησαν, όλοι σχεδόν, για κάποια δύσκολη σκηνή μου, ομολογώ πως τότε ένιωσα κι εγώ ότι ανήκω στο συνάφι τους.

Ο σκηνοθέτης της ταινίας σας έχει χαρακτηρίσει ως τον «μπαμπά» του πλατό...
Το μούσι φταίει φαίνεται που με έκανε σεβάσμιο και λίγο με μεγάλωνε… Αισθάνομαι ότι με εκτιμά πολύ. Κι εγώ επίσης, ήμουν τυχερός. Έπεσα σε ανθρώπους με βαθιά αισθήματα και χωρίς εύκολους συναισθηματισμούς. Επικοινωνούμε τακτικά και χαιρόμαστε να ανταλλάσσουμε τα νέα μας.

Εκτός από αστυνομικό θρίλερ, ποια άλλα ζητήματα θίγει η ταινία;
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας είναι η πλοκή, βεβαίως, αλλά από κάτω αναπτύσσονται πολλά. Η απληστία για το χρήμα και η πνευματική Ευρώπη που του υποτάσσεται σιγά-σιγά και μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων μόνο και καθόλου ιδεών. Οι άνθρωποι που αλληλοτρώγονται. Τι θέση έχει η λογοτεχνία εκεί μέσα; Και πρέπει να ομολογήσω πως μου άρεσε η άποψη που έχουν ΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ για τη λογοτεχνία.

Σκέφτεστε ότι η συμμετοχή σας στην ταινία αυτή μπορεί να σας ανοίξει το δρόμο και για άλλες παραγωγές στο εξωτερικό; Είναι κάτι που θα θέλατε;
Μακάρι, ναι! Και ποιος δε θα ’θελε! Έχει ανοίξει πάντως λίγο η αγορά.

Είστε κατά βάση ένας άνθρωπος του θεάτρου. Που ωστόσο ευρύτερα γνωστός έγινε μέσα από τις διαφημίσεις του «ομορφάντρα». Σήμερα, μερικά χρόνια μετά, έχετε μετανιώσει για εκείνες τις διαφημίσεις; Σας βοήθησαν πιστεύετε; Θα το ξανακάνατε;
Όχι, μπορεί να δυσκολεύτηκα λιγάκι, αλλά δεν το έχω μετανιώσει. Κι όσο περνούν τα χρόνια, όλα αυτά τα πράγματα που έχω κάνει παίρνουνε σιγά -σιγά τη θέση τους μέσα στη μνήμη μου.

Έρχομαι στο θέμα της πανδημίας για να σας ρωτήσω αν νιώθετε ότι σας έχει αλλάξει αυτή τη δοκιμασία; Έχετε αναθεωρήσει στόχους, σκέψεις, προτεραιότητες;
Νομίσαμε πως τάχα θα μας ένωνε επειδή συνέβη σε όλους μας. Φρούδες ελπίδες. Οι κρίσεις δεν ενώνουν τους ανθρώπους, τους χωρίζουν και τους μετατρέπουν σε άγρια ζωάκια που αναζητούν με λύσσα το ελάχιστο διαθέσιμο φαγάκι τους. Η πιο μεγάλη βία είναι η φτώχεια. Οδηγεί στο συντηρητισμό και την υποταγή, την εκμετάλλευση, τις ανισότητες και το αλληλοφάγωμα. Στην απώλεια της αξιοπρέπειας και τον κυνισμό.

Νιώσατε φόβο, άγχος ή πίεση για εσάς ή τους οικείους σας; Πιστεύετε ότι ορθώς πάρθηκαν αυτά τα οριζόντια μέτρα προστασίας;
Φοβήθηκα, ναι. Και μαντρώθηκα κι εγώ. Ορθώς, ναι. Και κερδίσαμε χρόνο για να βελτιώσουμε το Σύστημα Υγείας μας. Μα τι κακό ανέκδοτο…

Ήταν έκπληξη για εσάς που οι Έλληνες πολίτες υπάκουσαν στα μέτρα και τις οδηγίες;
Δεν ήταν έκπληξη. Υπακούσαμε διότι φοβηθήκαμε. Ποιος θα μας γιάτρευε και πού;

Καθόσασταν μπροστά στην τηλεόραση κάθε μέρα στις 6 για να ενημερωθείτε από τους κυρίους Τσιόδρα και Χαρδαλιά για τα κρούσματα του κορονοϊού;
Δυο-τρεις φορές, ναι, κάθισα… Κάθομαι ελάχιστα μπροστά στην τηλεόραση.

Ωστόσο κάποια από τα μέτρα αυτά συνεχίζουν να δημιουργούν μια ασφυκτική κατάσταση για τους ανθρώπους του Πολιτισμού, οι οποίοι συνεχίζονται να βρίσκονται υπό καθεστώς ανεργίας. Νιώθετε αδικημένοι; Πώς σχολιάζετε τα μέτρα που έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση για την όποια επανέναρξη του πολιτισμού;
Ποιαν επανέναρξη μου λέτε τώρα; Εδώ πάμε όλο και χειρότερα. Μόλις πριν λίγο ανακοινώθηκε πως καταργούνται από το Γυμνάσιο και Λύκειο τα Καλλιτεχνικά Μαθήματα, ενώ αυξήθηκαν οι ώρες για την πληροφορική. Εντάξει, άμα θέλουνε να μας κοιμίσουν καλά κάνουν κι ας με συγχωρήσουνε οι πληροφορικάριοι. Όμως αυτό δεν είναι θέμα συντεχνιακό. Για ακούστε κύριοί μου το διάγγελμα της Μέρκελ για τους καλλιτέχνες.

«Η πολιτιστική προσφορά δηλώνει πολλά για εμάς, για την ταυτότητά μας, διότι από την αλληλεπίδραση των καλλιτεχνών με το κοινό προκύπτει η δυνατότητα να δούμε τη δική μας ζωή κάτω από μια εντελώς νέα σκοπιά», λέει. «Νέα σκοπιά;» Τι λέτε τώρα κυρία Μέρκελ; Δε μας νοιάζουν εδώ κάτω εμάς αυτά.

Χαιρέκακα μας λοιδορεί λοιπόν αφ’ υψηλού η εξουσία, μας εμπαίζει και μας ειρωνεύεται. Δεν τους ενδιαφέρει ο πολιτισμός. Τους ενδιαφέρουν μόνο τα μικροσυμφέροντά τους. Μα δεν το ξέρουν, τόσα χρόνια στην πολιτική σκηνή, πως δε μπορεί να είναι άμεσα ανταποδοτική η τέχνη, ούτε περιγράφεται από αλγόριθμους. Μπορείς, αν είσαι έξυπνος και διορατικός πολιτικός, ακόμα και να την εντάξεις μες στην αγορά και να κερδίσεις κιόλας. Όμως όχι ακριβώς όπως κερδίζεις από ένα προϊόν. Διότι ένα καλλιτεχνικό έργο δεν απευθύνεται σ’ αυτό το ισοπεδωτικό ψεύτικο πράγμα που λέγεται «μέσος άνθρωπος». Δεν υπάρχει αυτό. Η τέχνη επικοινωνεί ξεχωριστά με τον καθένα μας, αναδεικνύοντας, συνομιλώντας με τη διαφορετικότητά μας, που απ’ αυτήν δημιουργούνται οι κοινωνίες. Απ’ την εξομοίωση, την ισοπέδωση, τη μισαλλοδοξία, την αμάθεια και την υποταγή δημιουργούνται οι στρατοί.

Μπορούμε να μιλάμε για σχέδια; Υπάρχει κάτι που ετοιμάζετε το επόμενο διάστημα, την χειμερινή σεζόν ενδεχομένως; Στο θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση.
Ναι, προσπαθώ κι εγώ όπως και όλοι οι συνάδελφοί μου, κάτι να οργανώσουμε μες στην αβεβαιότητα των ημερών.